Περισσότεροι από 7 στους 10 Έλληνες πολίτες πιστεύουν ότι υπάρχει κυβερνητική προσπάθεια συγκάλυψης του εγκλήματος των Τεμπών και της υπόθεσης υποκλοπών, σύμφωνα με έρευνα της Metron Analysis από τον Ιανουάριο του 2025. Αντίστοιχα, σύμφωνα με έρευνα της Prorata που δημοσιεύθηκε την περασμένη Τρίτη, το 68% των πολιτών πιστεύει ότι δεν θα αποδοθεί δικαιοσύνη για τα Τέμπη. Τα ίδια ευρήματα δείχνουν ότι το 77% των πολιτών δεν είναι ικανοποιημένο με το πώς η Ελληνική Κυβέρνηση προσπαθεί να διαλευκάνει το έγκλημα, ενώ το 74% αισθάνεται την ίδια δυσαρέσκεια για την Ελληνική Δικαιοσύνη.

Το κοινωνικό και πολιτικό κλίμα που έχει διαμορφωθεί στις αρχές του 2025 για τα Τέμπη δεν έχει καμία σχέση με αυτό των προηγούμενων ετών. Το 2023, ελάχιστα μέσα ενημέρωσης ασχολούνταν ουσιαστικά με την υπόθεση, καθώς ήδη από τις πρώτες ώρες του συμβάντος ο Πρωθυπουργός το είχε αποδώσει αποκλειστικά σε «ανθρώπινο λάθος» του σταθμάρχη, και ο κρατικός μηχανισμός κατέστειλε τις μαζικότατες πορείες διαμαρτυρίας κατά της Hellenic Train, ρίχνοντας χημικά ακόμη και σε συγκεντρώσεις που ήταν παρώντες επιζώντες του δυστυχήματος.

Το 2024, άρχισε να φανερώνεται το θεσμικό επίπεδο της συγκάλυψης των πολιτικών ευθυνών, μέσω μιας εξεταστικής επιτροπής-παρωδίας στη Βουλή, υπό την προεδρία της κυβερνητικής πλειοψηφίας, που δεν κάλεσε μάρτυρες-κλειδιά για την υπόθεση, και αρνήθηκε να περιμένει την κατάθεση της δικογραφίας που είχε σχηματιστεί από την Εισαγγελία Εφετών Λάρισας πριν βγουν τα τελικά πορίσματα των κομμάτων.

Σε συνεντεύξεις του εντός του έτους ο Κυριάκος Μητσοτάκης αποκαλούσε «θεωρίες συνωμοσίας», «fake news» και «τερατουργίες» τις φωνές που μιλούσαν για μπάζωμα, για μοντάζ των ηχητικών που ήρθαν στη δημοσιότητα και για μεταφορά παράνομου φορτίου από τη μοιραία εμπορική αμαξοστοιχία, ακόμη κι όταν αυτές οι φωνές προέρχονταν από συγγενείς που είχαν ορίσει δικούς τους πραγματογνώμονες για τη διερεύνηση της υπόθεσης. Τότε ο Πρωθυπουργός παρουσίαζε αυτούς τους ισχυρισμούς ως μυθεύματα του αρχηγού της αντιπολίτευσης και του Κυριάκου Βελόπουλου.

Το τελευταίο μάλιστα μάς δείχνει πώς η ακροδεξιά χρησιμοποιείται σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι ως δεκανίκι του συστήματος, καθώς ο Πρωθυπουργός βασίστηκε ακριβώς στο «ψεκ» προφίλ του Βελόπουλου, ώστε συνειρμικά να παρουσιάσει τον αντιπολιτευτικό λόγο που ο τελευταίος αρθρώνει για τα Τέμπη ως εξίσου «ψεκ» και συνεπώς να τον απαξιώσει ως αναξιόπιστο. Ταυτόχρονα, είδαμε πώς η Αφροδίτη Λατινοπούλου, μαζί με το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα όπου μετέχει η ΝΔ, το RENEW και τους Patriots όπου συμμετέχουν οι Όρμπαν, Λεπέν και η ίδια, «μπλόκαρε» τη συζήτηση για τα Τέμπη στο Ευρωκοινοβούλιο με το καθόλου πειστικό επιχείρημα ότι δεν ήθελε να «σκυλεύσουν οι ακροαριστεροί» τη χώρα της.

Με αυτό τον τρόπο, η ακροδεξιά γίνεται σχεδόν απαραίτητη σε κυβερνήσεις που προσπαθούν να προσεγγίσουν το πολιτικό «κέντρο», με τρεις τρόπους: Πρώτον, τα κόμματα που παρουσιάζονται ως κεντροδεξιά μπορούν να διατηρούν κάποιες από τις αξίες της ακροδεξιάς, ενώ απευθύνονται στο κοινό ως φιλελεύθερα και παρουσιάζονται ως πιο μετριοπαθή, ψύχραιμα και πολιτισμένα, ως η καλύτερη εναλλακτική, ως μία εκκοσμικευμένη εκδοχή της Δεξιάς. Δεύτερον, σε συγκεκριμένες πολιτικές συγκυρίες, δημιουργούν πολιτικές συνέργειες εκεί που απαιτείται συγκεκριμένος αριθμός ψήφων. Τρίτον, συνυπάρχουν οργανικά είτε υπογείως, όπως είδαμε στο παρελθόν με την υπόθεση του Τάκη Μπαλτάκου που, ως γενικός γραμματέας της κυβέρνησης το 2014 διατηρούσε επαφές με τη Χρυσή Αυγή, είτε δημόσια, όπως στις περιπτώσεις του Μάκη Βορίδη και του Άδωνι Γεωργιάδη, που τώρα είναι βουλευτές τις Νέας Δημοκρατίας, ενώ οι πολιτικές τους καταβολές προέρχονται από το ΛΑΟΣ του Γιώργου Καρατζαφέρη, ώστε να συγκεντρώνουν όσες περισσότερες ψήφους γίνεται από τους «παραδοσιακά» δεξιούς. Αυτό μάς δείχνει ότι ο περιστασιακά περιθωριακός χαρακτήρας της Ακροδεξιάς δεν την καθιστά ουσιαστικά αντισυστημική, παρά τις προσπάθειες των εκπροσώπων της να παρουσιαστούν ως διωκόμενοι του συστήματος.

Η επικοινωνιακή πολιτική της Νέας Δημοκρατίας για τα Τέμπη ήταν εξαιρετικά διπολική, με τον Πρωθυπουργό τη μία μέρα να «σκύβει το κεφάλι» στους γονείς των θυμάτων, και την επόμενη οι βουλευτές του να εξαπολύουν επιθέσεις στους συγγενείς και τους συνηγόρους τους. Ίσως για πρώτη φορά μετά την εκλογή της το 2019, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας φαίνεται πραγματικά ανήσυχη και είναι αισθητό ότι βρίσκεται σε επικοινωνιακό αδιέξοδο, με τον Πρωθυπουργό να θεωρεί ακόμη αποδεκτή δικαιολογία το γεγονός ότι δεν γνώριζε πράγματα που θεσμικά όφειλε να γνωρίζει, χωρίς να έχει καν παραδεχτεί ότι έκανε λάθος και μετέδωσε αναληθείς πληροφορίες, οδηγώντας σε παραπλάνηση του κοινού σχετικά με την υπόθεση των Τεμπών. Αυτό το επιβεβαιώνουν τα απελπισμένα γαυγίσματα ενός ερειστικού Άδωνι Γεωργιάδη σε τηλεοπτικά πάνελ, όπου προσπαθεί με κάθε τρόπο να πείσει τους ψηφοφόρους του κόμματός του ότι οι διαμαρτυρίες για τα Τέμπη και η πεποίθηση του κόσμου ότι υπάρχει συγκάλυψη είναι «προσβλητικές» για το κόμμα, αλλά και το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή η μοναδική επικοινωνιακή τακτική που της απομένει είναι το να κάνει το άσπρο μαύρο, ελπίζοντας ότι έτσι θα πείσει την κοινή γνώμη, καθώς αυτό μέχρι τώρα φαίνεται ότι λειτουργούσε.

Ακόμη και χθες (27/2) που βγήκε στο φως της δημοσιότητας και παρουσιάστηκε εκτενώς το πόρισμα του Εθνικού Οργανισμού Διερεύνησης Αεροπορικών & Σιδηροδρομικών Ατυχημάτων και Ασφάλειας Μεταφορών (ΕΟΔΑΣΑΑΜ), ο οποίος συστάθηκε μετά το έγκλημα των Τεμπών, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης με δόλο παρερμηνεύει τα ευρήματά του, ισχυριζόμενος πως το πόρισμα καταρρίπτει τους ισχυρισμούς περί συγκάλυψης, εκεί που το πόρισμα εξηγεί ότι λόγω του «μπαζώματος» χάθηκαν «ζωτικής σημασίας» στοιχεία για την υπόθεση. Εκεί που το πόρισμα αποδίδει τα αίτια του δυστυχήματος στην έλλειψη συστημάτων ασφαλείας και την εγκατάλειψη του σιδηροδρόμου, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος και το non paper της κυβέρνησης σε συστημικά μέσα ακούνε μονάχα «ανθρώπινο λάθος».

Σήμερα, δύο χρόνια μετά το δυστύχημα που κόστισε τη ζωή 57 ατόμων και τραυμάτισε πάνω από εκατό άλλα, δεν έχουν αλλάξει πολλά ούτε στην απόδοση δικαιοσύνης για το δυστύχημα, ούτε στη βελτίωση των υποδομών του Ελληνικού Σιδηροδρόμου. Το πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ λέει ξεκάθαρα ότι «ο ΟΣΕ λειτουργεί με το 45% του προσωπικού που θα έπρεπε να έχει, σύμφωνα με το οργανόγραμμά του», πράγμα που φυσικά δημιουργεί σημαντικά ζητήματα ασφάλειας, με την υποστελέχωση το 2024 να είναι χειρότερη από το 2023 που συνέβη το δυστύχημα. Επιπλέον, σε ερωτήσεις δημοσιογράφων ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δεν απαντά με σαφήνεια σε σχέση με την αποκατάσταση της ασφαλούς λειτουργίας του σιδηροδρόμου.

Ταυτόχρονα, την ποινική διερεύνηση αυτής της γιγαντιαίας υπόθεσης χειρίζεται αυτή τη στιγμή μονάχα ένας ανακριτής, πράγμα που καθιστά ανθρωπίνως αδύνατη τη διαχείριση και επεξεργασία του όγκου πληροφοριών της δικογραφίας, και μάλιστα στους χρόνους που αρμόζουν στη συγκεκριμένη υπόθεση. Χθες, για παράδειγμα, στη διαδικτυακή εκπομπή «Φάρμα των Ζώων», η δικηγόρος οικογένειας συγγενών Όλγα Χαρπίδου εξήγησε πώς 300 Gigabyte σημαντικότατου βιντεοληπτικού και ηχητικού υλικού από κάμερες ασφαλείας, συνολικά 649.000 αρχεία, δεν είχαν ενσωματωθεί στη δικογραφία και δεν είχαν γνωστοποιηθεί στις οικογένειες των θυμάτων ενάμιση χρόνο μετά την κατάσχεσή τους από τη Δικαιοσύνη. Η διαπίστωση αυτή οδήγησε στη μήνυση συγγενών κατά του Ειδικού Εφέτη Ανακριτή Σωτήρη Μπακαΐμη.

Η αναξιοπιστία Ελληνικής Δικαιοσύνης ταυτίζεται για πολλούς και στο πρόσωπο της Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργία Αδειλίνη. Η κ. Αδειλίνη, γνωστή από την κατηγορία της Μαρίας Καρυστιανού στο Φόρουμ των Δελφών και το Ευρωκοινοβούλιο ότι παρέπεμψε τους συγγενείς των θυμάτων στην εκκλησία, παρενέβη με δημόσια τοποθέτηση για να αποκλείσει το συσχετισμό του θανάτου του Βασίλη Καλογήρου, γιου προϊσταμένης της Εισαγγελίας Εφετών Λάρισας, με την υπόθεση των Τεμπών και να απαντήσει σχετικά στον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ. Μάλιστα, την περασμένη εβδομάδα σύζυγος θύματος των Τεμπών κατέθεσε υπόμνημα κατά της κ. Αδειλίνη και του κ. Μπακαΐμη, μιλώντας για «σοβαρές παραλείψεις», και κατηγορώντας ευθέως την κ. Αδειλίνη ότι «εκτελεί εντολές απευθείας από τον Κυριάκο Μητσοτάκη». Ταυτόχρονα, η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου Ιωάννα Κλάπα απάντησε σε ανάρτηση της Μαρίας Καρυστιανού περί «μπαζώματος» της δικογραφίας, λέγοντας πως «η Δημοκρατία απαιτεί σεβασμό στους θεσμούς».

Όλα τα παραπάνω, προσπαθούν να εξηγήσουν πώς φτάσαμε στο εύλογο σημείο 7 στους 10 να πιστεύουν ότι έγινε συγκάλυψη, εκεί που προηγουμένως μετά βίας μιλούσαμε δημόσια για την υπόθεση. Πώς από εκεί που τα Τέμπη φαινομενικά κόντευαν να ξεχαστούν, τώρα μια σημαντική μερίδα του κόσμου άρχισε να σκέφτεται πως ίσως η κυβέρνησή της με κάποιο τρόπο βρίσκεται πίσω από το θάνατο του Βασίλη Καλογήρου. Το τρομακτικότερο με αυτή τη σκέψη δεν είναι η πιθανότητα ένας τέτοιος ισχυρισμός να ευσταθεί, αλλά το γεγονός ότι οι πολίτες ενός κράτους που τον κρατούν ως ενδεχόμενο, κατά μία έννοια το θεωρούν αρκετά φυσιολογικό ώστε να μην αντιδράσουν άμεσα. Δηλαδή, το πραγματικά ανησυχητικό είναι η κανονικοποίηση της φρίκης.

Το κουβάρι της υπόθεσης των Τεμπών ξετυλίγεται εδώ και πολύ καιρό, ενώ μεγάλο μέρος των πληροφοριών που συζητάμε αυτές τις μέρες είναι δημόσιο εδώ και μήνες. Χωρίς την προσπάθεια και την επιμονή των συγγενών των θυμάτων, πολλά απ’ όσα συζητάμε σήμερα δεν θα ήταν δημόσια. Θα είχαμε επαναπαυθεί στα αρχικά πορίσματα της Πυροσβεστικής και των τεχνικών συμβούλων, θα είχαμε αποδεχτεί τον σταθμάρχη ως βασικό υπαίτιο του δυστυχήματος, καθώς τίποτα δεν θα είχε αμφισβητηθεί, και κανείς που δεν έχει άμεση σχέση με την υπόθεση δεν θα είχε αφιερώσει χρόνο, πόρους και ενέργεια ώστε να απαντήσει τεκμηριωμένα στο κυρίαρχο κυβερνητικό αφήγημα. Η συγκέντρωση που πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο για τα Τέμπη ήταν τόσο μεγαλειώδης και απειλητική για το κυβερνητικό αφήγημα που «εξανάγκασε» τον Κυριάκο Μητσοτάκη να δώσει συνέντευξη αποκλειστικά για το συγκεκριμένο θέμα, ώστε να επικαιροποιήσει τους ισχυρισμούς του και να απαντήσει στους επικριτές του. Ο αγώνας των συγγενών των θυμάτων και ο αγώνας όσων από την πρώτη στιγμή θέλησαν να αποδοθούν οι ανάλογες ευθύνες στην κυβέρνηση, τον ΟΣΕ, τον ΤΡΑΙΝΟΣΕ και τη Hellenic Train είναι ο κυριότερος αλλά όχι ο μοναδικός λόγος που είμαστε σήμερα εδώ.

Ο δεύτερος λόγος είναι η συγκυρία κατά την οποία τα συστημικά ΜΜΕ επέλεξαν να κάνουν σωστά τη δουλειά τους. Εκεί που επί μήνες βρισκόντουσαν σε δημοσιογραφικό λήθαργο, μεγάλο μέρος των ΜΜΕ ξάφνου «ξύπνησε» και αποφάσισε επιτέλους να κάνει εύστοχες ερωτήσεις, να διερευνήσει τους κυβερνητικούς ισχυρισμούς, να αναζητήσει μαρτυρίες, να «στριμώξει» πολιτικά πρόσωπα επιμένοντας να λάβει ικανοποιητικές απαντήσεις. Το θέατρο του παραλόγου γύρω από την υπόθεση των Τεμπών παίζεται από την πρώτη στιγμή του μοιραίου δυστυχήματος, όμως για πρώτη φορά βλέπουμε τώρα, δύο χρόνια μετά, τόσο στοχευμένη ανάδειξη πτυχών της υπόθεσης από τα συστημικά ΜΜΕ. Μέχρι πολύ πρόσφατα, ο ρόλος τους ήταν είτε να υποβαθμίζουν την υπόθεση από την επικαιρότητα, είτε να αποπροσανατολίζουν την κοινή γνώμη με τις έριδες των συγγενών.

Από τις πρόσφατες αντιδράσεις του κόσμου λοιπόν κρατώ δύο πράγματα: Πρώτον, ότι αυτός ο κοινωνικός αναβρασμός δεν είναι το τέλος της υπόθεσης των Τεμπών, αλλά η αρχή των αποκαλύψεων και των πολιτικών χειρισμών. Από τη δική μας βούληση θα εξαρτηθεί το μέλλον αυτής της ιστορίας.

Δεύτερον, ότι όταν η σωστή πληροφόρηση και δημοσιογραφία από τα Μέσα Ενημέρωσης γίνεται μέσα από μια κάνουλα που ανοίγουν και κλείνουν κόμματα και καπιταλιστές ανάλογα με τα συμφέροντά τους, είναι απολύτως λογικό να αισθανόμαστε ότι χειραγωγούμαστε. Αποτελεί όμως ταυτόχρονα απόδειξη ότι η κοινωνική συνείδηση μπροστά στην αλήθεια έχει ακόμη τα σωστά αντανακλαστικά. Πως το 41% και η επανεκλογή του Κωνσταντίνου Αχ. Καραμανλή δεν αποτελούν μονάχα συμφεροντολογικό κυνισμό για το ξεροκόμματο ενός διορισμού, αλλά συνάμα σύμπτωμα συστηματικής παραπλάνησης.

Σήμερα Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου η Womanlandia απεργεί και οι Womanlanders Αθήνας θα κατέβουν στη συγκέντρωση διαμαρτυρίας για τα Τέμπη στο Σύνταγμα.

Τα σχόλια είναι προσβάσιμα μόνο στα μέλη της Womanlandia. Για να γίνετε μέλος, πατήστε εδώ.