ΤW: σεξουαλική παρενόχληση, απόπειρα βιασμού, περιγραφή βίαιων σκηνών, απειλές, καταδίωξη, πολύ μεγάλο κείμενο

Μέχρι πριν λίγα χρόνια, πίστευα πως δεν θυμάμαι να έχω υποστεί σεξουαλική παρενόχληση πριν τα δεκαεννέα μου.

Δημοτικό

Εκτός βέβαια… από τον γιο κάποιου φίλου κάποιων φίλων των γονιών μου, πέντε χρόνια μεγαλύτερο, όταν ήμουν εννέα ετών κι αυτός δεκατεσσάρων, που προσπαθούσε να με ξαπλώσει κάτω και να με φιλήσει στο στόμα με το ζόρι. Δεν θυμάμαι αν τα κατάφερα να ξεφύγω, αν αντιστάθηκα, αν υπέκυψα. Κάτι σημαίνει μάλλον το ότι δεν θυμάμαι την αντίδρασή μου.

Αυτό που θυμάμαι είναι η αηδία, η ανατριχιαστικά ακριβής αίσθηση που εύχομαι να είχε σβήσει από τη μνήμη μου, η απόλυτη επίγνωση πως αυτό που κάνει αυτός είναι κάτι πολύ κακό.

Ευτυχώς, αν και ανήκα σε μια γενιά που οι ίδιοι οι γονείς μας μας λέγανε πως δεν πρέπει να είμαστε μαρτυριάρηδες, διαισθάνθηκα πως αυτό έπρεπε να το πω. Πως αυτό δεν είχε τίποτα το παιδικό. Δεν ξέρω πώς το ήξερα, απλώς το ήξερα.

Μίλησα στη μητέρα μου, και δεν ξέρω πώς και τι έγινε και ειπώθηκε, αλλά με τη συγκεκριμένη οικογένεια δεν ξανασυναντηθήκαμε ποτέ.

Άραγε, μετράει για σεξουαλική παρενόχληση ο δάσκαλος που με αποκαλούσε αφύσικη και ανώμαλη επειδή δεν ήμουν «υπάκουη», επειδή του αντιμιλούσα κι  επειδή έπαιζα ξύλο με τα αγόρια και μου τόνιζε σε κάθε ευκαιρία πως κανείς δεν θα με αγαπήσει ποτέ και θα μείνω μόνη στη ζωή με τον άθλιο χαρακτήρα που έχω;

Μάλλον όχι. Αλλά τον είχα δει πώς κοίταζε και πώς μιλούσε στις πιο «ανεπτυγμένες» συμμαθήτριές μου. Καταλάβαινα. Πολλά ακούγονταν, τίποτα δεν αποδείχτηκε ποτέ.

Γυμνάσιο – Λύκειο

Μετράνε, ίσως, για σεξουαλική παρενόχληση, τα χουφτώματα συμμαθητών στο γυμνάσιο στα καλά καθούμενα στο διάλειμμα, στις βρύσες εκεί που σκύβαμε να πιούμε νερό, στις σκάλες πάνω στο στριμωξίδι; Τότε πίστευα πως δεν μετράνε, αφού αντιστεκόμουν. Πετούσα πέτρες, έριχνα κλοτσιές, έβριζα και φώναζα. Κάποτε σταμάτησαν, αφού έβγαλα τη φήμη της τρελής.

Σεξουαλική παρενόχληση και grooming συνέχισα να βλέπω παντού γύρω μου: στις συμμαθήτριες που παντρεύτηκαν με παράνομα χαρτιά στα 12, στα 13, στα 14. Σε εκείνες που ήταν σε «σοβαρές σχέσεις» με 25χρονους στα 13 τους – μερικές με τις ευλογίες των γονιών τους αρκεί να κατέληγε σε αρραβώνα, άλλες με φόβο να τις σπάσουν στο ξύλο αν τις έπαιρνε κανένα μάτι και το μάθαιναν οι γονείς τους. Μερικές είχαν παράνομες σχέσεις με παντρεμένους άντρες 35 ή 40 ετών.

Δεν είχαμε φτάσει ακόμα στο λύκειο.

Στην τρίτη γυμνασίου, ένας γυμναστής επέμενε να φοράμε σορτσάκια στη γυμναστική και το χειμώνα και όχι φόρμες. Έμαθα πως ένα κορίτσι από άλλο τμήμα τον ρώτησε «γιατί». Εκνευρισμένος από την αμφισβήτηση, απάντησε «έτσι, γιατί θέλω να βλέπω τα μπούτια σας». «Άντε και γα-», του απάντησε το κορίτσι.

Στο γραφείο του εξαγριωμένου γυμνασιάρχη, εκείνη εξήγησε για ποιο λόγο είχε μιλήσει έτσι σε καθηγητή της. Αποσβολωμένος προφανώς, ο γυμνασιάρχης της είπε «εντάξει, πήγαινε, παιδί μου, θα αναλάβω εγώ». Ο γυμναστής την υπόλοιπη χρονιά ήταν τύπος και υπογραμμός και σαν βρεγμένη γάτα. Είμαι ακόμα ευγνώμων στο κορίτσι αυτό που βγήκε μπροστά και καθάρισε για λογαριασμό όλων μας. Και στον γυμνασιάρχη.

Εμένα πάντως δεν με πείραξε κανείς στα χρόνια του γυμνασίου και ακόμα λιγότερο του λυκείου. Ήμουν κόρη καθηγήτριας, οπότε δεν υπήρχε περίπτωση να συμβεί οτιδήποτε σ’ εμένα την ίδια, σε φίλη μου ή σε οποιοδήποτε άλλο κορίτσι μπροστά μου. Μα και έξω από το σχολείο, στη μικρή πόλη που μέναμε, δεν μου συνέβη ποτέ κάτι.

Τότε, νόμιζα πως αυτό ήταν κατόρθωμα δικό μου. Πως κανένας δεν θα με πείραζε γιατί φοβούνταν ότι θα αντιδράσω και θα τους κάνω βούκινο. Οι γονείς μου ενθάρρυναν αυτή την εντύπωση. Ήταν ο τρόπος τους να με βοηθήσουν να νιώθω δυνατή.

Ο πατέρας μου ειδικά μου έλεγε ξανά και ξανά ότι α) αν κάποιος μου επιτεθεί, σεξουαλικά ή αλλιώς, φταίει αυτός και μόνο αυτός, β) οκτώ στους δέκα παρενοχλητές είναι θρασύδειλοι αλλά δύο στους δέκα μπορεί να είναι αληθινά επικίνδυνοι, γ) σε περίπτωση επίθεσης, να μη σπαταλάω πολύτιμα δευτερόλεπτα να αναρωτιέμαι πώς έγινε, γιατί έγινε, μήπως παρεξήγησα, μήπως φταίω, αλλά να συγκεντρωθώ άμεσα στο πώς θα διαφύγω ή θα αμυνθώ και να αφήσω τις αναλύσεις για αργότερα.

Μου τόνιζε, τέλος, πως οι τραμπούκοι ποντάρουν στον φόβο σου και αν δεν φοβηθείς, αν παραμείνεις ψύχραιμη, έχεις πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να γλιτώσεις.

Ποτέ δεν θυμάμαι να μου είπαν να πηγαίνω παντού με συνοδεία, να μην κυκλοφορώ αργά, να προσέχω πώς ντύνομαι (πέρα από το «αν χρειαστεί να τρέξεις, τα τακούνια δεν βοηθάνε»).

Κι έτσι, πέρασαν χρόνια μέχρι να καταλάβω ότι στη μικρή μας πόλη ο μόνος λόγος που δεν δέχτηκα παρενόχληση ήταν ότι όλοι φοβούνταν την αντίδραση των γονιών μου – και ότι ήξεραν πως θα τους μιλούσα.

Πανεπιστήμιο

Στα δεκαεννέα μου πέρασα στη Φιλοσοφική Αθήνας – κι εκεί άνοιξε ο ασκός του Αιόλου. Στην ανωνυμία της μεγαλούπολης, μακριά από την προστατευτική μου φούσκα, η παρενόχληση έγινε καθημερινότητα, έγινε βομβαρδισμός και η ψευδαίσθηση πως ναι μεν υπάρχουν κίνδυνοι εκεί έξω αλλά εγώ ήμουν άτρωτη κατέρρευσε.

Άγνωστοι (σχεδόν πάντα πολύ μεγαλύτεροί μου) μου έπιαναν κουβέντα και ζητούσαν πιεστικά το τηλέφωνο και τη διεύθυνσή μου στο δρόμο, στη στάση του λεωφορείου, στο φαστφουντάδικο, όπου με πετύχαιναν. Άλλοτε εκνευριζόμουν, άλλοτε αδιαφορούσα, άλλοτε με έπιανε το παράπονο. Εγώ εκείνες τις ώρες μπορεί να βιαζόμουν να πάω κάπου, μπορεί να υπολόγιζα αν θα αφήσω απλήρωτα τα κοινόχρηστα ή το νερό για να έχω λεφτά να πάω λαϊκή το Σάββατο, να είχα τσακωθεί με τους δικούς μου, να είχε έξαρση το αυτοάνοσο και να σερνόμουν, ή απλώς να ήμουν αμέριμνη. Γιατί δεν με άφηναν ήσυχη;

Κάθε καρυδιάς καρύδι ερχόταν στις υπαίθριες εκθέσεις βιβλίου όπου δούλευα για να μου την πέσει (μερικοί έρχονταν τακτικά, όχι μία φορά), ζητώντας μου ραντεβού, ρωτώντας με αν έχω αγόρι, αποσπώντας με από τη δουλειά μου. Δεν υπήρχε σεκιούριτι ούτε κινητά, ούτε άλλο σύστημα ενδοεπικοινωνίας και δεν μπορούσα να ειδοποιήσω κανέναν να τους πετάξει έξω. Μερικές φορές με βοηθούσαν συνάδελφοι από τα διπλανά περίπτερα.

(Οι παρενοχλήσεις σε ταξί είναι μια κατηγορία μόνες τους, θέλουν ξεχωριστό άρθρο).

Ήμουν δεκαεννέα κλεισμένα, αλλά φαινόμουν δεκατριών, το πολύ δεκαπέντε: μικροκαμωμένη, με τεράστια γυαλιά, ρούχα είτε δυο νούμερα μεγαλύτερα είτε αγορασμένα από τα παιδικά, γιατί εκείνη την εποχή, για να βρεις στα γυναικεία ρούχα μεγέθη είτε μεγαλύτερα είτε μικρότερα από small, medium ή large έπρεπε να πας σε ακριβά καταστήματα και να πληρώσεις αδρά.

Αυτά για τη φτηνή δικαιολογία των groomers «μα φαινόταν μεγάλη!». Στην περίπτωσή μου ίσχυε αναμφισβήτητα το αντίθετο. Όλοι αυτοί έρχονταν να μου την πέσουν ακριβώς επειδή νόμιζαν πως είμαι παιδί. Το κλισέ «θέλω να κάνω εμετό» τώρα που τα θυμάμαι, δυστυχώς ισχύει, και μάλιστα με τα χρόνια περισσότερο.

Από stalking δεν θυμάμαι πολλά πράγματα, εκτός από έναν πρώην που μου χτύπαγε κουδούνια περνώντας δήθεν τυχαία από τη γειτονιά, για τουλάχιστον ένα χρόνο μετά τον χωρισμό.

Στις απόπειρες βιασμού υπήρξα ιδιαίτερα τυχερή: μπορώ να μετρήσω μόνο τέσσερις, καμία εκ των οποίων επιτυχημένη.

Οι τρεις από τις τέσσερις ήταν στη σχολή.

Ανέβαινα ένα μεσημέρι την ανηφόρα από το τέρμα του 221 ώς το κτίριο μέσα στη ζέστη του Αυγούστου, για να ελέγξω αν είχαν βγει οι βαθμολογίες σε ένα μάθημα. Δεν είχε ίντερνετ και τέτοια σάι φάι το 1993, έπαιρνες τα ποδαράκια σου και κοίταζες αν υπάρχει κάτι στους πίνακες ανακοινώσεων. Αν δεν υπήρχε, ξαναπερνούσες από βδομάδα.

Ερημιά γύρω μου, εκτός από ένα αυτοκίνητο. Ένα ολοκαίνουργιο, σπορ λευκό Audi που ανέβαινε αργά την ανηφόρα. Πολύ αργά. Πολύ κοντά μου. Ο οδηγός, ένας νέος άντρας με γυαλιά ηλίου, άρχισε να μου φωνάζει από το ανοιχτό παράθυρο διάφορα για το τι είμαι και τι θέλει να μου κάνει. Αρχικά τον αγνόησα. Συνέχισε. Μου φώναζε να μπω στο αμάξι. Προσπάθησα να περάσω από πίσω του στην απέναντι μεριά του δρόμου, κύλησε προς τα πίσω. Από μπροστά του, δεν το τόλμησα – κι αν πατούσε γκάζι; Άνοιξε την πόρτα, τράβηξε χειρόφρενο κι έγειρε να με πιάσει. Το πεζοδρόμιο ήταν στενό, ήμουν στριμωγμένη. Θα με έφτανε, ήταν θέμα χρόνου.

Τότε πρόσεξα μια πέτρα, ένα τεράστιο αγκωνάρι που δεν ξέρω πώς βρέθηκε στη μέση του πεζοδρομίου. Μάλλον για να τη βρω εγώ την κατάλληλη στιγμή. Τη σήκωσα ψηλά και φώναξα: «Φεύγα, γιατί θα σου τσακίσω το αμάξι πριν σου σπάσω το κεφάλι».

Ευτυχώς, το αμάξι ήταν καινούργιο κι ακριβό κι αυτός θρασύδειλος. Ανήκε μάλλον στους «οκτώ στους δέκα» που λέγαμε. Κώλωσε. Έκλεισε την πόρτα, πέταξε μια τελευταία βρισιά κι έφυγε γκαζώνοντας. Δεν σκέφτηκα να πάρω πινακίδες, δεν σκεφτόμουν τίποτα ούτε ένιωθα τίποτα. Συνέχισα μηχανικά τον δρόμο μου και πήγα να δω τα αποτελέσματα, σαν να μην είχε γίνει τίποτα.

Αυτή ήταν λοιπόν η πρώτη φορά.

Τη δεύτερη φορά ήμουν στο ίδιο σημείο, αλλά στην κατηφόρα, φεύγοντας από τη σχολή. Είχα δώσει κάποιο μάθημα λογοτεχνίας, είχα γράψει καλά κι ήμουν στα κέφια μου. Ήταν έξι η ώρα και νύχτωνε, γιατί ήταν χειμώνας. Ήμουν από τους τελευταίους που παρέδωσαν γραπτό κι έτσι πάλι ο δρόμος που οδηγούσε από τη Φιλοσοφική στην έξοδο προς Ιλίσια ήταν έρημος.

Τότε άκουσα γέλια, σφυρίγματα και βήματα να με πλησιάζουν. Δεν ανησύχησα: ήταν τρία αγόρια, γύρω στα δεκατέσσερα, έδειχναν μάλλον για τρίτη γυμνασίου παρά για πρώτη λυκείου. Ένας μου πέταξε μια φράση τύπου «δε φοβάται το αγόρι σου μη σε κλέψουνε;», έκανα το λάθος να απαντήσω με κάποια εξυπνάδα. Και τότε ήρθαν πιο κοντά.

Μπορεί να ήταν παιδιά, αλλά ήταν πολύ ψηλότεροι και γεροδεμένοι από μένα. Στη ζώνη του ενός πρόσεξα πως φορούσε ένα από εκείνα τα μπρελόκ με μακριές αλυσίδες που συνηθίζονταν πολύ τότε. Αυτός ήρθε και στάθηκε μπροστά μου. Πλάι μου στάθηκε ο δεύτερος και πίσω μου ο τρίτος, ενώ στο άλλο μου πλευρό είχα το τσιμεντένιο τείχος. Ήμουν παγιδευμένη και δεν περνούσε ψυχή. Ήξερα όμως πως λογικά στην αφετηρία του λεωφορείου υπήρχε ακόμα κόσμος.

Φώναξα «ΔΡΟΜΟ, ΡΕ! ΒΟΗΘΕΙΑ!» – μεγάλη αποτυχία: και κανένας δεν με άκουσε, και αυτοί έγιναν πιο επιθετικοί. Με έκαναν σάντουιτς ανάμεσά τους και άρχισαν να με χουφτώνουν και να τρίβονται επάνω μου, «ευτυχώς που φοράω τόσο χοντρό μπουφάν και δεν νιώθω και πολλά» πρόλαβα να σκεφτώ.

Δεν είχα άλλη λύση. Έκανα ό,τι κάνουν οι στριμωγμένες γάτες: επιτέθηκα. Για ένα δυο δευτερόλεπτα δεν αντιστάθηκα καθόλου και μετά έσπρωξα απότομα αυτόν που ήταν πλάι μου. Αιφνιδιάστηκε, παραπάτησε και έπεσε από το πεζοδρόμιο. Του έριξα μια γροθιά στο ριζαύτι – είχα ακούσει ότι είναι ευαίσθητο σημείο αν θες να ζαλιστεί ο άλλος, μέχρι σήμερα δεν ξέρω αν ισχύει. Δεν τον πέτυχα καλά και δεν έπεσε κάτω, αλλά έπεσε πάνω στους άλλους δυο που τον συγκράτησαν, ενώ εγώ εκμεταλλεύτηκα τη στιγμή, γλίστρησα ανάμεσά τους και έφυγα τρέχοντας και φωνάζοντας βοήθεια. Πίσω μου άκουσα έναν τους να λέει: «Άσ’ τηνε ρε, πάμε να φύγουμε, αυτή είναι υστέρω…» Και πάλι είχα πέσει σε περιπτώσεις της ομάδας «οκτώ στους δέκα».

Πράγματι, έξω από τη μεγάλη καγκελόπορτα, στην αφετηρία του 220 και 221 υπήρχε ακόμα κόσμος. Λαχανιασμένη, τους είπα τι είχε γίνει. «Πιτσιρίκια ήταν μωρέ, το είπες και μόνη σου, τι θα σου έκαναν πια…» σχολίασε κάποιος (ή κάποια), ενώ εγώ απέφευγα να σκεφτώ τι θα γινόταν αν το λεωφορείο είχε φύγει λίγα λεπτά νωρίτερα.

Η τρίτη απόπειρα, πάλι, δεν ήταν από έφηβο – η γκάμα των βιαστών είναι πολύ συμπεριληπτική ως προς τις ηλικίες.

Ήμουν πάλι στη σχολή, στο στάδιο μεταξύ τελειόφοιτης και αιώνιας φοιτήτριας που δίνει πλέον δέκα-δέκα τα μαθήματα για να ξεμπερδεύει. Πάω λοιπόν στη σχολή, σε πολυσύχναστη μεν ώρα αλλά μη πολυσύχναστο όροφο (για όσα δεν ξέρετε το κτίριο: οι όροφοι από τον πέμπτο μέχρι τον ένατο είναι τέλεια σκηνικά για γύρισμα θρίλερ), έξω από το γραφείο καθηγητή που τον περίμενα να τον ρωτήσω κάτι. Όμως περνούσε η ώρα κι εκείνος αργούσε. Τότε, βγαίνει ξαφνικά άλλος καθηγητής από το διπλανό γραφείο, με ρωτάει τι θέλω, του λέω και μου λέει «ναι, κι εγώ τον περιμένω τον συνάδελφο, έλα στο γραφείο μου να μην κάθεσαι στο κρύο όρθια».

Τον ευχαριστώ. Μπαίνω στο γραφείο του. Αρχίζει την κουβεντούλα. Πώς με λένε, τι έτος είμαι, πώς μου φαίνονται οι παραδόσεις του (φρίκη, αλλά δεν του το είπα). Και αν έχω αγόρι. Εκεί άρχισαν να με ζώνουν τα φίδια και του λέω πως έχω. Απτόητος ο συνομήλικος του μπαμπά μου προφέσορας. «Εγώ μπορώ να σου εξασφαλίσω κάτι καλύτερο και σοβαρότερο από τον κάθε νεαρό ερωτύλο», μου λέει και πριν προλάβω να κοκαλώσω και να τραυλίσω «εεε, εγώ να πηγαίνω σιγά σιγά» μου ορμάει.

Οπισθοχωρώ προς την πόρτα, τρέχει να κλείσει (ίσως και να κλειδώσει; Δεν ξέρω), δεν προλαβαίνει διότι ο βιασμός βιασμός αλλά και η αρθρίτιδα αρθρίτιδα, έχει μείνει μια χαραμάδα ανοιχτή, αυτός με κρατάει γερά από το μπράτσο, η αγκωνιά μου τον πετυχαίνει στο στομάχι και ξεγλιστράω. Κατεβαίνω τις σκάλες, βγαίνω από την πίσω είσοδο του τέταρτου ορόφου, μη σταματώντας να τρέχω παρά μόνο έξω από τη σχολή, έξω από το νεκροταφείο, στην αφετηρία του 222 και στην πιάτσα των ταξί.

Πήρα ταξί χωρίς να μετρήσω αν είχα λεφτά να το πληρώσω. Δεν άντεχα να περιμένω το λεωφορείο. Το μυαλό μου χωρούσε μόνο μια σκέψη: «Αμάν, του είπα το όνομά μου. Χρωστάω και δικό του μάθημα. Κι αν δε με περάσει ποτέ;»

Αργότερα έμαθα πως ο συγκεκριμένος καθηγητής, αν αρνούνταν να περάσει όσες φοιτήτριες προσπάθησε να βιάσει και δεν τα κατάφερε (ή τα κατάφερε), το Τμήμα Φιλολογίας παίζει να μην είχε γυναίκες πτυχιούχους για καμιά εικοσαριά χρόνια. Έμαθα πως του είχαν γίνει και μηνύσεις. Χωρίς κανένα απολύτως αποτέλεσμα.

Άλλος ένας από τους «οκτώ στους δέκα».

Και ακόμα δεν είχα δει τίποτα.

Τι είναι η Womanlandia;

H Womanlandia είναι ένα φεμινιστικό συνδρομητικό δίκτυο με γυναίκες με αποψάρες.

περισσότερα
Δουλειά – δουλεία

Ένας από τους λόγους που υπήρξα αιώνια φοιτήτρια ήταν ότι προς το τέλος των σπουδών μου έπιασα δουλειά. Είχα απόλυτη ανάγκη να βγάλω δικά μου χρήματα, άμεσα. Και ο εργοδότης δεν άργησε να μυριστεί την ανάγκη μου. Δεν ήταν και δύσκολο.

Για μήνες μου έδινε την εντύπωση ενός τυπικού επαγγελματία-ρομπότ που δεν είχε στο νου του παρά τη δουλειά. Πάνω στον χρόνο, είχα χαλαρώσει κάπως κι είχα πάψει να τον θεωρώ δυνάμει επικίνδυνο ή υποψήφιο παρενοχλητή – μέχρι την ημέρα που μου έβαλε χέρι στην ψύχρα.

Δυστυχώς, το ένστικτο επιβίωσης που μου έλεγε «παραιτήσου χτες» δεν λειτούργησε. Γιατί το άλλο μισό ένστικτο επιβίωσης είχε ανάγκη τα λεφτά. Κι έκανα το κλασικό λάθος να σκεφτώ «πρώτα θα βρω άλλη δουλειά και μετά θα φύγω». Αλλά ήταν ήδη αργά. Το επόμενο διάστημα, παρέλυσα κι απέκτησα την εξίσου κλασική ψυχολογία θύματος. Αύριο θα φύγω. Την άλλη βδομάδα. Τον άλλο μήνα. Α όχι, δεν μπορώ, τον άλλο μήνα έρχεται εκκαθαριστικός της ΔΕΗ. ΟΚ, μετά τα Χριστούγεννα.

Και πέρασαν έτσι τέσσερα χρόνια.

Τέσσερα χρόνια με αηδιαστικά απλώματα χεριών και λόγια χυδαία, καθημερινές προσβολές και απαξίωση, ακόμα και προσπάθεια να με δωροδοκήσει δίνοντάς μου χρήματα μια δυο φορές «για να ντυθείς σαν άνθρωπος, θεώρησέ τα κονδύλι της εταιρείας για την εμφάνιση του προσωπικού» (δεν τα πήρα, εννοείται). Με πρότζεκτ με παράλογες, εξωφρενικές προθεσμίες. Με σαμποτάζ κάθε μου προσπάθειας να δικτυωθώ επαγγελματικά. Με σαμποτάζ κάθε εξεταστικής μου, φορτώνοντάς μου επίτηδες έξτρα δουλειά για να μην μπορώ να διαβάσω.

Μέχρι που μια μέρα το πράγμα έφτασε στα άκρα. Κι όταν λέω άκρα, εννοώ κάτω από τα ρούχα.

Ήταν άλλο ένα από τα συνηθισμένα μας «μίτινγκ» όπου εγώ προσπαθούσα να του μιλήσω για δουλειά κι εκείνος να με πασπατέψει. Ξαφνικά έκανε μια αστραπιαία κίνηση κι ένιωσα το κρύο, γλοιώδες άγγιγμα του χεριού του στο στήθος μου και το άλλο χέρι να προσπαθεί να χωθεί στο παντελόνι μου. Ως τότε δεν είχε επιχειρήσει να με αγγίξει κάτω από τα ρούχα. Πότε τον έσπρωξα με μανία κι έπεσε φαρδύς-πλατύς στο πάτωμα (δεν ήταν δα και μπρατσωμένος και μάλλον τον αιφνιδίασα), ούτε που το κατάλαβα.

Θυμάμαι όμως έναν βαρύ, σφαιρικό με τετράγωνη βάση, οπάλινο χαρτοστάτη πάνω στο γραφείο του. Δεν ήταν η πρώτη φορά που στεκόταν εκεί το βλέμμα μου με σκοτεινές σκέψεις. Αλλά εκείνη τη φορά έφτασα πολύ κοντά. Αρκούσε να απλώσω το χέρι μου για να τον πιάσω.

Δεν το έκανα βέβαια. Έφριξα στη σκέψη της σκέψης μου. Έριξα μια ματιά στον βασανιστή μου, του γύρισα την πλάτη και έφυγα. Είμαι όμως σίγουρη πως είδε το βλέμμα μου και κατάλαβε τις σκέψεις μου. Δεν με ξανάγγιξε από τότε, αλλά έκανε την επαγγελματική μου ζωή ακόμη πιο κόλαση.

Μάλλον κάποια στιγμή κι αυτός κουράστηκε, γιατί σε λίγο καιρό του ζήτησα -ή μάλλον απαίτησα- να με απολύσει για να πάρω αποζημίωση και να μπω στο ταμείο ανεργίας. Το δέχτηκε. Γλίτωσα.

Θα αναρωτιέστε ίσως γιατί δεν πήγα στην επιθεώρηση εργασίας. Πήγα. Μου είπαν πως χωρίς αποδείξεις (πού να τις βρω;) δεν γινόταν κάτι, με ρώτησαν αν με πληρώνει τακτικά κι αν μου κολλάει ένσημα… κι αυτό ήταν όλο.

Θα αναρωτιέστε επίσης γιατί δεν συμβουλεύτηκα δικηγόρο. Συμβουλεύτηκα, αν και αργότερα, μαζί με μια-δυο άλλες πρώην συναδέλφους που είχαν δεινοπαθήσει όπως κι εγώ σε αυτήν την εταιρεία. Και πάλι μας είπαν πως δεν είχαμε ελπίδα αφού δεν είχαμε μάρτυρες. Με τον νόμο που ισχύει σήμερα, θα είχαμε παρακάμψει αυτό το εμπόδιο, τότε όμως ήταν κάπως πιο περίπλοκα τα πράγματα. Μας είπαν επίσης: «Καλύτερα να μην μπλέξετε με αυτόν, με τις άκρες που έχει». Δεν το συνεχίσαμε.

Θα αναρωτιέστε, τέλος, αν αντέξατε να διαβάσετε όλο αυτό το θλιβερό μακρυνάρι μέχρι εδώ, γιατί δεν μίλησα. Γιατί δεν ζήτησα βοήθεια από τους οικείους μου. Γιατί, αντίθετα με τις προηγούμενες αντιδράσεις μου σε κάθε είδους επίθεση, έκατσα και το υπέμεινα.

Εδώ, η απάντηση είναι πιο δύσκολη. Και περίεργη. Δεν ξέρω αν συμβαίνει και σε άλλα θύματα, αλλά δεν νομίζω να είμαι η μόνη.

Η αλήθεια είναι πως νόμιζα ότι είχα μιλήσει. Νόμιζα πως όλοι το ήξεραν, φίλοι, γονείς, συγγενείς, συνάδελφοι, ο σύντροφός μου. Νόμιζα πως το ήξεραν και πως με βοηθούσαν. Νόμιζα επίσης πως δεν ήμουν θύμα, επειδή του αντιμιλούσα, τον ειρωνευόμουν, τον έσπρωχνα και τον έβριζα. Επειδή δεν ένιωθα φόβο. Επειδή δεν είχα υποκύψει στις πιέσεις του και στις ανήθικες προτάσεις του (πόσο κλισέ ακούγεται). Θύμα ποια, εγώ; Που είχα ρίξει γροθιές, αγκωνιές και πληρωμένες απαντήσεις, που δεν είχα νιώσει ποτέ μου την παραμικρή ενοχή; Όχι, αποκλείεται να ήμουν εγώ θύμα.

(Αργότερα έμαθα ότι αυτό το λένε άρνηση καραμπινάτη).

Πάνω απ’ όλα, όμως, δεν με έβλεπα ως θύμα επειδή το θεωρούσα μια προσωρινή κρίση– αφού να, όπου να ‘ναι θα έφευγα. Είχα χάσει την αίσθηση του χρόνου. Είχα παγιδευτεί στη μέρα της μαρμότας, ελπίζοντας κάθε μέρα να ξημερώσει ένα αύριο που δεν ερχόταν ποτέ.

Πάντως, μετά από εκείνη τη μέρα με το σπρώξιμο, κάτι άλλαξε μέσα μου. Και μίλησα. Μίλησα κανονικά εννοώ. Στον πατέρα μου επέλεξα να μην το πω. Πολύ σοβαρά άρρωστος, μπαινόβγαινε στα νοσοκομεία σχεδόν κάθε δίμηνο και ξέραμε πως το τέλος ήταν ζήτημα χρόνου. Τα είπα όμως όλα στον σύντροφό μου, στον αδελφό μου, στη μητέρα μου, σε φίλους, για να έρθω αντιμέτωπη με το σοκ τους και την ομαδική ερώτηση: «Μα γιατί, γιατί τόσον καιρό δεν μας το είπες;»

Ήταν η σειρά μου να σοκαριστώ. «Μα πώς δεν σας το είπα!» Κι όμως είχαν δίκιο: δεν το είχα πει. Τους έλεγα μπερδεμένες αοριστολογίες για το πόσο κακοπερνάω στη δουλειά, πόσο μισώ αυτόν τον άνθρωπο, πως στέλνω βιογραφικά και κάνω κινήσεις να φύγω, πως το είχα δρομολογήσει και όλα ήταν υπό έλεγχο (τίποτα δεν είχα στείλει, όλο το σχεδίαζα και όλο το ανέβαλλα). Μιλούσα μεν γι’ αυτό αλλά απλώς σχολίαζα, δεν περιέγραφα. Μετέφερα σποραδικά περιστατικά που όμως είχαν να κάνουν με το εργασιακό bullying κι όχι με τη σεξουαλική παρενόχληση. Κάποιες φίλες μου ήξεραν ότι είχε απλώσει χέρι, αλλά δεν ήξεραν ούτε την ένταση ούτε τη συχνότητα των επιθέσεων. Πολύ απλά, τόσον καιρό μιλούσα συνεχώς χωρίς να λέω τίποτα.

Τότε, η μητέρα μου μου χάρισε για την περίσταση ένα βιβλίο για το οποίο είχε διαβάσει κριτικές: Ηθική παρενόχληση, της Marie-France Hirigoyen, εκδόσεις Πατάκη. Ήταν το κατάλληλο έναυσμα τη σωστή στιγμή. Το διάβασα μέσα σε μια νύχτα και σε λίγο καιρό είχα φύγει από εκεί κι είχα ξεκινήσει ψυχοθεραπεία. (Αν και πέρασε πολύς καιρός μέχρι να πάψω να αναλύω στον θεραπευτή τις μπερδεμένες σαπουνοπερογκομενοδουλειές μου και να μπω στην ουσία).

Εικοστός πρώτος αιώνας

Έχουν περάσει πολλά χρόνια. Τα περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης που δέχτηκα από τότε και μετά τα θεωρώ, συγκριτικά, ψιλολόγια: Κάτι σφυρίγματα στο δρόμο, κάτι ανεπιθύμητα κολλιτσίδικα καμάκια σε διακοπές, λιγούρικα βλέμματα, επίμονες ενοχλητικές προτάσεις για ραντεβού από συναδέλφους σε άλλες δουλειές ή απλούς γνωστούς, τον stalker πρώην που ανακάλυψε το σταθερό μου τηλέφωνο μετά από είκοσι χρόνια αλλά ευτυχώς τα παράτησε γρήγορα.

Ειδική μνεία αξίζει ο καρναβαλιστής στην Πλάκα που μου κατέβασε δυο ροπαλιές στην πλάτη και στα οπίσθια με ένα ρόπαλο γεμισμένο με άμμο. Πόνεσα τόσο, που μούδιασε όλο μου το σώμα και διπλώθηκα στα δυο. Έλα όμως που εκείνη τη μέρα είχα αγοράσει το Λεξικό Μπαμπινιώτη και το κουβαλούσα μαζί μου σε μια τσάντα… Το σήκωσα ψηλά και πέρασα στην αντεπίθεση. Μπορεί να με χωρίζει βαθύ ιδεολογικό και ηθικό χάσμα από τον παλιό μου καθηγητή γλωσσολογίας, αλλά οφείλω να παραδεχτώ ότι το λεξικό, πέρα από το ότι αποδείχτηκε πολύτιμο εργαλείο δουλειάς, μέχρι σήμερα έχει εξουδετερώσει έναν παρενοχλητή και τρεις κατσαρίδες. Το βάρος της γνώσης είναι συντριπτικό μερικές φορές.

Σίγουρα έχω ξεχάσει και κάποια επεισόδια, για τον απλούστατο λόγο ότι από ένα σημείο και ύστερα έχασα το μέτρημα.

Κάποια στιγμή όμως άρχισε να με προβληματίζει η αδυναμία μου να νιώσω φόβο. Αηδία ένιωθα, άπειρη. Οργή, απύθμενη. Φόβο όχι. Συνειδητά, αρνήθηκα να περιοριστώ για να προστατευτώ. Αρνήθηκα να βάλω αντρικό όνομα στο κουδούνι ή να κυκλοφορώ συνοδευόμενη. Αν είχα παρέα καλώς, αν δεν είχα έβγαινα μόνη. Πήγαινα μόνη σε μπαρ, εστιατόρια και σινεμά. Μου άρεσε να βγαίνω μόνη, ακόμα μου αρέσει, δεν ήθελα να το στερηθώ. Αν λιγουρευόμουν κρουασάν ή μου τέλειωναν τα τσιγάρα στις τέσσερις το πρωί, δεν το σκεφτόμουν δεύτερη φορά να βγω να βρω διανυκτερεύον περίπτερο. «Δε θα τους κάνω τη χάρη να τους φοβηθώ» έλεγα και ξανάλεγα.

Διέσχιζα νύχτα με τα πόδια περιοχές της Αθήνας όπου δεν είναι συνετό να βρίσκεσαι μετά τα μεσάνυχτα αν δεν είσαι νταβατζής ή ταϊσμένο γκρέμλιν. Ήμουν βέβαια σε επιφυλακή, φοβόμουν μήπως με ληστέψουν ή μήπως με πατήσει κατά λάθος κανένα αμάξι, αλλά όχι μήπως με βιάσουν. Σήμερα, υποψιάζομαι πως όλες αυτές οι ταρζανιές ήταν περισσότερο προσπάθεια να ξορκίσω τον τρόμο μου και να μπαλώσω την κουρελιασμένη μου αξιοπρέπεια παρά φεμινιστικός ακτιβισμός, όπως ήθελα να πιστεύω. 

Παρά τις τερατολογίες για το τι παθαίνουν τα κορίτσια που κυκλοφορούν μόνα τη νύχτα, δεν αντιμετώπισα ποτέ ιδιαίτερο πρόβλημα στις νυχτερινές μου εξορμήσεις. Όχι ότι δεν συμβαίνουν σημεία και τέρατα και τη νύχτα, είτε κυκλοφορεί κάποια μόνη είτε όχι. Απλώς δεν συνέβησαν σ’ εμένα. Εγώ έτυχε να κινδυνέψω μόνο στο φως της μέρας: στη δουλειά, στη σχολή, στο σούπερ μάρκετ, στην εφορία.

Με τα χρόνια και την ηλικία, οι σεξουαλικές παρενοχλήσεις αραίωσαν και αργότερα σταμάτησαν εντελώς. Έχω δέκα χρόνια που (ως τώρα) δεν με έχει παρενοχλήσει κανείς. Ξέρω όμως πως για πολλές γυναίκες οι επιθέσεις δεν σταματούν ποτέ, ή τέλος πάντων, αντικαθίστανται από άλλου τύπου παρενοχλήσεις και επιθέσεις, από το «πότε θα κάνεις παιδιά» μέχρι πιο άγριες καταστάσεις, όπως εκφοβισμό ή ληστείες. Όπως τότε που έβρισα έναν τύπο με μηχανάκι που καβάλησε πεζοδρόμιο και κόντεψε να με πατήσει, κι εκείνος παράτησε το μηχανάκι και με κυνήγησε ουρλιάζοντας απειλές πως θα με σκοτώσει. Μπήκα σε ένα μαγαζί και κρύφτηκα μέχρι να βεβαιωθώ πως απομακρύνθηκε.

Κόντευα πια τα σαράντα. Αυτή πρέπει να ήταν η πρώτη φορά που περιέγραψα στους οικείους μου επίθεση εναντίον μου όχι με αγανάκτηση αλλά με φρίκη.  Είχα νιώσει επιτέλους ένα σκίρτημα φόβου.

Περισσότερα OPEN ACCESS

ΕΔΩ
Εδώ και τώρα

Το να αφηγηθώ όλα τα υπόλοιπα σκηνικά που σας εξιστόρησα έτσι όπως πραγματικά τα βίωσα και όχι πλέον, όπως παλιά, σαν υπόθεση ταινίας δράσης μ’ εμένα σε ρόλο Wonder Woman που νικάει τους κακούς, ακόμα μου είναι δύσκολο. Χρειάστηκε να επιστρατεύσω πολύ θάρρος για να αντέξω να φοβηθώ.

Τελευταία, έχω μπορέσει και να λυπάμαι, μερικές φορές, φευγαλέα. Να με συμπονώ κάπως γι’ αυτά που μου συνέβησαν. Να θλίβομαι για τον φόβο που δεν μπόρεσα (κι ως ένα βαθμό ακόμα δεν μπορώ) να βιώσω, γιατί δεν είχα την πολυτέλεια. Να πενθώ την απώλεια της φυσιολογικής διαδικασίας να φοβάμαι μπροστά στον κίνδυνο και να νιώθω ασφαλής όταν περνάει.

Δεν ένιωθα ποτέ φόβο γιατί δεν ένιωθα ποτέ ασφάλεια.

Μπορώ να αποδείξω ότι στ’ αλήθεια έγιναν όλα αυτά;

Προφανώς όχι. Αυτή είναι η ουσία της σεξουαλικής παρενόχλησης: μια απειλή που συνήθως δεν μπορείς να την αποδείξεις.

Αναγνωρίζω ωστόσο πως υπήρξα μία από τις τυχερές. Κι ας ανέρχονται σε εκατοντάδες, ίσως χιλιάδες, τα περιστατικά που μου έτυχαν συνολικά, αν υπολογίσω και ό,τι έχουμε μάθει να θεωρούμε ασήμαντες μικροενοχλήσεις όπως τα σφυρίγματα ή τα χυδαία βλέμματα που σε γδύνουν με τα μάτια. Δεν αμφισβητώ πως υπάρχουν γυναίκες που τους έχουν επιτεθεί και παρενοχλήσει πιο σπάνια και πιο ακίνδυνα, ή και καθόλου.

Αυτό όμως δεν αλλάζει τα νούμερα, τα συντριπτικά νούμερα, των περιστατικών παρενόχλησης. Αν αναλογιστεί κανείς ότι 85% των γυναικών σύμφωνα με έρευνες πενταετίας δηλώνουν ότι έχουν υποστεί παρενόχληση ΜΟΝΟ στον χώρο εργασίας, και ότι πολλά περιστατικά αποσιωπώνται ή είναι τόσο κανονικοποιημένα που δεν αναγνωρίζονται καν ως παρενόχληση, δεν τίθεται θέμα πόσες γυναίκες έχουν παρενοχληθεί, αλλά πόσες φορές και πόσο σοβαρά η καθεμιά, καθώς και πόσοι άντρες έχουν παρενοχλήσει. Το τελευταίο ειδικά είναι εξαιρετικά δύσκολο να μετρηθεί, για ευνόητους λόγους.

Ούτε αλλάζει το γεγονός ότι υπάρχουν επίσης εκατομμύρια γυναίκες (και αρκετές χιλιάδες άντρες) στις οποίες έχουν συμβεί πράγματα που μπροστά τους οι δικές μου εμπειρίες μοιάζουν παιδική χαρά. Δυστυχώς ξέρω πολλές φρικτές ιστορίες, ιστορίες αρκετών γυναικών και λίγων ανδρών, ιστορίες που δεν ανήκουν σ’ εμένα για να τις πω, αλλά με σημάδεψαν σχεδόν όσο και αυτά που έζησα η ίδια.

Εγώ, είπαμε, υπήρξα από τις τυχερές.

Υπήρξα τυχερή που οι γονείς μου φρόντισαν να μη νιώσω ποτέ την παραμικρή ντροπή ή ενοχή.

Υπήρξα τυχερή που δεν με παρενόχλησε ποτέ σεξουαλικά ενήλικας από το περιβάλλον μου ως παιδί και έφηβη.

Υπήρξα τυχερή που δεν στιγματίστηκα ποτέ από κανέναν και οι δικοί μου άνθρωποι με πίστεψαν και με στήριξαν.

Υπήρξα τυχερή που καμία απόπειρα βιασμού δεν πέτυχε. Ως τώρα.

Υπήρξα τυχερή που σε καμία επίθεση δεν τραυματίστηκα. Ως τώρα.

Αλλά δεν είμαι, ούτε εγώ ούτε καμία, τυχερή που η μόνη βελτίωση από το 2000 μέχρι σήμερα είναι ότι πλήθυναν τα περιστατικά που καταγγέλλονται εγκαίρως.

Όλοι φοβόμαστε. Δεν είναι δυνατόν να φοβάται η μισή ανθρωπότητα χωρίς να φοβάται και η άλλη μισή. Οι άντρες φοβούνται να φλερτάρουν, σήμερα: κινδυνεύουν να παρεξηγηθούν, να κατηγορηθούν ως παρενοχλητές, να φάνε αναφορά στο ΗR ή και καταγγελία. Οι γυναίκες επίσης φοβούνται να φλερτάρουν, από πάντα: Κινδυνεύουν να κακοποιηθούν, να βιαστούν, να δολοφονηθούν. Κάθε σύγκριση μεταξύ ανδρών και γυναικών σε αυτό το κομμάτι είναι προφανώς γελοία.
Ωστόσο, γενικά νομίζω πως δεν υπάρχει ανθρώπινη επαφή που να μην είναι δυνητικά επικίνδυνη όταν η βία είναι ο βασικός κανόνας με τον οποίο λειτουργεί ο κόσμος.

Δίστασα πολύ να χρησιμοποιήσω τον χώρο όπου δουλεύω για να εκθέσω τόσο προσωπικές εμπειρίες, αλλά μου φάνηκε σωστή η στιγμή κι η ευκαιρία. Αν δεν ήταν η Womanlandia, η Λένα, η συντακτική και τεχνική ομάδα, όλες οι αναγνώστριες κι οι σχολιάστριες, όλες σας, δεν θα το είχα κάνει πιθανότατα ποτέ και σε κανένα μέσο ή κι αν το είχα κάνει, μπορεί να μην είχε το νόημα που θέλω να πιστεύω πως έχει εδώ: το να μη σημαίνει κάτι μόνο για μένα η ιστορία μου, να πιάσει ίσως τόπο αν έχει κάτι χρήσιμο να πει.

Δεν πιστεύω στην ιδέα ότι όλα συμβαίνουν για κάποιο λόγο. Ας πούμε πως πιστεύω ότι η κάθε εμπειρία είναι δυνάμει αξιοποιήσιμη, αν μπορείς κι αν θέλεις. Αλλά, μεταξύ μας, δεν θα με χάλαγε να μην είχα αυτές τις εμπειρίες. Είχα κι άλλες να αξιοποιήσω.

Και επειδή προφανώς θεωρώ πως δεν σας φτάσανε τέσσερις χιλιάδες λέξεις μαυρίλα (όσες αντέξατε ως το τέλος, respect), πάρτε στα καπάκια και το τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι «Ο Φόβος» από το άλμπουμ Ο Οδοιπόρος, το Μεθυσμένο Κορίτσι και ο Αλκιβιάδης (1974, ΝΟΤΟΣ). Τα λέει πολύ καλύτερα και πιο συνοπτικά από μένα.

Τα σχόλια είναι προσβάσιμα μόνο στα μέλη της Womanlandia. Για να γίνετε μέλος, πατήστε εδώ.