Τα τελευταία χρόνια, τα «δικαιώματα» και το «συμφέρον» του παιδιού, υπαρκτού και ανύπαρκτου, έχουν χρησιμοποιηθεί ως δούρειος ίππος για την προώθηση ορισμένων εξαιρετικά μισογύνικων θέσεων και νομοθετημάτων. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του νόμου για την υποχρεωτική συνεπιμέλεια, που έχει προκαλέσει σημαντικές αγκυλώσεις στην καθημερινότητα δεκάδων γυναικών, με δικαστικές αποφάσεις ενίοτε κυριολεκτικά να τις εγκλωβίζουν σε έναν τόπο εργασίας ή ακόμη και στην ίδια κατοικία με τον πρώην σύντροφό τους.
Το παιδί καθίσταται μία συγκινησιακή κατασκευή, ένα φαντασιακό πάνω στο οποίο προβάλλονται οι ηθικές και ιδεολογικές πεποιθήσεις όσων το επικαλούνται· όσο πιο άμορφο είναι, τόσο περισσότερο εξαγνίζεται αφού δεν βαρύνεται ακόμη με αμαρτίες, και συνεπώς τόσο πιο άξιο «υπεράσπισης» καθίσταται με κάθε μέσο. Με αυτό τον τρόπο, επιτρέπεται ηθικά η θυσία της σωματικής αυτονομίας και αυτοδιάθεσης των γυναικών, γιατί έχει κατασκευαστεί ένας σημαντικότερος σκοπός, μία αξία «ανώτερη» από την ίδια, το σώμα της και τη ζωή της. Από απόλυτο και αναφέρεται δικαίωμα, η γυναικεία αυτοδιάθεση μετατρέπεται σε λεπτομέρεια, σε κάτι που επιδέχεται αστερίσκο και χωράει δίπλα του ένα τεράστιο «αλλά», σαν αυτό που εξέφρασε η Μαρία Καρυστιανού όταν ερωτήθηκε σχετικά με τις εκτρώσεις σε συνέντευξή της στο Open, στην εκπομπή του Νίκου Στραβελάκη και της Μίνας Καραμήτρου.
Συγκεκριμένα για το θέμα των αμβλώσεων, η Μαρία Καρυστιανού δήλωσε τα εξής:
«Σέβομαι την ελεύθερη βούληση, είναι πολύ σημαντική και είναι και κατοχυρωμένη και συνταγματικά. Θεωρώ ότι είναι ένα θέμα δημόσιας διαβούλευσης. Ας αποφασίσει λοιπόν η κοινωνία τι θα ήθελε να γίνει. Υπάρχει μια ιδιαιτερότητα στο θέμα των αμβλώσεων γιατί αφορά τα δικαιώματα της γυναίκας -δικό της είναι το σώμα, η αλήθεια είναι αυτή-, αλλά και τα δικαιώματα του εμβρύου. Τώρα εγώ είμαι και παιδίατρος. Επομένως, και λόγω της επιστήμης μου, διχάζομαι στο ποια δικαιώματα θα πρέπει να είναι πιο πάνω, δηλαδή δεν μπορώ να ιεραρχήσω τα δικαιώματα της μητέρας και του εμβρύου. Μια γυναίκα μπορεί να αποφασίσει, βεβαίως, να αποφασίσει για το σώμα της. Το θέμα είναι ότι στην περίπτωση των αμβλώσεων υπάρχει και ένα άλλο ηθικό θέμα, το οποίο για μένα είναι πάρα πολύ σημαντικό. Δεν έχει σημασία τι πιστεύω εγώ ή τι πιστεύετε εσείς. Για αυτό λες στη δημόσια διαβούλευση η πλειοψηφία θα αποφασίσει, ίσως η πλειοψηφία θα έχει μια καλύτερη γνώμη, άποψη, ή εν πάση περιπτώσει είναι πιο δημοκρατικό, γιατί μιλάμε και για μια ζωή που μόλις γεννάται. Σας λέω ότι η επιστήμη μου με έχει βάλει σε μια θέση να τα βλέπω τα πράγματα, φροντίζοντας και τη ζωή που έχει μόλις δημιουργηθεί. Δεν μπορώ να τα ξεχωρίσω αυτά τα πράγματα. Κατανοώντας πλήρως και το δικαίωμα της γυναίκας να αποφασίσει αν θέλει την τεκνοποίηση ή όχι. Από τη στιγμή που ξεκινά από τους τρεις μήνες να χτυπάει η καρδιά ενός παιδιού, θεωρείται μια ζωή που έχει δημιουργηθεί. Και μετά από κάποιες εβδομάδες τα μωρά, ακόμη και αυτά που βγαίνουν με καισαρική για διάφορους ιατρικούς λόγους, πάτε να δείτε στις μονάδες θεραπείας νεογνών, επιβιώνουν. Είναι βιώσιμα τα μωρά. Θέματα τα οποία μπορεί να αφορούν το πώς θέλουμε να λειτουργεί η κοινωνία μας είναι για μένα ένα θέμα που μπορεί να λύνεται με δημόσια διαβούλευση. Όχι το συγκεκριμένο, γενικότερα».
Γιατί αξίζει να ασχοληθούμε με τη συγκεκριμένη άποψη της κ. Καρυστιανού;
Επειδή, έχοντας ανακοινώσει την ίδρυση ενός κόμματος βγαλμένου από τα σπλάχνα του κινήματος των Τεμπών, πλέον δεν εμφανίζεται απλώς ως μια μάνα που διεκδικεί δικαίωση, αλλά ως πολιτικό πρόσωπο. Ως τέτοιο, δεν μπορεί να απολαμβάνει την «ασυλία» που είχε ως συγγενής θύματος, αν και λόγω της δυναμικής της παρουσίας πολεμήθηκε και υπό αυτή της την ιδιότητα. Συνεπώς, ως ανερχόμενο πολιτικό πρόσωπο, σε μία από τις πρώτες της συνεντεύξεις, είναι εξαιρετικά «βαρύ» να παρουσιάζει τις αμβλώσεις ως ζήτημα δημόσιας διαβούλευσης, χρησιμοποιώντας μεταξύ άλλων και την επιστημονική της ιδιότητα για να αιτιολογήσει τη θέση της.
Η Μαρία Καρυστιανού δεν είναι η μοναδική που έχει τοποθετηθεί δημόσια κατά των εκτρώσεων, αφού πλέον τα μέσα μαζικής ενημέρωσης κρίνουν χρήσιμο να ρωτούν επί του θέματος οποιονδήποτε τυγχάνει να στέκεται από την άλλη πλευρά των μικροφώνων τους. Είναι όμως ξεκάθαρο ότι ως πολιτικό πρόσωπο θα κληθεί να απαντήσει σε μία σειρά θεμάτων για τα οποία μέχρι σήμερα δεν είχε την ευθύνη να πάρει θέση. Δεν έχει πλέον την επιλογή να ορίσει εκείνη την ατζέντα, αφού πια δεν μιλά δημόσια μόνο για να καταγγείλει την ασυδοσία της δικαιοσύνης στο νομικό χειρισμό της υπόθεσης των Τεμπών, αλλά για να παρουσιάσει ένα όραμα διακυβέρνησης. Ως πολιτικό πρόσωπο συνεπώς, είναι λογικό να αναμένουμε από εκείνη να τοποθετηθεί πολιτικά και είναι λογικό από εμάς να την αξιολογήσουμε με αυτό τον τρόπο.
Ως πολιτικό πρόσωπο, μάς είπε ότι ναι μεν η αυτοδιάθεση των γυναικών είναι δικαίωμά τους, αλλά ταυτόχρονα ότι θα πρέπει να έχουμε όλοι λόγο σε αυτή. Δεν πρόκειται απλώς περί αντίφασης, αλλά περί αυτοαναίρεσης, όταν παρουσιάζεται ως «δημοκρατική» η θέση ότι κουμάντο στο τι θα κάνεις με το σώμα σου θα πρέπει να κάνουν οι εκάστοτε πολλοί.
Η συνέντευξή της στο Open φανέρωσε μια Μαρία Καρυστιανού τόσο απροετοίμαστη για πολιτικά θέματα της επικαιρότητας, εκτός από εκείνα για τα οποία η ίδια ανέμενε ότι θα την αφήσουν να συζητήσει ανενόχλητη, που δεν είναι παράλογο να αναρωτηθούμε εάν άνοιξε τα χαρτιά του πολιτικού της εγχειρήματος οικειοθελώς ή αν αυτό συνέβη εξαιτίας επίμονων διαρροών από πρώην συνεργάτες της. Η μέχρι τώρα εικόνα της, όπως και το συνολικότερο timing, δεν δικαιολογούν μια συνειδητή απόφαση ανακοίνωσης κόμματος, αφού θα περίμενε κανείς μια πιο δυναμική είσοδο στην πολιτική σκηνή, με ξεκάθαρες κομματικές θέσεις, με κατασταλαγμένους συνεργάτες, με προσεγμένες τηλεοπτικές εμφανίσεις που φανερώνουν μια πολιτική προετοιμασία και δεν εκθέτουν την προχειρότητα ορισμένων τοποθετήσεων. Γιατί άλλωστε να ανακοινώσει κόμμα τόσο μακριά από τις εκλογές και να υποστεί αχρείαστη πολιτική φθορά που ένα μεγάλο μέρος της πολιτικής σκηνής περιμένει εδώ και καιρό να της προξενήσει;
Και πώς είναι δυνατόν να μην απογοητεύσει μια τέτοια δήλωση, όταν προέρχεται από μία γυναίκα που έγινε σύμβολο διεκδίκησης της δικαιοσύνης; Ακόμη περισσότερο, πώς γίνεται να μην εξοργίσει στη συνέχεια η απάντησή της στις αντιδράσεις που ακολούθησαν τη δήλωση, σύμφωνα με την οποία «διαστρεβλώθηκαν» αυτά ακριβώς που είπε, με τις λέξεις που η ίδια χρησιμοποίησε; Πώς γίνεται να μην μας αδειάσει το πολιτικό gaslighting που επιχείρησε να μας κάνει πριν καν μάθουμε το όνομα του κόμματός της;
Έχω την αίσθηση ότι μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων δεν απογοητεύθηκε απλώς από τη συγκεκριμένη θέση της κ. Καρυστιανού, αλλά επειδή άρχισε να διαισθάνεται ότι η ίδια είναι «λίγη» μπροστά στον τιτάνιο σκοπό της. Όσες και όσοι σκόπευαν να την ψηφίσουν, στη συνέντευξή της στο Open δεν είδαν μόνο μία Μαρία Καρυστιανού διαφορετική από εκείνη που έπλασαν στο φαντασιακό τους, αλλά ίσως και μία Μαρία Καρυστιανού που μάλλον δεν είναι αρκετή για να φέρει την πολυπόθητη δικαιοσύνη για το έγκλημα των Τεμπών.
Το διακύβευμα είναι πολύ μεγάλο, καθώς η ύπαρξη του κόμματός της βασίζεται ολοκληρωτικά στην υπόθεση των Τεμπών. Το πολιτικό της εγχείρημα, σύμφωνα με την ίδια, προέκυψε ως λογική συνέχεια της προηγούμενής της δράσης, αφού εκείνη πείσθηκε ότι μόνο μέσω της ενασχόλησής της με τα κοινά έχει μια πιθανότητα να φέρει δικαίωση, χωρίς ποτέ να γίνεται σαφές πώς την ορίζει.
Όμως πλέον έχουμε ανέβει πίστα. Δεν αρκούν η αντιπολίτευση στον Μητσοτάκη και η επίκληση σε αφηρημένες έννοιες όπως το «κράτος δικαίου» και η «κάθαρση», γιατί πλέον δεν επιδιώκει απλώς να μας τονώσει ηθικά και να μας ευαισθητοποιήσει για όσα έχουν συμβεί, αλλά να διεκδικήσει την ψήφο μας και τη διαχείριση του μέλλοντός μας. Και ως προς αυτό, είναι παντελώς άγνωστο στο ευρύ κοινό τι ακριβώς πρεσβεύει. Εκπλήσσομαι που εκπλήσσεται με την εύλογη περιέργειά μας να καταλάβουμε ποιες είναι οι πολιτικές της θέσεις, περιμένοντας ότι θα έχει το πεδίο ελεύθερο για να ασκεί τη δική της μικροπολιτική χωρίς να λογοδοτεί ως πολιτικό πρόσωπο, κάνοντας αυτό που ο Κωνσταντίνος Πουλής εύστοχα χαρακτήρισε ως «άρνηση της πολιτικής».
Το κίνημα των Τεμπών δεν διαθέτει συνεκτικό ιδεολογικό πυρήνα και εως εκ τούτου είναι εκ των πραγμάτων προσωποπαγές. Η προσωπική φθορά της κ. Καρυστιανού, που με την είσοδό της στην πολιτική είναι μονόδρομος, θα αποτελέσει συνάμα φθορά για το κίνημα στο σύνολό του. Ταυτίζοντας το κόμμα της με τη διεκδίκηση δικαιοσύνης για το έγκλημα των Τεμπών, κατά μία έννοια θέτει σε κοινή μοίρα την αποτυχία του ενός εξαιτίας μιας πιθανής αποτυχίας του άλλου.
Η μονοθεματική αφετηρία του πολιτικού εγχειρήματος της κ. Καρυστιανού προϊδεάζει για ένα κόμμα αντικαθεστωτικό και όχι αντισυστημικό. Η «κάθαρση» που ευαγγελίζεται μάλλον προορίζεται να γίνει σε επίπεδο προσώπων, όχι σε επίπεδο ουσίας. Χρησιμοποιεί λεξιλόγιο ιδεολογικά φορτισμένο την ίδια στιγμή που ισχυρίζεται ότι δεν πρόσκειται σε κάποια ιδεολογία, κι αυτό την καθιστά απρόβλεπτη στην καλύτερη περίπτωση, και συνεπώς πολιτικά αναξιόπιστη.
Αναμένουμε με αμείωτο ενδιαφέρον να δούμε εάν, στην ανακοίνωση των θέσεων του κόμματός της, θα μιλήσει για τα συστημικά ζητήματα που οδήγησαν στον έγκλημα των Τεμπών, και ποιες είναι οι περιβόητες λύσεις που θα προτείνει. Αυτό θα μας πει ό,τι χρειάζεται να γνωρίζουμε για την πολιτική της πυξίδα.
Τα σχόλια είναι προσβάσιμα μόνο στα μέλη της Womanlandia. Για να γίνετε μέλος, πατήστε εδώ.
