«Είμαι εδώ σήμερα όχι μόνο για την Κυριακή. Είμαι εδώ ως μάνα γιατί ξέρω πώς είναι να ακούς το παιδί σου μέσα από ένα ηχητικό να ζητάει βοήθεια κι οι γύρω της να σφυρίζουν αδιάφορα. Ξέρω πώς είναι σαν μάνα να ακούς το παιδί σου να κραυγάζει», είπε στο Σύνταγμα από το βήμα της διαδήλωσης για τα Τέμπη η Δέσποινα Καλλέα, μητέρα της Κυριακής Γρίβα από το Αγρίνιο. «Την Κυριακή, για όσους μπόρεσαν να ξεχάσουν, τη γνωρίσατε μέσα από ένα ηχητικό που έλεγε “χάνομαι” και την απάντηση “τα περιπολικά δεν είναι ταξί”. Τη γνωρίσατε, την αγαπήσατε και σας ευχαριστώ πάρα πολύ γι’ αυτό».

Η Δέσποινα Καλλέα απευθύνθηκε στο πλήθος με φωνή τσακισμένη και με λόγια απλά μίλησε για το πένθος εκείνων που μένουν πίσω. «Σαν μάνα ξέρω πώς είναι να πνίγεις τις κραυγές σου σε ένα μαξιλάρι για να μη σ’ ακούσουν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας», είπε. Μετά από κάθε δυστύχημα, κάθε γυναικοκτονία, κάθε ομοφοβική επίθεση και ρατσιστικό έγκλημα, εκτός από τα θύματα που είναι οι βασικές πρωταγωνίστριες, υπάρχουν πάντα εκείνες που αναμετρώνται καθημερινά με τη συντριβή και καλούνται να διαχειριστούν αυτό που συνέβη στα αγαπημένα τους πρόσωπα, αλλά και στις ίδιες. Τους γονείς που αναγκάζονται να ακούνε τα παιδιά τους να αργοπεθαίνουν σε ηχητικά τους ενώνει η ίδια πολιτική οργή απέναντι σε ένα κράτος που εγκληματικά αδιαφορεί για τις ζωές των πολιτών του.

Το ίδιο το κράτος, άλλωστε, προσέφερε την πιο γελοία ψυχολογική υποστήριξη στους επιζώντες των Τεμπών και τους συγγενείς τους: «Μέσα στα μέτρα στήριξης που έβγαλε η κυβέρνηση για τους συγγενείς των θυμάτων, ήταν η ψυχολογική υποστήριξη που ήταν και το μόνο που με ενδιέφερε. Πήρα λοιπόν τηλέφωνο για να ακούσω αρχικά ένα αυτοματοποιημένο μήνυμα που έλεγε: “Αν έχεις χάσει δικό σου άνθρωπο στο τρένο, πάτα το 1. Αν ήσουν μέσα στο τρένο, πάτα το 2. Αν είσαι τραυματίας πάτα το 3, κ.λπ.”. Ήδη ένιωθα άβολα με αυτό που άκουγα. Κάποια στιγμή το σήκωσε μια κυρία που με ενημέρωσε ότι η συγκεκριμένη “βοήθεια” απ’ το κράτος είναι τηλεφωνική, πως αφορά εφτά συνεδρίες και αν κρίνουν ότι υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη θα δοθούν άλλες τρεις και πως κάθε φορά θα μιλάω με κάποιον διαφορετικό ειδικό που θα είναι εκείνη τη στιγμή διαθέσιμος», λέει στη Χρύσα Λύκου o Θοδωρής Ελευθεριάδης, που έχασε τη μητέρα του Μαρία Εγούτ στο δυστύχημα.

Οι γονείς, ειδικά οι μαμάδες, νεκρών σε πολύκροτες και άκρως πολιτικές υποθέσεις βρίσκουν η μία την άλλη. Είδαμε τη Μάγδα Φύσσα στο πλευρό της Ελένης Κωστοπούλου, της Μαρίας Καρυστιανού και της Κούλας Αρμουτίδου, και αντίστροφα. Μέσα από την παράσταση της Μάρθας Μπουζιούρη «Pietà», μάθαμε πώς οι μαμάδες θυμάτων γυναικοκτονίας πλησίασαν η μία την άλλη και σταδιακά δημιούργησαν μία αλυσίδα υποστήριξης που κανείς άλλος δεν μπορεί να τους προσφέρει, γιατί κανείς άλλος δεν έχει ζήσει τη γυναικοκτονία ως απώλεια μέσα από το φακό των ΜΜΕ.

«Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι αναζήτησαν πολύ οργανικά η μία την άλλη, γιατί κανείς δεν μπορεί να καταλάβει αυτό που περνούν, παρά μια άλλη μαμά» μου είχε πει τότε η Μάρθα στη συζήτησή μας. «Υπάρχει αυτή η ιδιαιτερότητα ότι βιώνουν την πιο ακραία τραυματική εμπειρία αυτές οι μαμάδες και την ίδια στιγμή το τραύμα τους είναι συλλογικό, και αυτό έχει και μια καλή και μια κακή απόχρωση. Η κακή είναι το πώς μπορεί να κανιβαλιστεί η νεκρή post mortem, όλο αυτό το victim blaming που ακολουθεί, η επώδυνη διαδικασία των δικών, όλη αυτή η δημοσιότητα. Υπάρχει αυτή η διάσταση του κοινωνικού, του δημόσιου, και υπάρχει και το συλλογικό πένθος με την έννοια της αλληλεγγύης και της αλληλοφροντίδας, το οποίο είναι κάπως παρηγορητικό. Δηλαδή, το βίωμα αυτών των μαμάδων, χωρίς καθόλου να εξισώνω οτιδήποτε έχει να κάνει με το τραύμα τους, αλλά με έναν τρόπο έχει περάσει σε εμάς, εννοώ ως γυναίκες. Δηλαδή το κουβαλάμε, κουβαλάμε τις γυναίκες που προϋπήρξαν, τις γυναίκες που δεν είναι ανάμεσά μας πια και τη δυνητικότητα του παρόντος και του μέλλοντος. Αυτή η δυνητικότητα είναι τρομακτική από τη μία, ξέρεις, αυτή η ανασφάλεια, αυτός ο φόβος, αυτή η αναλωσιμότητα, και την ίδια στιγμή λες ότι έχει κι έναν ενδυναμωτικό χαρακτήρα, γιατί δεν μπορείς να το αφήσεις εκεί και να συνεχίσεις να μετράς, να λες ‘να και μια επόμενη που δεν ήμουν εγώ’. Οπότε, κάπως υπάρχει μεγάλη συζήτηση σε αυτά τα δύο όρια μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού».

Όμως, πρέπει να μιλήσουμε επίσης για τον ελέφαντα στο δωμάτιο.

Ακούγοντας τη Δέσποινα Καλλέα να τοποθετείται «ως μάνα», ένιωσα αρχικά ένα δυσάρεστο συναίσθημα που δε μπορούσα να προσδιορίσω. Έχω την αίσθηση ότι συλλογικά μάς ενοχλεί όταν οι γυναίκες μιλούν ως μάνες. Η σχέση μεταξύ φεμινισμού και μητρότητας παραμένει μέχρι και σήμερα μια σχέση αμηχανίας. Η εύλογη προσπάθεια απο-ιεροποίησης της μητρότητας από το φεμινισμό έχει ως ένα βαθμό οδηγήσει σε αδιαφορία για τα πρακτικά ζητήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι μαμάδες, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που γυναίκες δηλώνουν πως έχουν εισπράξει απόρριψη, άμεσα ή έμμεσα, από φεμινιστικές ομάδες όταν αναφέρουν στη συζήτηση ζητήματα μητρότητας.

Η μητρότητα, εκτός από μία πραγματικότητα υλική, δηλαδή βιολογική, ταξική και πρακτική, ενέχει πολιτικά διακυβεύματα. Ο λόγος κάποιας που μιλά με την ιδιότητα της μητέρας δεν θα έπρεπε να υποβαθμίζεται επειδή εκκινεί από αυτή την αφετηρία, δηλαδή οφείλουμε να τον λάβουμε υπόψη και να τον αξιολογήσουμε όπως κάθε άλλο. Όταν μια μάνα θύματος μας κάνει να αισθανόμαστε αμήχανα επειδή τοποθετείται δημόσια με αυτή την ιδιότητα, οφείλουμε πρώτα να εξετάσουμε τι είναι αυτό μέσα μας που ενοχλείται.

Φωτογραφία εξωφύλλου: Δέσποινα Καλλέα, μητέρα της Κυριακής Γρίβα (ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/EUROKINISSI) & πλήθος από την απεργιακή συγκέντρωση στην πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα για τα Τέμπη στις 28/2/2025. (ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI).

Τα σχόλια είναι προσβάσιμα μόνο στα μέλη της Womanlandia. Για να γίνετε μέλος, πατήστε εδώ.