Η ιστορία του αποβιώσαντος πλέον Jason Arday, τέως καθηγητή κοινωνιολογίας της εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο του Cambridge, μοιάζει από κάθε άποψη με κάποιο είδος κακόγουστου κοινωνικού πειράματος.

Μέχρι πολύ πρόσφατα, ο Jason Arday ήταν ένας σούπερ σταρ της βρετανικής ακαδημίας, αποκτώντας τη φήμη της ιδιοφυΐας. Το 2023, στα 37 του έγινε ο νεότερος μαύρος καθηγητής στην ιστορία του Cambridge, από το τους πέντε συνολικά, με μόλις το 1% των καθηγητών σε ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο να είναι μαύροι, σύμφωνα με το BBC. Ο ίδιος έχει ισχυριστεί ότι όταν ήταν παιδί διαγνώστηκε με αυτισμό, ενώ δεν μπορούσε να μιλήσει μέχρι την ηλικία των 11 ετών, και να γράψει ή να διαβάσει μέχρι τα 18. Τα επιτεύγματά του, μέσα από τα δικά του λόγια, ήταν τεράστια και εκτός της ακαδημίας. Έγινε γνωστός ως κορυφαίος δρομέας μεγάλων αποστάσεων, έχοντας πει κατά καιρούς ότι έτρεξε 965.000 χιλιόμετρα σε έξι μέρες (ισχυρισμό που αργότερα τροποποίησε σε δώδεκα μέρες), ότι έχει τρέξει σε 30 μαραθωνίους εντός 35 ημερών, ορισμένους εξ αυτών με σπασμένο πόδι, και ότι έχει συγκεντρώσει πάνω από 5 εκατομμύρια λίρες τρέχοντας για φιλανθρωπικό σκοπό. Έχει δηλώσει ότι έπρεπε να μάθει από την αρχή το περιεχόμενο της διδακτορικής του διατριβής πριν την υπεράσπισή της στο Πανεπιστήμιο John Moores του Liverpool, επειδή το ξέχασε ολοσχερώς αφότου υποβλήθηκε σε επέμβαση αφαίρεσης όγκου στον εγκέφαλο μερικές εβδομάδες νωρίτερα. Αυτοί είναι μόνο μερικοί από τους εξωπραγματικούς ισχυρισμούς που είχε προβάλει κατά καιρούς για τη ζωή του, με τον ίδιο να πέφτει συνεχώς σε αντιφάσεις, μπερδεύοντας τη χρονολογική σειρά και το περιεχόμενο των γεγονότων.

Ο Jason Arday κρατάει τη χρυσή δάδα ως δρομέας στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου το 2012.
Ο Jason Arday

Μεγάλο μέρος, αν όχι ολόκληρο, του ακαδημαϊκού έργου του Arday μπήκε πρόσφατα κάτω από το μικροσκόπιο κατόπιν κατηγοριών για λογοκλοπή. Αναπαραγωγή και οικειοποίηση περιεχομένου άλλων ακαδημαϊκών εργασιών, τόσο στη διδακτορική του διατριβή όσο και σε ακαδημαϊκά άρθρα, χρήση συνεντεύξεων άλλων ερευνών τις οποίες παρουσίαζε ως δικές του, αναφορά σε ανύπαρκτα βιβλία που έχει εκδώσει, επίκληση συνεργασίας με πανεπιστημιακά ιδρύματα που επιβεβαιώνουν ότι ουδέποτε είχαν οποιαδήποτε επαγγελματική σχέση μαζί του, αυτές είναι μερικές από τις κατηγορίες που έχουν γίνει εις βάρος του Arday και έχουν ερευνηθεί από διαφορετικά τρίτα μέρη, δηλαδή καθηγητές και δημοσιογράφους. Ο ίδιος αρνήθηκε μέχρι τέλους κάθε κατηγορία και αντιμετώπισε από την πρώτη στιγμή τις υποψίες εις βάρος του ως παρενόχληση, προβαίνοντας σε νομικές ενέργειες και καταγγελίες στην αστυνομία κατά εκείνων που ιδιωτικά έθεσαν στον ίδιο ερωτήματα για την αρτιότητα του έργου του.

Παρά την επίμονη άρνηση όλων των ισχυρισμών περί λογοκλοπής, τους οποίους απέδωσε σε μία συστηματική ρατσιστική καμπάνια εις βάρος του, ο Jason Arday παραιτήθηκε από τις θέσεις του στο Πανεπιστήμιο του Cambridge και στο Jesus College. Σε γραπτή ανακοίνωσή του, εξήγησε πως η παραίτησή του «δεν αποτελεί αποδοχή των αφηγημάτων γύρω από τον ίδιο», αλλά είναι η απόφαση ενός ανθρώπου που «έχει φτάσει στα όρια του τι εύλογα αναμένεται από κάποιον να υπομείνει». Ενώ εξ αρχής υπερασπίστηκε σθεναρά την ακαδημαϊκή ακεραιότητα του Arday, το Πανεπιστήμιο του Cambridge εν τέλει ανακοίνωσε τη διενέργεια έρευνας σχετικά με τις κατηγορίες εις βάρος του, η οποία επρόκειτο να λάβει χώρα ακόμη και κατόπιν της παραίτησής του. Ο θάνατος του Arday λίγες μέρες αργότερα αιφνιδίασε την ήδη πολωμένη ακαδημαϊκή κοινότητα και το κοινό που παρακολουθούσε τις εξελίξεις, χωρίς να έχει γίνει επισήμως γνωστή η αιτία θανάτου του.

Το poster boy της woke ατζέντας

Για μια μερίδα δεξιών, η περίπτωση του Jason Arday αποτελεί τρανή απόδειξη των καταστροφικών συνεπειών και της αναξιοκρατίας που επιφέρουν η υποτιθέμενη woke ατζέντα και οι πολιτικές ισότιμης πρόσβασης και συμπερίληψης, γνωστές ως DEI, σε ακαδημαϊκά ιδρύματα και φορείς.

Η ιστορία συσκοτίζεται ακόμη περισσότερο, καθώς αφορμή ώστε να αναδυθούν ξανά οι ισχυρισμοί περί λογοκλοπής και να ξεκινήσει μια χιονοστιβάδα αντιδράσεων κατά του Arday ήταν μια ανάρτηση που έκανε τον Ιούλιο του 2026 στο Substack ο Nathan Cofnas, ακαδημαϊκός φιλοσοφίας και μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Γάνδης στο Βέλγιο. Ο Cofnas είχε απολυθεί από το Emmanuel College του Πανεπιστημίου του Cambridge το 2024 λόγω των απόψεών του γύρω από τη φυλή, ο οποίες «αποτελούσαν πρόκληση για τις πυρηνικές πεποιθήσεις και την αποστολή του Κολεγίου». Το 2024, το Πανεπιστήμιο του Cambridge διενήργησε πειθαρχική έρευνα για τις απόψεις του Cofnas κατόπιν σημαντικού αριθμού παραπόνων και το 2025, παρά την απόλυσή του, απεφάνθη ότι ο Cofnas δεν παραβίασε τους κανονισμούς του Πανεπιστημίου. Ο Cofnas αυτοπροσδιορίζεται ως «race realist» και υποστηρίζει ότι η διαφορά στη νοημοσύνη μεταξύ λευκών και μαύρων είναι γενετική και κληρονομείται. Το 2014 έγραφε πως «οι καθηγητές του Χάρβαρντ θα επιλέγονταν από τους καλύτερους των καλύτερων φοιτητών, πράγμα που σημαίνει ότι το ποσοστό των μαύρων καθηγητών θα πλησίαζε το 0%. Οι μαύροι θα εξαφανίζονταν από σχεδόν όλες τις θέσεις υψηλού κύρους εκτός από εκείνες του αθλητισμού και της ψυχαγωγίας». Έχει ταχθεί ανοιχτά κατά του DEI, λέγοντας αστειευόμενος σε συνέντευξή του στον Rob Monz ότι «μετά την επανάσταση θα γίνω διευθυντής στο Τμήμα Ευγονικής και Επιστημών της Φυλής στο Harvard».


Σύμφωνα με τον Observer, o Cofnas χαρακτήρισε τον διορισμό του Arday υποκινούμενο από την ιδεολογία του DEI και δήλωσε ότι ο Arday δεν ήταν αρκετά ευφυής για να είναι καθηγητής στο Cambridge.

Οι αρχικοί ισχυρισμοί περί λογοκλοπής κατά του Arday

O David Harris είναι επίτημος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Marjon του Plymouth και διατηρεί μια ιστοσελίδα μέσα από την οποία μοιράζεται δωρεάν διδακτικό υλικό για μια πληθώρα θεμάτων, το οποίο συνοψίζει και επιμελείται ο ίδιος. Φέρεται να είναι ο πρώτος που μίλησε δημόσια για τα ζητήματα λογοκλοπής που ανακύπτουν από τις ακαδημαϊκές δημοσιεύσεις του Arday το 2023.

Σε ανάρτησή του εξηγεί ότι, καθώς επεξεργαζόταν το έργο του Arday, ανέκυψαν διάφορα προβλήματα. «Δεν τα αναζήτησα επί τούτου, αλλά εμφανίζονταν καθώς προχωρούσα στην ανάγνωση» γράφει. «Τα χαρακτήρισα, με τον πιο ουδέτερο δυνατό τρόπο, ως “ιδιομορφίες” ή “τεχνικές ατέλειες”. Έγιναν τόσο συχνά, ώστε κυριάρχησαν στην ανάγνωσή μου, και αποφάσισα ότι θα ήταν καλύτερο να επικοινωνήσω με τον καθηγητή Arday. Συγκέντρωσα εκείνα τα ζητήματα που είχαν προκύψει καθώς διάβαζα και του τα έστειλα, ζητώντας διευκρινίσεις. Έλαβα μια μάλλον αποθαρρυντική απάντηση, καθώς και ένα αίτημα να μην επικοινωνήσω ξανά μαζί του. Κανένας από τους ανώτερους συναδέλφους του στο Cambridge δεν ήταν ιδιαίτερα βοηθητικός. Ωστόσο, καταλαβαίνω ότι έχει συμφωνήσει να τροποποιήσει ένα από τα άρθρα, αν και δεν μου είναι σαφές τι ακριβώς προτείνει να κάνει». Αργότερα μαθαίνουμε από τον Cofnas με μεγαλύτερη λεπτομέρεια την απάντηση του Arday προς τον Harris: «Σας παρακαλώ να μην μου στείλετε ξανά email. Εάν έχετε χρόνο να διαθέσετε, σας προσκαλώ να κατευθύνετε τους πόρους σας αλλού. Οτιδήποτε περαιτέρω από εσάς θα θεωρηθεί εκφοβισμός και παρενόχληση».

Μερικά χρόνια αργότερα, το 2025, η εφημερίδα Times Higher Education, ίσως κατόπιν επικοινωνίας με τον Harris ή κάποιον συνάδελφό του, είχε πραγματοποιήσει τη δική της έρευνα πάνω στους ισχυρισμούς περί λογοκλοπής του Arday, επιστρατεύοντας τη γνώμη του David Sanders, που είναι αναπληρωτής καθηγητής βιοχημίας στο Πανεπιστήμιο Purdue της Indiana. Σύμφωνα με τον Sanders, «δεν υπάρχει αμφιβολία» ότι πρόκειται περί «εκτενούς λογοκλοπής». Ο δημοσιογράφος των THE, Jack Grove, ετοίμαζε ένα σχετικό άρθρο που θα περιελάμβανε μεγάλο μέρος των παρατηρήσεων του David Harris. Η εφημερίδα ισχυρίζεται πως ο Arday επιστράτευσε ένα από τα μεγαλύτερα δικηγορικά γραφεία του Ηνωμένου Βασιλείου με εξειδίκευση στη δυσφήμιση, ώστε να της στείλουν επιστολή, στην οποία αναφέρεται πως οι ισχυρισμοί κατά του Arday είναι εσφαλμένοι και πως θα βλάψουν τη φήμη του. Η επιστολή αυτή απέτρεψε τη δημοσίευση του άρθρου. Αργότερα ο Jack Grove ισχυρίστηκε πως ο Arday τον κατήγγειλε στην αστυνομία, όμως η υπόθεση δεν προχώρησε.

Μπορούμε καλοπροαίρετα να υποθέσουμε πως ούτε οι αρχικές υποψίες κατά του Arday είναι άνευ προκαταλήψεων. Οι Times Higher Education πιθανότατα πληροφορήθηκαν για τη λογοκλοπή του Arday από τον David Harris ή τον ακαδημαϊκό του κύκλο, αν και δεν κατονομάζουν την πηγή τους. Ο δε Harris είχε πρόσφατα εμπλακεί σε μία αμφιλεγόμενη ακαδημαϊκή περιπέτεια, όταν του αφαιρέθηκε στις αρχές του 2026 ο τίτλος του επίτημου καθηγητή από το Πανεπιστήμιο Marjon του Plymouth επειδή σε έρευνά του άσκησε κριτική στο «contested racial concept», ένα θεωρητικό εργαλείο προερχόμενο από την κριτική φυλετική θεωρία. Ο τίτλος τού επεστράφη μερικούς μήνες αργότερα κατόπιν εξωτερικών παρεμβάσεων.

Ο David Harris

Όμως, από τότε που ξέσπασε το «σκάνδαλο» του Arday, όλο και περισσότερα μέσα άρχισαν να σκαλίζουν τους ισχυρισμούς περί λογοκλοπής και να ξεσκεπάζουν μια ιστορία που ξεπερνά τα όρια της ακαδημίας. Η έρευνα του Guardian που δημοσιεύθηκε στις αρχές Αυγούστου, μετά την ανάρτηση του Cofnas, εισέφερε απόψεις από πλήθος άλλων ακαδημαϊκών που βλέπουν με βεβαιότητα λογοκλοπή στο έργο του Arday, ενώ ανέδειξε τα φουσκωμένα και αντιφατικά αφηγήματα που πρώτος εκείνος είχε προωθήσει δημόσια για τη ζωή του, υπεισέρχοντας ακόμη και σε ισχυρισμούς περί ρατσιστικών επιθέσεων που δέχτηκαν ο ίδιος και η οικογένειά του. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα όπου, σύμφωνα με τον Guardian, ο Arday υποστήριξε ότι κάποιος έστειλε το κομμένο κεφάλι ενός γουρουνιού στο σπίτι των γονιών του στο Νότιο Λονδίνο, με τους γονείς του να πετούν αμέσως το χαρτόκουτο με το κομμένο κεφάλι και να ενημερώνουν μήνες αργότερα την αστυνομία. Σε συνέντευξή του δήλωσε ότι η αστυνομία ερεύνησε το περιστατικό, ρωτώντας τους χασάπηδες της περιοχής εάν πούλησαν γουρούνι σε κάποιον, με έναν εξ αυτών να επιβεβαιώνει ότι είχε πουλήσει ένα ολόκληρο γουρούνι την ημέρα που οι γονείς του Arday έλαβαν το κομμένο κεφάλι. Η έρευνα του Guardian όμως διαψεύδει τον Arday πλήρως, καθώς οι ντόπιοι χασάπηδες αρνήθηκαν ότι ερωτήθηκαν ποτέ για κάτι τέτοιο από την αστυνομία, και η αστυνομία αρνείται ότι διεξήχθη ποτέ μια τέτοια έρευνα.

Συμπερίληψη, αγάπη μου

Παρά το πλήθος των ψευδών ισχυρισμών του Arday και την ανάρμοστη ακαδημαϊκή του συμπεριφορά, ο ίδιος αποτελεί τον πιο ασήμαντο παράγοντα αυτής της εξίσωσης. Το DEI είναι ένα σφυρί που βαράει αδιακρίτως προς άπασα κατεύθυνση. Αυτό έχωσε το καρφί της συμπερίληψης βαθιά μέσα στην κολυμβήθρα του επικοινωνιακού ξεπλύματος του Cambridge, αυτό θα χτυπήσει το πρώτο καρφί στον σταυρό του επόμενου ατόμου με μειονοτικό ή ευάλωτο background που θα τολμήσει να διεκδικήσει, ακόμη και παντελώς επάξια, μια θέση στο πάνθεο της ακαδημαϊκής αναγνώρισης και αριστείας.

Με αφορμή την υπόθεση του Arday έχει ανοίξει ένας έντονος διάλογος σχετικά με την καθαυτή ποιότητα και συμβολή του ακαδημαϊκού περιεχομένου που παράγουν οι σπουδές πάνω στη φυλή, το φύλο και οτιδήποτε μπορεί ευκολότερα να ταυτιστεί με το woke. Αυτό που τίθεται στον πυρήνα της συζήτησης συνεπώς δεν είναι μονάχα τα τυπικά προσόντα ενός καθηγητή, ούτε καν μια ρατσιστική ρητορική γύρω από την διανοητική ικανότητα φυλετικών μειονοτήτων· ο Arday στάθηκε αφορμή για μια περαιτέρω επιχειρούμενη απονομιμοποίηση ενός ολόκληρου κλάδου σπουδών. Το πεδίο διαμάχης διευρύνεται από την καθαρή περιπτωσιολογία και τον προφανή ρατσισμό, σε μία ιδεολογική σύγκρουση, δηλαδή σε έναν συνεχιζόμενο πολιτισμικό πόλεμο (culture war) όπου το διακύβευμα είναι η επικράτηση συγκεκριμένων αξιών επί άλλων.

Έτσι από τη μία ο Arday συμβολίζει την κιβδηλότητα μιας υποτιθέμενης ατζέντας που έχει παρεισφρήσει στα πανεπιστήμιά μας και απειλεί τις παραδοσιακές μας αξίες, ενώ από την άλλη ο Arday κατηγορείται αδίκως και αντιπροσωπεύει όλα τα θύματα του συστημικού ρατσισμού. Με αυτό τον τρόπο, η επιβεβαίωση μιας πραγματικότητας, μιας αλήθειας, του εάν δηλαδή ο Arday είναι απατεώνας ή όχι, άνευ πραγματικού λόγου αποκτά τεράστια σημασία στον δημόσιο διάλογο, γιατί είναι αυτή που θα καθορίσει την πολιτισμική «νίκη» μιας εκ των δύο πλευρών.

Το σφάλμα στο οποίο υποπίπτουν όσοι υποστηρίζουν την «αθωότητα» του Arday είναι πως εν τέλει πέφτουν στην παγίδα των μονοθεματικών και ασπρόμαυρων αναγνώσεων που συστηματικά κάνει η Δεξιά. Αποδέχονται το πλαίσιο της συζήτησης όπως αυτό έχει τεθεί από κακοπροαίρετους συνομιλητές, υποβαθμίζοντας τόσο τα επιχειρήματά τους όσο και την αναζήτηση της αλήθειας. Δεν κερδίζουμε οτιδήποτε εάν ο Arday αθωωθεί. Δεν χάνουμε οτιδήποτε εάν οι κατηγορίες εναντίον του επιβεβαιωθούν. Αυτοί είναι εκβιαστικοί όροι για μια τόσο πολύπλοκη συζήτηση και αποτελούν μια εντελώς επιφανειακή ανάγνωση του συστημικού ρατσισμού.

Ο Jason Arday

Η κατασκευή ενόχων αποτελεί κομμάτι της συστημικής καταπίεσης και η αναζήτηση της αλήθειας δεν είναι διόλου ασήμαντη. Έχουμε δει πώς οι Μαύροι, ειδικά στην Αμερική, συστηματικά κατηγορούνται, καταδικάζονται και φυλακίζονται για αδικήματα που δεν έχουν διαπράξει, και έχουμε δει επίσης πώς εργαλειοποιείται η ενοχή τους για να κατασκευαστούν κοινωνικά αφηγήματα που τους δαιμονοποιούν. Όμως εδώ είδαμε ένα σύστημα που, με γνώμονα τα δικά του συμφέροντα, υπερασπίστηκε επίμονα τον Arday μέχρι το σημείο που δεν είχε άλλη επιλογή από το να μην κλείνει πια τα μάτια απέναντι στα δεδομένα. Τα αφεντικά του στο Cambridge τον προστάτευσαν. Τα ακαδημαϊκά περιοδικά στα οποία έχει δημοσιεύσει άρθρα με λογοκλοπή αρκέστηκαν στο να προσθέσει εκ των υστέρων αναφορές και citations στα σημεία που πρακτικά δεν ήταν γραμμένα από τον ίδιο. Οφείλουμε να αποδεχτούμε με ειλικρίνεια την πιθανότητα ότι ο Arday είναι όντως ένας απατεώνας, χωρίς αυτό να επιβεβαιώνει ρατσιστικούς μύθους για τη νοημοσύνη των Μαύρων και χωρίς αυτό να ακυρώνει τη στοιχειοθετημένη μας αντίληψη γύρω από την καταπίεση. Αν στοιχηματίσουμε όλα μας τα χρήματα στην αθωότητα του Arday δεν χάνουμε απλώς την παρτίδα αλλά ολόκληρο το παιχνίδι ακόμη κι αν εκείνος τελικά δικαιωθεί, γιατί επιτρέπουμε τη διαιώνιση του στερεοτύπου όπου οι άνθρωποι εάν δεν είναι κυριολεκτικά άγιοι δεν αξίζουν την υπεράσπισή μας. Δεν αποτελεί συμπερίληψη το να πλάσουμε ένα αφήγημα καφκικής σταυροφορίας για τον Arday, αλλά στρουθοκαμηλισμό που εμποδίζει την κατανόηση των δυνάμεων γύρω μας.

Θα έπρεπε να είναι αυτονόητο ότι ακόμη κι αν είναι ο απόλυτος ακαδημαϊκός απατεώνας, επ’ ουδενί του άξιζε ένα τέτοιο τέλος.

Οι άνθρωποι, ιστορικά μιλώντας, εκμεταλλεύονται και εξαπατούν. Το ζήτημα είναι πότε οι πράξεις τους αναγνωρίζονται ως απάτη, και πότε η απάτη αυτή απαξιώνεται ή ηρωοποιείται. Πότε η λεκτική μίμιση αποτελεί λογοκλοπή και πότε έμπνευση; Πότε κάτι είναι εκμετάλλευση της ικανότητας και του κόπου ενός άλλου ανθρώπου και πότε απλή βοήθεια; Πότε κάποιος γίνεται αντιληπτός ως απατεώνας και πότε ως μάγκας;

Η ταλαντούχα κυρία Ripley δεν θα υπάρξει ποτέ

Παρακολουθώντας πριν χρόνια τη σειρά Inventing Anna, συνειδητοποίησα κάτι. Στην ποπ κουλτούρα λατρεύουμε να παρακολουθούμε τον ξεπεσμό μιας απατεώνισσας, ενώ ωραιοποιούμε την ανδρική κομπίνα. Κι αυτό γιατί πολιτισμικά έχουμε προγραμματιστεί να αποδεχόμαστε ως πιστευτά τα αφηγήματα της γυναικείας ματαιοδοξίας και δολιότητας και να πιστεύουμε άκριτα την ανδρική φιλοδοξία, ικανότητα και ιδιοφυΐα.

Οι ταινίες με άντρες con artists, κομπιναδόρους και απατεώνες συνήθως μάς προσκαλούν σε μία περιπέτεια και μας ενθαρρύνουν να θαυμάσουμε την ευρηματικότητα, την ευφυΐα και το ταλέντο το πρωταγωνιστή, ακόμη κι όταν αυτό επιστρατεύεται για δόλιο σκοπό. Το κέντρο της αφήγησης είναι ο ίδιος και ο τρόπος που θα χειριστεί ανθρώπους και καταστάσεις ώστε να πετύχει τον στόχο του, ενώ σπανίως δίνεται χώρος στον αντίκτυπο που έχουν οι πράξεις του στα θύματά του. Η επίτευξη του στόχου του αποτελεί κυριολεκτικά και συμβολικά μια επιβράβευση της συμπεριφοράς του πρωταγωνιστή, η οποία παρουσιάζεται ως μαγκιά.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πολιτισμικής τάσης είναι η ταινία Catch Me If You Can με τον Leonardo DiCaprio, που είναι εν μέρει βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα. Ο ίδιος ο τίτλος κλείνει περιπαικτικά το μάτι στο κοινό και αλαζονικά το προσκαλεί σε ένα ανθρωποκυνηγητό, όπου ο πρωταγωνιστής ακόμη κι όταν χάνει κερδίζει, γιατί παρά τη σύλληψή του προσλαμβάνεται από το FBI ως σύμβουλος σε υποθέσεις τραπεζικής απάτης. Αντίστοιχα, ο Ταλαντούχος Κύριος Ripley της Patricia Highsmith καταφέρνει να ξεφύγει ατιμώρητος τρεις από τις τέσσερις φορές, ξεκινώντας από το βιβλίο, συνεχίζοντας με δύο κινηματογραφικές προσαρμογές, και καταλήγοντας με τη σειρά του Netflix. Στις ταινίες αυτές, ακόμη κι όταν υπάρχει μια πιο ουδέτερη πλαισίωση των γεγονότων, όπως στο Plein Soleil, ο πρωταγωνιστής δεν προκαλεί στο κοινό λύπηση. Η αγωνία έγκειται στο εάν θα καταφέρει να τη γλιτώσει. Ο άντρας con artist, όταν δεν παρουσιάζεται ως μάγκας, δεν επιστρατεύεται για να γρατζουνήσει τις χορδές της ηθικής μας απαξίας, και στις περιπτώσεις που «χάνει», η στιγμή της αποτυχίας του δεν επέρχεται ως μια πολυαναμενόμενη ηθική δικαίωση.

Αντίστοιχα, το κοινό λατρεύει την πτώση μιας γυναίκας που τόλμησε να φιλοδοξήσει πλούτη, εξουσία και αναγνώριση, και που είχε το θράσος να εξαπατήσει για να τα αποκτήσει. Ίδια συμπεριφορά, διαφορετική αντιμετώπιση. Η Anna Sorokin στο Inventing Anna, για παράδειγμα, δεν παρουσιάζεται ως είδωλο. Οι πράξεις της προξενούν λύπηση και ενόχληση, ενώ η ίδια παρουσιάζεται ως ένα ματαιόδοξο κοριτσάκι που το μόνο που την ενδιέφερε είναι να φοράει ακριβές μάρκες στη δίκη της. Η σειρά μάς υπενθυμίζει συνεχώς τα ελαττώματά της Anna, την απουσία ενσυναίσθησης και την αγένειά της, ενώ στη φυλακή τη βλέπουμε σε πλήρη εξαθλίωση. Εάν ήταν άντρας, η Sorokin θα παρουσιαζόταν ως γοητευτική, πολυμήχανη και αποφασιστική. Όταν αυτό συμβαίνει, όπως στο I Care A Lot, η con artist τιμωρείται με θάνατο και απώλεια.

Η Anna Sorokin σε μια από τις εμφανίσεις της στο δικαστήριο.
Η Anna Sorokin σε μια από τις εμφανίσεις της στο δικαστήριο

Και, για να επανέλθουμε στο ζήτημα της λογοκλοπής, στο σύμπαν αυτής της πολιτισμικής συνθήκης ανήκει και η κατηγορία ανδρών που παρουσιάζουν τη δουλειά των συζύγων τους ως δική τους ή που το επίτευγμα μιας γυναίκας αποδίδεται σε εκείνους, όπως βλέπουμε για παράδειγμα στην ταινία Big Eyes του Tim Burton, που αφηγείται την πραγματική ιστορία της ζωγράφου Margaret Keane. Αντίστοιχα, στη λογοτεχνία ο Henry Gauthier-Villars και ο F. Scott Fitzgerald είναι ευρέως γνωστό ότι έχουν βασίσει μεγάλο μέρος των πιο σημαντικών τους έργων στη δουλειά των συζύγων τους. Στην επιστήμη, ο Albert Einstein λέγεται ότι βοηθήθηκε εκτενώς από την πρώτη σύζυγό του, τη μαθηματικό Mileva Marić, για να αναπτύξει τη θεωρία της σχετικότητας. Ο ισχυρισμός δεν έχει επιβεβαιωθεί σε ακλόνητο βαθμό, όμως σε ένα γράμμα του προς την Marić το 1901 ο Einstein γράφει προς εκείνη ότι θα είναι πολύ χαρούμενος και περήφανος «όταν οι δύο μας μαζί θα οδηγήσουμε τη δουλειά μας πάνω στη σχετική κίνηση σε ένα επιτυχημένο συμπέρασμα». Ο βαθμός ενασχόλησης της Marić με τη θεωρία της σχετικότητας δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια, όμως είναι πλέον αποδεδειγμένο ότι οι δυο τους συνεργαζόντουσαν στενά σε ακαδημαϊκά project και πως εκείνη συζητούσε συνεχώς τις ιδέες του μαζί του και επιμελήθηκε το επίμαχο άρθρο του. Στην επιστήμη, η λανθασμένη απόδοση γυναικείου έργου σε άντρες είναι τόσο συχνή που έχει δικό της όνομα: το φαινόμενο Ματίλντα (Matilda Effect). Οι άντρες αυτοί δεν θεωρούνται ανάξιοι της φήμης τους ούτε αντιμετωπίζονται ως απατεώνες όταν συνειδητά χρησιμοποιούν ξένο έργο χωρίς να αποδώσουν τα εύσημα εκεί που οφείλουν.

Το 2023, στο Πανεπιστήμιο του Cambridge, ο αναπληρωτής καθηγητής ιστορίας William O’Reilly κρίθηκε ένοχος λογοκλοπής. Συγκεκριμένα, κατηγορήθηκε ότι μεγάλο μέρος ενός άρθρου που δημοσίευσε το 2018 αναπαρήγαγε αυτούσια κομμάτια από εργασίες ενός προπτυχιακού του φοιτητή. Κατόπιν πειθαρχικής έρευνας, το Πανεπιστήμιο αναγνώρισε τη λογοκλοπή, αλλά την απέδωσε σε «αμελείς πράξεις που δεν έγιναν με σκοπιμότητα». Ο ίδιος καθηγητής μάλιστα, σύμφωνα με τους Financial Times, ήταν σε επιτροπή διερεύνησης υπόθεσης σεξουαλικής παρενόχλησης στο κολέγιο Trinity Hall του Πανεπιστημίου του Cambridge, παρά το γεγονός ότι και ο ίδιος είχε κατηγορηθεί για σεξουαλική παρενόχληση. Η προσοχή που προσέλκυσε αυτή η υπόθεση σε σχέση με αυτή του Arday είναι μηδαμινή.

Το πολιτισμικό πλαίσιο της συζήτησης είναι τόσο διαστρεβλωμένο που μόνο αν αλληθωρίσουμε μπορούμε να το αντιληφθούμε. Η υπόθεση λογοκλοπής του Arday προκάλεσε πολύ μεγαλύτερο σάλο και πολύ περισσότερες αντιδράσεις ακόμη και από την συστηματική σεξουαλική παρενόχληση για την οποία κατηγορήθηκε το 2023 ο πορτογάλος, επίσης σούπερ σταρ, καθηγητής κοινωνιολογίας Boaventura de Sousa Santos. Η αρχική καταγγελία έγινε στο βιβλίο με τίτλο Sexual Misconduct In Academia, στο κεφάλαιο «The walls spoke when no one else would: Autoethnographic notes on sexual-power gatekeeping within avant-garde academia», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Routledge. Τρεις ακαδημαϊκές, οι Lieselotte Viaene, Catarina Laranjeiro και Miye Nadya, πρώην ερευνήτριες στο Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών του Πανεπιστημίου της Coimbra, στο κεφάλαιό τους περιγράφουν χωρίς να ονοματίζουν πώς ο σούπερ σταρ καθηγητής παρενοχλούσε ερευνήτριες με αντάλλαγμα ακαδημαϊκή υποστήριξη, και πώς αυτή η παρενόχληση έγινε με την υποστήριξη ατόμων που βρίσκονται στον στενό του καθηγητή. Η αντίδραση ήταν τεράστια, αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η πίεση που δέχτηκε ο εκδοτικός οίκος από τον σούπερ σταρ καθηγητή και το Πανεπιστήμιο της Coimbra ήταν τόσο μεγάλη, που τον εξώθησε στην απόσυρση της κυκλοφορίας του βιβλίου και στην αποδέσμευση των δικαιωμάτων του. Μετά την αρχική καταγγελία και την δημόσια ταυτοποίηση του de Sousa Santos δύο ακόμη γυναίκες δήλωσαν δημόσια ότι είχαν παρενοχληθεί κι εκείνες από τον καθηγητή με τον τρόπο που περιγράφεται στο άρθρο.

Μια ανεξάρτητη επιτροπή διερεύνησε το ζήτημα και το 2024 εξέδωσε μία έκθεση 144 σελίδων η οποία επιβεβαιώνει την ύπαρξη σεξουαλικής παρενόχλησης και κατάχρησης εξουσίας στο Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, χωρίς όμως να κατονομάζει τον de Sousa Santos ή οποιονδήποτε άλλο θύτη. Ένα χρόνο μετά τη δημοσίευση του κεφαλαίου o de Sousa Santos καθαιρέθηκε από τη θέση του δικαστή στο Διεθνές Δικαστήριο για τα Δικαιώματα της Φύσης, χωρίς οποιαδήποτε άλλη ακαδημαϊκή, διοικητική ή νομική συνέπεια, και χωρίς ο ίδιος να συμβολίζει την ανεπάρκεια ολόκληρου το ακαδημαϊκού του συναφιού.

Ο Boaventura de Sousa Santos

Ο Arday ήταν ένας μαύρος, νευροδιαφορετικός και καθόλου παραδοσιακά αρρενωπός άντρας που τόλμησε να θέσει τον ρατσισμό στο επίκεντρο των ακαδημαϊκών του ενδιαφερόντων, και γι’ αυτό πλήρωσε βαρύ τίμημα. Είναι προφανές ότι η ακαδημία δεν ενδιαφέρεται πραγματικά για τη λογοκλοπή, για την ακαδημαϊκή ποιότητα ή για την ηθική ακεραιότητα των διδασκόντων: το ίδιο το Πανεπιστήμιο του Cambridge επιβεβαίωσε και στη συνέχεια παρέβλεψε τη λογοκλοπή του William O’Reilly. Μέτριο ή και κακής ποιότητας ακαδημαϊκό έργο παράγεται με εξαιρετική συχνότητα σε όλους τους ακαδημαϊκούς κλάδους· δεν ήρθαν το DEI και η woke κουλτούρα να διαβρώσουν την αριστεία των ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης, απλώς μπροστά σε αυτά ορισμένοι δεν θα κάνουν τα στραβά μάτια.

Δύο φαινομενικά αντιφατικές αλήθειες μπορούν να ισχύουν ταυτόχρονα. Ο Jason Arday μπορεί να είναι και απατεώνας και θύμα ρατσιστικής επίθεσης, λόγω του μένους και της έντασης με την οποία τράβηξε την προσοχή η υπόθεσή του, πράγμα που δεν συνέβη με άλλους λευκούς και ισχυρότερους καθηγητές που αντιμετώπισαν βαρύτερες κατηγορίες από τον ίδιο. Αν οι ισχυρισμοί κατά του Arday επιβεβαιωθούν, δεν αναιρείται η ύπαρξη του ρατσισμού που ο ίδιος κατονόμασε. Η αβάσιμη επιμονή στην αθωότητα του Arday βασίζεται πάνω στο δόγμα όπου περισσότερη σημασία έχει ποιος λέει κάτι παρά τι είναι αυτό που λέει. Έτσι, όταν ο υποκινούμενος από ρατσιστική προκατάληψη Cofnas καταγγέλλει τον Arday για λογοκλοπή, μια μερίδα του κοινού δεν μπήκε καν στον κόπο να εξετάσει τις αποδείξεις που είχε δημοσιεύσει. Σε σχέση με τον Arday, η επιμονή στην αθωότητά του φανερώνει το υπόρρητο άγχος ότι αν αποδειχθεί απατεώνας, τότε κάθε τι που έχει πει για το ρατσισμό και την καταπίεση παύει να ισχύει. Η θέση και η γραμμή εκκίνησης ενός ατόμου πρέπει πάντοτε να λαμβάνεται υπόψη, αλλά δεν γίνεται από μόνη της να καθορίζει την αξιολόγηση του περιεχομένου των ισχυρισμών του.

Κοντολογίς, δεν έχει σημασία μονάχα ποιος λέει κάτι, αλλά και τί είναι αυτό που λέει, πώς το λέει και πώς το τεκμηριώνει.

Εύχομαι ότι μέσα από τέτοιες ιστορίες θα σταματήσουμε να εστιάζουμε στα λάθος πράγματα και να βγάζουμε λάθος συμπεράσματα. Πρωτίστως, όμως, εύχομαι το θάρρος και την τόλμη του να καθορίζουμε το πλαίσιο της συζήτησης πάνω στις δικές μας αξίες, και όχι πάνω σε αυτές των καταπιεστών μας.

Τα σχόλια είναι προσβάσιμα μόνο στα μέλη της Womanlandia. Για να γίνετε μέλος, πατήστε εδώ.