Spoiler για την ταινία Materialists (με τον ελληνικό τίτλο Ταιριάζουμε;)

Η Λούσι (Ντακότα Τζόνσον) είναι μια φιλόδοξη 30άρα που ζει στη Νέα Υόρκη και χρυσοπληρώνεται ως matchmaker. Αν έχετε δει την ταινία στο Cine Πολεμικό Μουσείο, την γνωρίσατε μέσα από τους υπότιτλους ως προξενήτρα, ενώ αν την παρακολουθήσατε στην Αίγλη Ζαππείου, τότε την μάθατε ως σύμβουλο γνωριμιών. Πρακτικά, δουλεύει σε ένα γραφείο συνοικεσίων που περιπαθώς πλοηγείται στον περίπλοκο κόσμο του σύγχρονου dating για λογαριασμό των πελατών του. Μέσω της δουλειάς της, γνωρίζει τον Χάρι (Πέδρο Πασκάλ), που από κάθε άποψη είναι ο τέλειος σύντροφος, με τον οποίο όμως δεν είναι ερωτευμένη. Τα πράγματα περιπλέκονται για τη Λούσι όταν την ίδια περίοδο μπαίνει ξανά στη ζωή της ο φτωχομπατήρης πρώην της Τζον (Κρις Έβανς), για τον οποίο φαίνεται ότι τρέφει ακόμη συναισθήματα. Ένα ερωτικό τρίγωνο σχηματίζεται και το δίλημμα πρέπει να απαντηθεί.

Ψυχρές τρυφερότητες: Το σύγχρονο dating μοιάζει περισσότερο με οικονομική συναλλαγή παρά με ρομαντική αναζήτηση

Γνωρίζουμε τη Λούσι εν δράσει και τη βλέπουμε μαχητική, σπιρτόζα, πράα, αποστασιοποιημένη και αποφασισμένη να δώσει στις πελάτισσές της αυτό ακριβώς που θέλουν, όσο επιφανειακό, παράλογο ή αποκομμένο από την πραγματικότητα κι αν είναι. Η δουλειά της μοιάζει με Tinder πολυτελείας, γιατί ως προξενήτρα είναι curator μεταξύ των πιθανών ζευγαριών, μάλιστα στην αρχή της ταινίας την βλέπουμε να στρατολογεί στον δρόμο έναν άντρα ως υποψήφιο γαμπρό, επειδή απλά της φάνηκε εμφανίσιμος.

Βοηθά τις πελάτισσές της να εξερευνήσουν τον δύσκολο κόσμο του dating με τα εργαλεία μιας μεσίτριας και ενός ιατροδικαστή: ηλικία, ύψος, σωματότυπος, προσωπικότητα, καριέρα, εισόδημα και περιουσιακή κατάσταση, «μη διαπραγματεύσιμα χαρακτηριστικά», ντύσιμο, κάπνισμα, θρησκεία, βίτσια, κοινωνικές συνθήκες και κάθε ιδιαίτερη και εξειδικευμένη προτίμηση μετατρέπονται σε κουτάκια ενός προσωπικού προφίλ που σχεδόν αυτόματα και μαθηματικά, δηλαδή «αντικειμενικά», υπολογίζουν τη ρομαντική συμβατότητα μεταξύ δύο ανθρώπων. Η έμφαση δίνεται σε επιφανειακά υλικά αγαθά και όχι στην ποιότητα του χαρακτήρα ή τη συμπεριφορά.

Οι αισθητικές επεμβάσεις χαρακτηρίζονται με φυσικότητα «επενδύσεις» που αυξάνουν την ελκυστικότητα ενός ανθρώπου, λες και πρόκειται για ανακαίνιση διαμερίσματος που ανεβάζει την αγοραστική του αξία. Οι διαθέσιμες επιλογές των ανθρώπων δεν αποτελούν «χώρο», «σκηνή» ή έστω «dating pool», αλλά «αγορά». Η επιλογή ενός συντρόφου γίνεται με επιχειρηματικούς όρους αγοράς και κοινωνικού δαρβινισμού που εγγυόνται την συμβατότητα μεταξύ ενός ζευγαριού. Ο γάμος είναι μία οικονομική συμφωνία, μία απόφαση που εξισορροπεί την αξία και το προσωπικό όφελος αμφότερων των συμβαλλόμενων.

Εντός αυτού του σκηνικού, ένας άντρας σαν τον Χάρι «τσεκάρει όλα τα κουτάκια». Εκτός από την οικονομική του επιφάνεια και το κοινωνικό του στάτους, ο Χάρι είναι ψηλός, εμφανίσιμος, ευγενικός, γοητευτικός, με γούστο, κοινωνικά επιδέξιος και τρυφερός. Είναι αυτό που στην κουλτούρα του σύγχρονου προξενιού ονομάζεται μονόκερος, ένα σπάνιο δείγμα ανδρός που κάνει τις ετεροφυλόφιλες γυναίκες να μην χάνουν κάθε ελπίδα για τον έρωτα και τις σχέσεις. Για τον ίδιο, βέβαια, ο έρωτας είναι το πιο δύσκολο πράγμα του κόσμου, σαν μια έλλειψη που ειρωνικά ισοσταθμίζει τα πλούτη του.

Ο Χάρι διεκδικεί τη Λούσι, βγάζοντάς τη ραντεβού σε πανάκριβα εστιατόρια, αγοράζοντάς της λουλούδια, φτιάχνοντάς της πρωινό, δίνοντάς της το κλειδί του σπιτιού του, κανονίζοντας ταξίδια στα μέρη που εκείνη πάντοτε ήθελε να δει. Η Λούσι αδυνατεί να καταλάβει γιατί ο μονόκερος Χάρι επιμένει να ασχολείται «με κάποια σαν εκείνη», όταν θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε. Βάζοντας κάτω τα υλικά προσόντα του Χάρι, τα επενδυτικά αγαθά του δηλαδή, εξηγεί ότι the math isn’t mathing, ότι εκείνη είναι κατώτερη των περιστάσεων, και ότι ο Χάρι χαραμίζεται μαζί της. Η λογική του νυφοπάζαρου υπαγορεύει πως αν εκείνος τα φτιάξει με μία 25άρα σήμερα, σε δέκα χρόνια η γυναίκα αυτή θα έχει την τωρινή νιότη της Λούσι, διαρκώντας περισσότερο για εκείνον δηλαδή, και έχοντας μπροστά της περισσότερο καιρό για τεκνοποίηση. «Δεδομένης της θέσης σου στην αγορά, και δεδομένης της δικής μου, δεν είμαι κάποια που παντρεύεσαι. Είμαι κάποια με την οποία επιστρέφεις σπίτι μία φορά και μετά δεν ξαναπαίρνεις τηλέφωνο».

Ο Χάρι δεν βλέπει τη Λούσι με όρους συναισθηματικούς. Δεν είναι δηλαδή ο ρομαντικός αντίθετος πόλος στα μαθηματικά της, απεναντίας η οπτική τους για τις ρομαντικές σχέσεις είναι εξαιρετικά ταιριαστή. Ο Χάρι ζει στον ίδιο κόσμο που αντιλαμβάνεται τις σχέσεις ως οικονομικές συναλλαγές, ως επενδύσεις που στο μέλλον θα του φέρουν απόδοση. Η διαφορά τους είναι πως εκεί που η Λούσι βλέπει με το πέρασμα των χρόνων την ομορφιά, την γονιμότητα και την αξία της να πέφτουν, ο Χάρι βλέπει μια επένδυση που αποδίδει καρπούς σε πνευματικό επίπεδο. «Δεν θα έβγαινα μαζί σου αν δεν έβλεπα αξία» της εξηγεί. Συνεπώς, δεν τίθεται το ερώτημα του εάν η μια σχέση αποτελεί επένδυση, αλλά με ποιο τρόπο η επένδυση αυτή μπορεί να μεγιστοποιήσει την κερδοφορία της.

Δηλαδή, ο Χάρι δεν αμφισβητεί τον πυρήνα της λογικής της, απλώς, ως κάποιος που εργάζεται στα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια, γνωρίζει πώς να επενδύει εξυπνότερα από τον μέσο όρο, στοχεύοντας μακροπρόθεσμα: «Δεν ψάχνω για το πιο όμορφο, το πιο γλυκό πλουσιοκόριτσο που θα με θέλει πίσω. Ψάχνω για κάποια που καταλαβαίνει το παιχνίδι, πώς λειτουργεί ο κόσμος. Ψάχνω για κάποια που σέβομαι και εμπιστεύομαι. Κάποια που ξέρει περισσότερα από μένα. Δεν θέλω να είμαι μαζί σου για τα υλικά σου αγαθά, αν και πιστεύω ότι τα υποτιμάς σε μεγάλο βαθμό. Τα υλικά αγαθά είναι φτηνά, δεν κρατάνε. Θέλω να είμαι μαζί σου για τα άυλα αγαθά σου. Αυτά είναι καλές επενδύσεις. Δεν φθείρονται, μόνο ακονίζονται. Εκτός αυτού, έχω αρκετά υλικά αγαθά και για τους δυο μας».

Η αντίθεση στη Λούσι και τον Χάρι εκφράζεται στην ταινία μέσα από τον Τζον, σε πρακτικό και ιδεολογικό επίπεδο. Με καθαρά οικονομικούς όρους, ο Τζον δεν μπορεί να προσφέρει ως σύντροφος της Λούσι τίποτε παρά γκρίνια για είκοσι δολάρια την ημέρα της επετείου τους. Ιδεολογικά, συμβολίζει αφ’ ενός τον παράλογο έρωτα που δεν ενδιαφέρεται για υλικές εξασφαλίσεις, αφ’ ετέρου το καλό παιδί που δεν έχει τίποτε άλλο να δώσει πέρα από την καρδιά του. Η οπτική του για τις ρομαντικές σχέσεις αμφισβητεί από την πρώτη στιγμή τον τρόπο που η Λούσι βλέπει τα πράγματα. «Ώστε είναι τόσο απλό, ε;» τη ρωτάει.

Στην πρώτη πράξη του, το Materialists διατηρεί το ενδιαφέρον επειδή αποτυπώνει πολύ εύστοχα και παραστατικά, σχεδόν λυτρωτικά, την κουλτούρα των σύγχρονων σχέσεων, ακόμη κι αν τη βλέπουμε μέσα από τις ζωές μιας ταξικής ελίτ.

Η πατριαρχία ως διακόπτης που ανοιγοκλείνει κατά παραγγελία

Ενώ το Materialists σκιαγραφεί με τρόπο αιχμηρό το νεοφιλελεύθερο πνεύμα του σύγχρονου dating, φαίνεται να αγνοεί πλήρως ότι εξακολουθούμε να ζούμε στην πατριαρχία. Μία αμιγώς οικονομική ανάλυση των ερωτικών σχέσεων δεν προσφέρει κάποια επαρκή εξήγηση της κατανομής των στερεοτύπων ανάμεσα στα φύλα, και του πώς, ακόμη και με οικονομικούς όρους, οι ρόλοι αυτοί επωφελούν περισσότερο τους άντρες και ενισχύουν την εκμετάλλευση και καταπίεση των γυναικών. Η ταξική θέση των χαρακτήρων της ταινίας προσφέρει ένα βολικό πάτημα ώστε οι δυναμικές στις ετεροφυλόφιλες ερωτικές σχέσεις να συσκοτισθούν, αφού το άμεσο πρακτικό ζητούμενο των δουλειών του σπιτιού και της ανατροφής των παιδιών μπορεί να «επιλυθεί» στο παρασκήνιο χρηματικά, από ανώνυμες φτωχότερες γυναίκες. Οι συμβιβασμοί που καλούνται να κάνουν οι άντρες και οι γυναίκες στις ερωτικές τους σχέσεις στην ταινία εξισώνονται.

Ενώ το πελατολόγιο της Λούσι αποτελείται κυρίως από γυναίκες, και ως κοινό παρακολουθούμε την ιστορία μέσα από τη δική της οπτική, το Materialists δεν λαμβάνει υπόψη του ούτε την πιο τετριμμένα αναγνωρισμένη εκδοχή της γυναικείας εμπειρίας, ούτε έχει να προσφέρει κάποια βαθυστόχαστη εναλλακτική. Δεν υπάρχει ούτε μία γυναίκα σε ολόκληρη την ταινία που να αμφισβητεί τον γάμο ως πιθανό μέλλον για την ίδια, ούτε καν η Λούσι που αρχικά απέχει από το dating. Οι πελάτισσες αγχώνονται εμμονικά με τον γάμο τους, και οι προξενήτρες αγχώνονται εμμονικά για τον γάμο των πελατισσών τους, γιατί οι ίδιες αποκομίζουν προμήθεια και κύρος στην εταιρεία τους. Οι επιθυμίες των περισσότερων γυναικών παρουσιάζονται χαριτωμένα ως επιφανειακές και παράλογες, ενώ δεν φαίνεται να διαθέτουν άλλη κοινωνική ζωή ή κοντινές φίλες. Ακόμη και η Σόφι (Ζόι Γουίντερς), που αποτελεί το παράδειγμα της καλής και μετριοπαθούς πελάτισσας στην ταινία, εκδηλώνει δυσανάλογη ένταση και πικρία μετά από ένα αποτυχημένο πρώτο ραντεβού.

Μοναδική εξαίρεση σε όλα τα παραπάνω αποτελεί το περιστατικό της σεξουαλικής κακοποίησης της Σόφι σε ένα από τα ραντεβού που της κανόνισε η Λούσι. Το περιστατικό αυτό προξενεί υπαρξιακό πανικό στη Λούσι, η οποία συμπεριφέρεται λες και άκουσε για πρώτη φορά στη ζωή της ότι οι γυναίκες μπορεί να κινδυνεύσουν όταν βγουν ένα απλό ραντεβού, ενώ δεν φαίνεται να γίνεται από το γραφείο της κάποιος έλεγχος για την ασφάλεια των εμπλεκόμενων μερών. Η ίδια αισθάνεται άσχημα απέναντι στη Σόφι, αλλά κυρίως η αυτοπεποίθησή της κλονίζεται και αρχίζει να αμφισβητεί της ικανότητές της ως σύμβουλος γνωριμιών.

Ενδιαφέρον προξενεί το γεγονός πως η μοναδική στιγμή που η ταινία αναγνωρίζει την πατριαρχική πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν ειδικά οι γυναίκες προκύπτει εργαλειακά. Το συμβάν αυτό επιτελεί έναν σεναριακό σκοπό, καθώς είναι ένα τέχνασμα που προχωράει την πλοκή σε δύο σημεία της ταινίας. Αρχικά, ως συνέπειά του, η κοσμοθεωρία της Λούσι για τις σχέσεις φαίνεται να κλονίζεται, και η ίδια γίνεται εξαιρετικά κυνική απέναντι στη δουλειά της. Δεν γίνεται σαφές τι μαθήματα αποκομίζει ακριβώς από αυτό που συνέβη στη Σόφι, και σίγουρα αυτά δεν επικεντρώνονται στο καθαυτό συμβάν, αφού ακόμη κι όταν τη συναντά στο δρόμο για να της ζητήσει συγγνώμη, το μόνο που έχει να της πει είναι πως ο κακοποιητής της «τσέκαρε πολλά από τα κουτάκια της».

Στη συνέχεια, είναι η δεύτερη παρενόχληση της Σόφι από τον ίδιο άντρα που διακόπτει την ένταση μεταξύ της Λούσι και του Τζον στην πιο σημαντική σκηνή της ταινίας, και την αναγκάζει να επιστρέψει στο Μανχάταν για να τη βοηθήσει. Ο Τζον και η Λούσι, συζητώντας για τη συμβατότητά τους φτάνουν σε ένα μεγάλο αδιέξοδο για το μέλλον της σχέσης τους, από το οποίο δεν βγαίνουν οργανικά κατόπιν επίλυσής του, αλλά εξαιτίας ενός εξωγενούς συμβάντος. Είναι η συστηματική παρενόχληση της Σόφι που αποσπά το ζευγάρι από τα logistics της πιθανής κοινής τους ζωής, που μάλιστα το είχαν οδηγήσει στον αρχικό χωρισμό του.

Ακόμη κι όταν σχολιάζει την εμπορευματοποίηση των σχέσεων, το Materialists ξεχνά ότι για εκατομμύρια γυναίκες ο γάμος ήταν ανέκαθεν μία οικονομική συμφωνία, απλώς μέχρι πολύ πρόσφατα στη δυτική Ιστορία οι ίδιες ήταν κυριολεκτικά το συνάλλαγμα, και όχι οι συναλλασσόμενες. Η παράθεση στην αρχή και το τέλος της ταινίας των Πρώτων Ανθρώπων, που παντρεύτηκαν από αγάπη, δεν είναι τίποτε περισσότερο από μία προϊστορική φαντασίωση που προωθεί την ιδέα ότι ο γάμος από αγάπη ήταν κάποτε ένα υπαρκτό αγνό ιδανικό που έχει μολυνθεί από τον σύγχρονο τρόπο ζωής. Μπορούμε συνεπώς εύλογα μαντέψουμε πως η απάντηση της ταινίας στο δίλημμα της Λούσι δεν είναι άλλη από την επιστροφή σε αυτό το ιδανικό της αγάπης.

Το μέλλον απ’ το παρελθόν: Η κούφια υπόσταση της αγάπης

Ένα σεβαστό μέρος του Materialists αφιερώνεται στο χτίσιμο ενός συμπαθητικού πορτραίτου για τον Χάρι, ώστε να είναι σαφές ότι η Λούσι εγκατέλειψε συνειδητά το μέλλον της με έναν άντρα που ήταν απ’ όλες τις απόψεις ανεπανάληπτος, μόνο και μόνο επειδή δεν τον αγαπούσε. Αυτό από μόνο του μπορεί να θεωρηθεί μέχρι και ενδυναμωτικό, όμως έχει ως αποτέλεσμα το κοινό να μην διαθέτει τον ίδιο χρόνο για να γνωρίσει και να συμπαθήσει τον Τζον.

Δεν γνωρίζουμε πολλά για τον Τζον, πέραν του ότι είναι είναι ένα φτωχό αριστερό παιδί της εργατικής τάξης που φιλοδοξεί να γίνει ηθοποιός, ότι είναι λιγάκι οξύθυμος, πράγμα που αποδίδεται στη φτώχεια του, και ότι αγαπά τη Λούσι. Δεν μαθαίνουμε γιατί αγαπά τη Λούσι, γιατί η Λούσι αγαπά εκείνον ή για την ποιότητα της σχέσης τους πριν τον χωρισμό τους. Ξέρουμε μονάχα ότι η Λούσι τον χώρισε επειδή ήταν φτωχός, και επειδή η οικονομική του κατάσταση δημιουργούσε μια σχέση με αδιέξοδα και εντάσεις και έναν τρόπο ζωής που δεν ταίριαζε στη Λούσι.

Ακόμη κι αν δεν υπάρχει κινηματογραφικός χρόνος ώστε πειστικά να ζήσουμε τον έρωτα του ζευγαριού μέσα από flashback, η σχέση τους πάσχει και στο σήμερα. Όταν η Λούσι μαθαίνει για την σεξουαλική επίθεση που δέχθηκε η Σόφι, ο Τζον είναι μόνος που καταλαβαίνει ότι κάτι τρέχει μαζί της επειδή δεν φαίνεται να είναι καλά. Κι όταν εκείνη του εξηγεί ότι έχει προκύψει ένα πρόβλημα με τη δουλειά της, εκείνος της απαντά με ένα ακούσια κατευναστικό ύφος ότι δεν τρέχει και τίποτα επειδή το dating δεν είναι σοβαρό, πράγμα που εξοργίζει τη Λούσι. Παρ’ ολ’ αυτά, όταν τα πράγματα σκουραίνουν για τη Λούσι, είναι ο πρώτος που θα πάρει τηλέφωνο αναζητώντας συμπαράσταση.

Υπάρχει μια συνεχής ασυνέπεια στη σχέση της Λούσι και του Τζον, γιατί ενώ η ταινία μας λέει ότι αγαπιούνται, αυτό δεν είναι κάτι που μας έχει δείξει. Η αναθέρμανση της φλόγας μεταξύ τους δεν είναι ιδιαίτερα πειστική, πράγμα που κάνει το δίλημμα της Λούσι, και συνεπώς τη βάση ολόκληρης της ταινίας, να καταρρεύσει. Η σχέση τους δεν λειτουργεί ούτε ως ερωτικό τρίγωνο, αφού όσο η Λούσι είναι με τον Χάρι, ο Τζον πρακτικά δεν την διεκδικεί, ενώ η Λούσι δεν χωρίζει τον Χάρι επειδή συνειδητοποιεί ότι αγαπά τον Τζον, αλλά επειδή συνειδητοποιεί ότι δεν αγαπά τον Χάρι. Ο ρομαντισμός μεταξύ της Λούσι και του Τζον έχει περίγραμμα, μα όχι υπόσταση, και η μεταξύ τους αγάπη είναι κούφια, καθώς ντύνεται λεκτικά με ερωτικές εξομολογήσεις αλλά δεν γεμίζει με οποιαδήποτε ουσία.

Στο τέλος, κανείς τους δεν εξελίσσεται ως χαρακτήρας, κανείς τους δεν αλλάζει: ο Τζον τής λέει ότι το μόνο που έχει να της δώσει είναι η αγάπη του. Η Λούσι, που είχε απόλυτα θεμιτούς λόγους για να τον χωρίσει εξ αρχής, αυτή τη φορά συμβιβάζεται, όμως, για λόγους που δεν προσδιορίζονται στην ταινία, η απόφασή της αυτή δεν παρουσιάζεται ως συμβιβασμός, αλλά ως νίκη της αγάπης. Είναι άξιο απορίας εάν η Σελίν Σονγκ ειλικρινά θεωρεί ρομαντική τη δήλωση του Τζον ότι δεν θα ξεχάσει πως αγαπά τη Λούσι, όπως έκανε παλιά («θα βάζω κάθε μέρα μια υπενθύμιση στο ημερολόγιο, για να θυμίζω στον εαυτό μου ότι σ’ αγαπώ») ή αν αποτελεί κάποιο ειρωνικό σχόλιο για τα κλισέ των ρομαντικών ταινιών. Μέχρι το τέλος της ταινίας, η Λούσι εξηγεί στον Τζον πως εκείνη στο μυαλό της υπολογίζει το κοινό του μέλλον με μαθηματικές πράξεις, όμως μερικές ώρες αργότερα αυτό μαγικά παύει να ισχύει χωρίς να έχει μεσολαβήσει οποιαδήποτε επεξεργασία. Το αδιέξοδο της Λούσι και του Τζον δεν επιλύεται ποτέ, απλώς προσπερνιέται για χάρη του ρομαντικού happy ending.

Ενώ θα μπορούσαν να εξερευνηθούν οι δυσκολίες που προκύπτουν σε σχέσεις με διαφορετικά εισοδήματα, και ο ρόλος που παίζουν οι υλικές συνθήκες στη διαμόρφωση των σχέσεων και του έρωτα, το ηθικό δίδαγμα του Materialists είναι τελικά πως θα πρέπει να βάλουμε τα στάνταρ μας στην άκρη, επειδή μας αγαπάει ένας άντρας ή επειδή τον αγαπάμε εμείς. Οι λόγοι που η Λούσι χώρισε τον Τζον αρχικά δεν αντιμετωπίζονται από την ταινία ως αξιοσέβαστοι, αλλά παράλογοι, αφού από τη μια στιγμή στην άλλη παύουν να έχουν σημασία για εκείνη. Δυστυχώς, όμως, μερικές φορές μόνη της η αγάπη δεν είναι αρκετή.

Είναι επιτρεπτό για τη Λούσι να αποφασίσει ότι η συμβατότητα από μόνη της ή τα πλούτη δεν είναι αρκετά για να νιώσει γεμάτη, αλλά φαίνεται ότι δεν μπορεί να πει το ίδιο για την αγάπη, ακόμη κι αν σε όλους τους υπόλοιπους τομείς της, αυτή η αγάπη τής κάνει τη ζωή ανυπόφορη. Η αγάπη, ως μια αφηρημένη και απροσδιόριστη έννοια, μετατρέπεται σε ηθικό βούρδουλα για τις γυναίκες και δεν τους επιτρέπει να εξερευνήσουν τις δικές τους επιθυμίες, να ορίσουν τις προδιαγραφές της ζωής τους και να ισοσταθμίσουν εάν τελικά η αγάπη που τους προσφέρεται τούς κάνει καλό. Δεν αποτελεί επαναστατική ιδέα το να αγνοούμε την οικονομική κατάσταση του συντρόφου μας, όταν αυτή –ή περισσότερο ίσως η διαχείρισή της– έχει σοβαρές επιπτώσεις στη μεταξύ μας σχέση και την καθημερινότητά μας. Απεναντίας, από φόβο μη τυχόν θεωρηθούμε επιφανειακές gold diggers ή ελιτίστριες, το όλο ζήτημα ενοχικά μπαίνει κάτω από το χαλάκι και μετατρέπεται σε ταμπού.

Καθώς πρόκειται για ρομαντική κομεντί, φαίνεται πως είναι αδύνατο για τη Λούσι να αποφασίσει πως ούτε ο Χάρι, μα ούτε και ο Τζον είναι αρκετοί για εκείνη, και να καταλήξει μόνη της ή να μπει ξανά στον κόσμο του dating, αυτή τη φορά με μια πιο ανθρώπινη ματιά. Το Materialists απογοητεύει και είναι άξιο ανάλυσης, γιατί ενώ από την πρώτη στιγμή δίνει την εντύπωση πως έχει να πει πολλά και να τοποθετηθεί ουσιαστικά ως ρομαντική ταινία, καταλήγει να μας σερβίρει έναν άνοστο χυλό συμπερασμάτων και ενδιαφερουσών στιγμών. Επιστρέφοντας, λοιπόν, στην αγάπη, το Materialists επιστρέφει στο μηδέν.

Τα σχόλια είναι προσβάσιμα μόνο στα μέλη της Womanlandia. Για να γίνετε μέλος, πατήστε εδώ.