Αγαπητές φίλες,

Αποφάσισα να σας γράψω για τα γεγονότα που έζησα εγώ και η φίλη μου, φέτος στις διακοπές, στα Κύθηρα. Θα μου επιτρέψετε να το κάνω αναλυτικά-λογοτεχνικά, τόσο για να μπω στο χρονοντούλαπο των αναμνήσεων με όσο μεγαλύτερη ακρίβεια είναι εφικτό, όσο και για να σας φέρω μαζί μου στο ταξίδι.

Στην καρδιά του Αυγούστου συρθήκαμε μέχρι τον Πειραιά για να πάρουμε το καράβι. Συναντηθήκαμε πρώτα στον Γρηγόρη, την περίμενα ενώ διάβαζα. Ήρθε και μπήκαμε στο λεωφορείο που θα μας πήγαινε στην πύλη μας. Στη διαδρομή της έλεγα για μια αγενή κυρία που προσπαθούσε να κάτσει στο κάθισμα δίπλα μου στο ΗΣΑΠ ενώ εγώ είχα στερεώσει εκεί δύο βαλιτσάκια και εκείνη θεώρησε καλή ιδέα να μου πει «πληρώνω για να κάθομαι» και να μου τα πετάξει κάτω. Γελάγαμε στη διαδρομή.

Το πλοίο γέμισε αμέσως. Δεν προλάβαμε κάποιο «σαλονάκι» άρα καθίσαμε σε ένα τραπέζι με δύο καρέκλες. Δεξιά μου ήταν μια πολύ ελληνική οικογένεια, μπαμπάς, μαμά, κόρες στην εφηβεία, ένας χωρατατζής θείος και η γυναίκα του. Αριστερά μου τρία κορίτσια και μια γυναίκα ξαπλωμένη. Έβγαλα το λάπτοπ και τα βιβλία και ξεκίνησα να γράφω. Δούλευα, μιλούσαμε με τη φίλη, τρώγαμε τις χαζομάρες του πλοίου κι ένα τσουρέκι που είχα φέρει. Πόσες ώρες; Έξι-επτά-οκτώ. Όλη η μέρα χαμένη μέσα στο πλοίο επειδή δεν είχαμε αρκετά χρήματα για αεροπορικά. Λέγαμε πρέπει να είναι φωτιά τα ταξί, θα χρειαστεί να βρούμε από το λιμάνι των Κυθήρων μέχρι την Αγία Πελαγία που είναι το ξενοδοχείο μας.

Κάποιες ώρες μετά οι κοπέλες που κάθονταν στο σαλονάκι αριστερά έφυγαν. Έμεινε μόνο η κυρία που κοιμόταν. Η φίλη δεν το σκέφτηκε παραπάνω και πήγε εκεί. Εγώ επίσης ήθελα να ξαπλώσω εκεί αλλά δεν ήθελα να αφήσω και το τραπεζάκι που είχε γίνει το γραφείο μου. Είναι πολύ άβολο να γράφεις χωρίς στήριξη στην πλάτη. Τελικά πήγαινα μια στο ένα μια στο άλλο.

Στο μεταξύ η κυρία ξύπνησε και έπιασε κουβέντα με τη φίλη μου. Εγώ, σαν πιο αντικοινωνικό πλάσμα, κράτησα τα ακουστικά μου μέχρι που ένιωσα πως είμαι απαράδεκτη. Επίσης είχα ακούσει το όνομά μου, η φίλη με είχε συστήσει, άρα έπρεπε να πω ένα γεια. Τη λένε Στεφανία. Είναι πολύ όμορφη, περίπου 50. Είναι αθλήτρια, δουλεύει και ως αισθητικός. Μένει Περιστέρι. Έχει τρία παιδιά από προηγούμενο γάμο, ηλικίες 19-23. Μας τα έδειξε όλα στις «καλές φωτογραφίες» τους όπως είπε. Πολύ κοινωνική η Στεφανία, περάσαμε τόσες ώρες μαζί της, είπαμε τα πάντα. Για τους γκόμενους και τα ζώδιά τους, τι μας έκανε ο καθένας, όλα με το νι και με το σίγμα. Η φίλη έβγαινε με τη Στεφανία για τσιγάρο κι εγώ δούλευα στο βιβλίο μου. Η Στεφανία έλεγε ξανά και ξανά πως με ενοχλεί και θα σταματήσει την πολυλογία. Δεν με ενοχλούσε, ίσα ίσα, μου άρεσε το τιτίβισμα.

Μας είπε αναλυτικά και για τον Γιάννη της. Τέσσερα χρόνια τώρα μαζί. Ο Γιάννης έχει εκπαιδευτήριο πολεμικών τεχνών. Ο πρώην της Στεφανίας ήταν πραγματικά απαίσιος και επικίνδυνος. Κοιμόταν με μαχαίρια. Κάποια στιγμή έριξε καταλάθος με το όπλο μόνος του στον τοίχο, όταν ήταν σπίτι. Την κοιτούσα λυπημένα όσα τα περιέγραφε αυτά. Όλες είχαμε ή έχουμε κάποιον που είναι όχι απλά σεξιστής και κακοποιητικός, αλλά για δελτίο ειδήσεων. Σκέφτομαι πόσα απορροφούμε και ποτέ δεν τα μαθαίνει ο κόσμος. Σκέφτομαι πως για να πούμε μια ιστορία κακοποίησης οριακά αναγκαζόμαστε να την πούμε την πρώτη φορά και μετά συνηθίζουμε την αφήγησής της. Η κοινωνία μάς εκπαιδεύει ποια σημεία της αφήγησής μας δεν πρέπει να λέμε, ποια πρέπει, ποια να τα λέμε, αλλά πολύ χαμηλόφωνα. Σκέφτομαι πως επιτέλους έχει κάτι καλό στη ζωή της τώρα. Μάλιστα, είναι κι ο Γιάννης της αθλητής, πρέπει να περνάνε ωραία και να ταιριάζουν.

Μας λέει τη ρομαντική ιστορία του πως τα έφτιαξαν: Είχε πάει στο εκπαιδευτήριό του, εκείνη ή η κόρη της; Δεν θυμάμαι, η φίλη μου είναι καλύτερη σε αυτά, εγώ είμαι συνέχεια αφηρημένη.

Υποψιάζομαι πως η αφηρημάδα μου είναι από κάποιο πρόσφατο τραύμα – παλιά ήμουν της απόλυτης λεπτομέρειας. Η Στεφανία λέει ξανά και ξανά, πως τόσα χρόνια μετά τη θυμόταν ο Γιάννης και τη βρήκε στο Facebook. Της λέω πως είναι φυσικό, είναι πολύ εντυπωσιακή γυναίκα. Πράσινα φωτεινά μάτια, ζωηρό βλέμμα, σταρένιο δέρμα, χαμόγελο που πυροδοτείτε εύκολα και αβίαστα- το αντίθετο από εμένα.

Το καράβι φτάνει Κύθηρα και λέμε με τη φίλη μου πως τώρα πρέπει να βρούμε ταξί και καλά κρασιά. Η Στεφανία είναι λίγο πιο κει και μιλάει στο τηλέφωνο. Μόλις το κλείνει μας λέει πως θα μας πάει εκείνη με τον Γιάννη στην Αγία Πελαγία, εάν το θέλουμε, γιατί εκεί είναι το σπίτι του Γιάννη έτσι κι αλλιώς. Φυσικά και το θέλουμε. Ποιος έχει λεφτά για ταξί; Όχι εμείς.

Η Στεφανία φιλάει τον Γιάννη, έναν ασπρομάλλη ετών 60 που φαίνεται νεότερος. Το φιλί κρατάει ώρα.

Στο αμάξι μάς λέει ο Γιάννης πως η Στεφανία κάνει παντού φίλους, κάτι που διαπιστώσαμε κι εμείς αμέσως. Ο Γιάννης μιλάει παθιασμένα για το νησί, φαίνεται πως το λατρεύει. Αδιαφορεί για εμάς και μας λέει πράγματα όπως να «μυρίσουμε τον αέρα» και μας αναλύει τα πάντα για τα άγρια πουρνάρια. Το ηλιοβασίλεμα. Αρχαία λιμάνια. Συνήθειες κατοίκων. Πράγματι ο αέρας μύριζε υπέροχα και σχεδόν μου έφυγε για λίγο ο βήχας που έχω από 30 Μάιου.

Το αμάξι κάπως κολλάει όταν πια είχε σκοτεινιάσει και ήμασταν σε έναν δρόμο ανάμεσα σε δάσος. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά, ανησυχούσα για τη φίλη μου, εάν θα συμβεί κάτι, ψαχούλευα μέσα στην τσάντα μου για να βρω πώς θα αμυνθώ όταν θα έρθει η χειρότερη ώρα. Σκέφτηκα πως η Στεφανία ήταν απλά ένα δόλωμα.

(Φυσικά), δεν έγινε τίποτα από αυτά και πέρασα την υπόλοιπη ώρα να με λυπάμαι που έχω γίνει έτσι – που το μυαλό μου, όχι απλά πάει στο κακό, αλλά κάνει διακοπές εκεί, το νιώθει σπίτι του. Σκέφτηκα, αυτό πώς το εξηγείς σε έναν άντρα; Πες πως του λες άσχημα πράγματα που σου έχουν συμβεί και δεν αντιδράει λάθος. Όμως, πώς του χτίζεις τη γέφυρα για να καταλάβει ποια είσαι σήμερα μετά από αυτά; Πώς να εξηγήσω πως μερικές φορές νιώθω περισσότερο ως άγριο ζώο, έτοιμη να τρέξω ή να αμυνθώ, παρά ως πολιτισμένος άνθρωπος που θα ξαφνιαστεί εάν κάτι φριχτό συμβεί;

Όταν φτάσαμε στο δωμάτιο, η φίλη είπε πως κατάλαβε πως φοβήθηκα και ήθελε να μου πει πως όλα είναι καλά. Για μια στιγμή πλημμύρισα από ευγνωμοσύνη για αυτά τα αόρατα δεσίματα. Τι ωραίο που είναι να μη σε λένε τρελή και υπερβολική!

Ο Γιάννης είχε φτιάξει αναλυτικό πρόγραμμα για αυτές τις ημέρες στο νησί, γεμάτο με ωραίες δραστηριότητες. Μας πρότεινε να ακολουθήσουμε σε όσα θέλουμε. Είχε σταθεί πολύ σε εκκλησίες, Παναγίες, Αγίους και τα λοιπά και επειδή εγώ είμαι άθεη και κουρασμένη, ένιωσα πως δεν θα θέλω να πάω στα περισσότερα, αλλά ίσως να ήταν καλή ευκαιρία ώστε να μας μιλήσει ένας παθιασμένος ντόπιος για την ιστορία του νησιού. Σκέφτηκα πως θα φιλτράρω τα χριστιανικά και θα απολαύσω τη θέα και την αρχιτεκτονική των ναών.

Οι επόμενες μέρες κύλησαν πολύ ωραία. Πηγαίναμε μαζί τους στους περισσότερους προορισμούς, κάναμε μερικά αστεία, αλλά αυτό που γινόταν κυρίως, είναι να ακούμε αναλυτικά τον Γιάννη να μας λέει για μύθους, θρύλους και τα χριστιανικά του νησιού. Με τη φίλη τα βράδια γελούσαμε στο δωμάτιο μιας και ο Γιάννης μιλούσε για μια εικόνα της Παναγίας που την άφηναν σε ένα μέρος οι κάτοικοι και η εικόνα ξημερωνόταν σε άλλο σημείο του νησιού, για να υποδείξει πού θέλει να χτιστεί ο ναός. Πώς ξελόγιαζε ο Δίας γυναίκες και η οργή της Ήρας έκανε νησιά να εμφανιστούν. Έναν καψερό θαλασσοπνιγμένο που είπε «Παναγία μου, σώσε με και εκεί που θα με βγάλεις θα σου χτίσω έναν ναό». Έλεγε για τα σχολεία που ήταν στο ένα μέρος του νησιού και πώς πήγαιναν τα παιδιά μέχρι εκεί. Η φίλη μου έλεγε πως εκείνη ακούει τον Δάσκαλο – Γιάννη κι εγώ χαζεύω, παριστάνοντας πως ακούω. Αυτό που και οι δύο βέβαια είχαμε ακούσει και δεν μας άρεσε και κάπως το κοροϊδεύαμε μόνες, ήταν οι φιλοφρονήσεις του Γιάννη για τη Στεφανία. Έλεγε πως είναι «αγριοκάτσικο» και «η κακιά μαθήτρια του τελευταίου θρανίου». Βέβαια έλεγε πως είναι και ο «ήλιος» με τα χαμόγελά της, άρα ισοστάθμιζε το κακό με το κριντζ. Αφού τα βρίσκουν μεταξύ τους, τι να πεις; Φυσικά και τίποτα.

Λέγαμε πως ίσως η Στεφανία ανησυχεί λίγο για εμάς και τον Γιάννη, ίσως να ζήλευε, γιατί είχε γίνει κάπως απότομη μαζί μας, σαν να μην μας ήθελε και τόσο εκεί. Βέβαια, ούτε εμείς καιγόμασταν να τους συναντούμε, ωστόσο κάθε μέρα επανερχόντουσαν με καινούριες προτάσεις.

Μας σύστησαν και στους φίλους τους, σουλατσάραμε όλοι μαζί. Η φίλη κι εγώ όλο το σκάγαμε και επωφελούμασταν από τις μετακινήσεις και τα ωραία μέρη που μας πήγαινε ο Γιάννης. Βρήκαμε ένα συμπαθητικό δώρο την τελευταία μέρα και τους το δώσαμε.

Μάλιστα, η τελευταία μέρα ήταν η πιο γεμάτη απ’ όλες. Πήγαμε σε μια φοβερή παραλία, κάναμε βόλτες και παρακολουθήσαμε μια ιδιαίτερη παράσταση. Εκείνο το τελευταίο βράδυ, γυρνώντας προς την Αγία Πελαγία, είχαμε κάπως αρχίσει να νιώθουμε πιο άνετα και καλά μαζί τους. Τους κάναμε τα αστεία που κάναμε μεταξύ μας, λέγαμε και στον Γιάννη για τους γκόμενους, φάνηκε κι αυτός να γελάει πολύ. Μάλιστα είπε για τη φοβερή ενέργεια που έχουμε μεταξύ μας, η φίλη κι εγώ. Τότε έπεσε η ιδέα να πάμε για φαγητό μαζί, ως αντίο.

Ο Γιάννης πήγε σε κάτι δουλειές πρώτα και μείναμε μόνες με τη Στεφανία. Της δείχναμε φωτογραφίες από τους γκόμενους, εκείνη γελούσε. Σκέφτηκα τι ωραία που είναι να μην βρίσκω στο κινητό μου φωτογραφία κανενός πρώην και να μη με νοιάζει να πω πουθενά τι έγινε μεταξύ μας. Ζεστή αγκαλιά στο μυαλό μου και την ψυχή μου, να μην είμαι δηλητηριασμένη από κανέναν, τουλάχιστον τώρα, αυτή την ήρεμη περίοδο της ζωής μου. Μας έδειξε και η Στεφανία τον δικό της πρώην. Της είπα πόσο καλύτερος φαίνεται ο Γιάννης και τι καλά που είναι μαζί. Σκέφτηκα μακάρι κάποτε να συμβεί και σε εμένα ένας ήρεμος, μη μπερδεμένος έρωτας κι ας συμβεί και στα 50 μου. Κάπου εκεί λοιπόν, όλα άλλαξαν. Η Στεφανία αποφάσισε να ανοιχτεί λίγο για κάποια παράπονα που είχε μαζέψει προς τον Γιάννη.

Η Στεφανία δούλευε στη σχολή του Γιάννη, αυτή των πολεμικών τεχνών, ως γραμματέας, αλλά και σε μερικά τμήματα μικρών παιδιών ως εκπαιδεύτρια. Μάλιστα, το πρόβλημα ήταν πως η προϊσταμένη της, η Αγγελική, ήταν η δεύτερη πρώην σύζυγος του Γιάννη, η οποία ήταν ακόμα κολλημένη μαζί του και έκανε στη Στεφανία τον βίο αβίωτο. Μας είπε μερικά περιστατικά, πώς υπονομεύει τη δουλειά της και αντίστοιχα πως ο Γιάννης δεν φαίνεται να καταλαβαίνει καθόλου αυτό το πολύ σοβαρό πρόβλημα της σχέσης τους.

Τα κρασιά ήρθαν (ένα μεσαίο καραφάκι για τέσσερα άτομα- κατ’ εμέ δεν ήρθε τίποτα), ένας ντάκος και σαγανάκι για εμένα και τη φίλη και δύο πιάτα μακαρόνια για το ζεύγος.

Ο Γιάννης εμφανίστηκε και τον εντάξαμε στη συζήτηση. Φάνηκε δεκτικός σε όσα έλεγε η φίλη μου, ενώ εγώ δεν ήθελα να πω και πολλά μπροστά του, φοβόμουν μήπως κάποια «χριστιανική ηθική αρχή» πέσει σα κατάρα πάνω μου.

Ενώ η Στεφανία περιέγραφε μερικά από τα απόνερα από τη συζήτηση με τα παράπονα, με τρόπο ανάλαφρο και κωμικό, ο Γιάννης θύμωσε. Θύμωσε πολύ. Μάλιστα έτσι πέρασαν οι επόμενες 2-3 ώρες. Να τσακώνονται και εμείς να στεκόμαστε αμήχανες εκεί. Βέβαια, δεν «τσακώνονταν» ακριβώς, ο Γιάννης είχε βγει εκτός εαυτού και η Στεφανία απαντούσε ήρεμα, κάνοντας υποχωρήσεις, αλλά κρατώντας και τη θέση της, σε κάποια ζητήματα που προφανώς την είχαν ενοχλήσει (και δικαίως) πολύ.

Η ρητορική του Γιάννη, ή μάλλον το ατελείωτο ναρκισσιστικό παραλήρημα είχε μέσα τα πάντα· πατροναριστικά στοιχεία: ήρθες εσύ, «το χαμόγελο», και έφτιαξες τα πάντα στο γραφείο Γιάνναρος. Μη ενδιαφέρον για λύσεις: δεν με νοιάζει πώς θα τα βρεις με την Αγγελική, απλά καν’ το. Όλοι έχουν βρει έναν τρόπο να τη χειρίζονται, βρες λύση. Επιθέσεις προς την Αγγελική: Είναι τρελή, είναι άρρωστη, δεν του είχε πει για ζάναξ που έπαιρνε (συγγνώμη λέμε κάτι τέτοιο; Εδώ οι περισσότεροι δεν μας λένε πως έχουν γυναίκα και παιδιά). Λόγια υπέρ της Αγγελικής: Έχει ένα δικό της σύστημα, που μόνο εκείνη το ξέρει και έχει φτιάξει τα αρχεία του γραφείου Γιάνναρος. Τώρα αρνείται να εκπαιδεύσει τη Στεφανία σε αυτά, αλλά εάν η Στεφανία ήταν «καπάτσα» θα την κατάφερνε.

Κάναμε όλες τίμιες προσπάθειες να ηρεμήσει. Η φίλη μου είπε πως είναι σίγουρα πολύ δύσκολο το να καταφέρουν όλα όσα καταφέρνουν, το να έχουν και τη σχέση τους και την καθημερινή επικοινωνία στη δουλειά. Η Στεφανία του έλεγε πως δεν του αρμόζει αυτή η συμπεριφορά. Εγώ ήθελα απλά να φύγω και κάπως να σωθεί κα η Στεφανία από αυτά. Του είπα μερικά εξισορροπητικά, αλλά υποθέτω καταλάβαινε πως δεν τα εννοούσα. Πώς άραγε να τα εννοούσα; Εξ άλλου μόλις είχε πει πως δεν ήθελε να μας πάει από το λιμάνι στο ξενοδοχείο αλλά το έκανε γιατί «ήμασταν φίλες της Στεφανίας».

Στο παραλήρημα έβριζε και τον μεγάλο γιο του, επειδή εκείνος είχε αρνηθεί να μαζέψει εμετούς στο μαγαζί Γιάνναρος. «Μια μέρα στην 4η δημοτικού είχες κάνει εμετό και τον είχα μαζέψει, το θυμάσαι;», μας είπε πως του είπε και υποτίθεται πως αυτό ήταν αποστομωτικό για τον γιο του. Ο Γιάννης θύμωνε όλο και περισσότερο τον εαυτό του: «Θα σας αφήσω νομίζετε να πάτε πίσω εσείς εμένα;» (η Στεφανία, η Αγγελική και ο γιος του) και το τραπέζι τρανταζόταν από τα χτυπήματα.

Επέμενε πως η Στεφανία δεν είχε κάνει αρκετές προσπάθειες να προσεγγίσει τον γιο του, ο οποίος είναι πια 25. Η Στεφανία έλεγε πως έχει κάνει προσπάθειες, αλλά ο ίδιος δεν θέλει παραπάνω επαφές, είναι κάπως πιο κλειστός και επίσης γνωρίζει πως η μητέρα του την αντιπαθεί, συνεπώς και ο ίδιος δεν είναι ιδιαίτερα ανοιχτός σε περισσότερα. Ο Γιάννης είπε πως εάν η ίδια του πρόσφερε, λόγου χάρη, ένα βαζάκι μέλι και του έλεγε να το δώσει στη μητέρα του, τότε κι αυτός θα «τουμπαριζόταν» υπέρ της. Μάλιστα, ο Γιάννης στάθηκε πολύ σε ποια ζητήματα η Στεφανία γίνεται χίλια κομμάτια και σε μερικά άλλα όχι. Πως με τον πρώην άνδρα της πέρασε αυτά τα εγκληματικά πράγματα αλλά έμεινε 20 χρόνια. Τώρα, για εκείνον, γιατί δεν κάνει περισσότερες θυσίες; Μάλιστα, λέει, ένα e-mail που πρέπει να σταλθεί από την Αγγελική θα το στείλει η Στεφανία, αύριο κιόλας και δεν ακούει κουβέντα.

Η Στεφανία πρόσεχε πολύ να μην τον θυμώσει παραπάνω, αλλά κρατούσε και το έδαφός της. Συχνά με κοιτούσε, μάλλον ελπίζοντας να τα πω στον Γιάννη, μαλακά αλλά υπέρ της, αλλά την τελευταία φορά που το έκανα διαπίστωσα πως δεν αλλάζει το τροπάρι, συνεπώς της ανταπέδιδα το βλέμμα με απαισιοδοξία. «Δεν την ακούς όμως, τι σου λέει», του είπε, όταν του είχα μιλήσει. Ούτε τη φίλη άκουγε.

«Σε πήρα από τις εργατικές πολυκατοικίες. Σεβάστηκα να μη σε λέω “Νίτσα”, που ήταν υποτιμητικό χαϊδευτικό που σου έλεγαν άλλοι. Σεβάστηκα να μη σου τραβάω τη μύτη, επειδή μου το ζήτησες». Συνέχισε κατηγορώντας τη πως την έσωσε με τα λεφτά του, αλλά εκείνη δεν έχει χρήματα να φτιάξει το αμάξι της και να κάνει μια επέμβαση που πρέπει. Θα ρωτήσω άλλη μια φορά, έτσι είναι οι gold diggers;

Ξαφνικά η Στεφανία λέει πως εάν είναι να είναι έτσι, ας τελειώσουν. Τι να τελειώσει λέει ο Γιάννης; Όλα, απαντάει εκείνη. Της φωνάζει πως απολύεται από το μαγαζί Γιάνναρος και να ψάξει για δουλειά. Αυτός λέει φταίει που την έκανε άνθρωπο και της κόλλησε και ένσημα. Της ζητάει τα δαχτυλίδια που της είχε δώσει και της τα πετάει πίσω. Η φίλη μου βρίσκει το ένα, ο Γιάννης μαζεύει το άλλο. Ο Γιάννης λέει πως η Στεφανία δεν ξέρει από λεφτά κι αυτά κοστίζουν πολύ.

Τότε τη χτυπάει. Μερικές φορές ακουμπάμε φιλικά κάποιον στην πλάτη για να τον χαιρετίσουμε. Εκείνος μιμήθηκε αυτό τον χαιρετισμό, λέγοντας της «γεια σου» αλλά το χτύπημα ήταν καθαρή βία. Το σώμα της τραντάχτηκε και πετάχτηκε μπροστά. Είχε τα χέρια στους αγκώνες όλη αυτή την ώρα και τώρα τα έβαλε από εκεί για να πιαστεί από το τραπέζι.

Η φίλη κι εγώ είχαμε παγώσει, σκεπτόμενες τι πρέπει, τι οφείλουμε να κάνουμε τώρα.

Ο Γιάννης φεύγει, μένουμε πίσω οι τρεις μας σε κακή κατάσταση. Ένιωθα πως από τη στιγμή που ξεκίνησε αυτό, είχαν περάσει μέρες. Ένιωθα ενοχές, πως κάπως τους «χωρίσαμε» αλλά ήξερα πως δεν πρέπει να μείνει με αυτόν. Όμως δεν μπορώ εγώ να ξέρω για τους άλλους.

Περνάει κάποια ώρα που παρηγορούσαμε τη Στεφανία και ανταλλάζαμε ματιές τρόμου και θλίψης.

Ο Γιάννης επιστρέφει. Της λέει πως ή θα πάει μαζί του να μαζέψει τα πράγματα της, ή δεν θα τα βρει. Εκείνη επιμένει να του απαντάει πως θα έρθει σε λίγο. Τελικά αποφασίζει να τον ακολουθήσει.

Η διαδρομή από το μαγαζί στο δωμάτιο μας αλλά και από το μαγαζί στο σπίτι του Γιάννη ήταν περίπου δέκα λεπτά, ωστόσο συζητούσαμε με τη φίλη τι θα γίνει, τι θα κάνουμε. Αστυνομία; Ο Γιάννης ήξερε ποιες ήμασταν, φοβόμασταν πως θα μας βρει, αλλά από την άλλη δεν μπορούσαμε να αφήσουμε τη Στεφανία.

Περπατάω προς το σπίτι του Γιάννη κρατώντας το κινητό στο χέρι. Εάν άκουγα ή έβλεπα οτιδήποτε θα έπαιρνα την αστυνομία. Σκόπευα να μείνω από κάτω και μετά από λίγο να την πάρουμε τηλέφωνο. Τότε εμφανίζεται ο Γιάννης με τη βαλίτσα και η Στεφανία από πίσω. Την «παρέδωσε» σε εμάς κι έφυγε. Ήρθε άλλη μια φορά για να της φέρει ένα μπουκαλάκι νερό για να πάρει το φάρμακό της. Τρομερά πράγματα!

Η Στεφανία δεν έβρισκε τίποτα μέσα στη βαλίτσα, της τα είχε πετάξει όλα μέσα κουβάρι.

Μείναμε στο μπαλκόνι μέχρι τις 4 το πρωί. Αναλύσαμε τα πάντα για τον Γιάννη. Σε κάποια πράγματα όντως τον θαύμαζε. Έλεγε πως, πράγματι, σε κάποια ζητήματα την είχε βοηθήσει. Της είπα για εσάς, για εμάς, για τη Womanlandia. Της είπα να μας βρει και να το πιάσουμε από εκεί, ένα βήμα τη φορά.

Ήξερα πως τη χτυπάει. Το ήξερε και η φίλη μου. Κάποια στιγμή κατέβηκα μπροστά από το μπαλκόνι που ήταν η είσοδος των δωμάτιών που μέναμε και έπαιζα με ένα μικρό γατί. Κοιτούσα προς το σπίτι του Γιάννη και άκουγα τη φίλη μου να παρηγορεί τη Στεφανία. Ένιωθα σαν ανίκανος φρουρός. Πώς εξηγείς ποτέ σε κάποιον άντρα πως είναι να νιώθεις σαν ανίκανος φρουρός άλλων γυναικών; Πώς τον ικετεύεις να βγει από τον τόσο καλύτερο κόσμο του και να έρθει για λίγο στο γκέτο σου;

Η ηρεμία του μπαλκονιού ήταν το ακριβώς αντίθετο από το πεδίο μάχης του Γιάννη στο μαγαζί. Τελικά, κοιμηθήκαμε και οι τρεις στο διπλό κρεβάτι. Αυτές τις διακοπές τις είχα κλείσει με έναν, σαν πρώην μου, και τελικά πήγα με τη φίλη μου. Τώρα, σκεφτόμουν, ευχαρίστως θα έλεγα στη Στεφανία αναλυτικά οτιδήποτε δύσκολο έχω περάσει, ξέρω πως θα με καταλάβει.

Πριν ξαπλώσουμε βρήκαμε εισιτήρια για να φύγει το πρωί. Κύθηρα, Νεάπολη, κι από κει Αθήνα. Η επόμενη πτήση αργούσε, δυο μέρες μακριά. Της έστειλα σκρινσοτ τις ώρες των εισιτηρίων για να μην τα ξεχάσει. Ακριβώς από πάνω στο τσατ, ήταν οι φωτογραφίες που την είχα τραβήξει με τον Γιάννη στην Καστρόπολη με το ωραίο ηλιοβασίλεμα.

Το πρωί, χτυπάει το τηλέφωνο και είναι ο Γιάννης. Θα την πάει αυτός μέχρι το λιμάνι για να μιλήσουν στο μεταξύ. Με τη φίλη περνάμε όλο το πρωί κάνοντας ντιμπέιτ: θα τη σκοτώσει ή θα τα βρουν;

Μας παίρνει δυο φορές τηλέφωνο και μας στέλνει μηνύματα. Θα το προσπαθήσει πάλι με τον Γιάννη, αλλά δεν θα υποχωρεί, λέει. Θέλει να μας πάει ο Γιάννης στο αεροδρόμιο για να απολογηθεί, λέει. Εμείς λέμε πως το ξέρουμε και ελπίζουμε να είναι καλά. Δεν θέλω να γράψω οτιδήποτε που να δείχνει κατανόηση στην επιστροφή στον Γιάννη, αλλά από την άλλη δεν θέλω να νιώσει μόνη. Στο τελευταίο μήνυμα της έγραψα πως οποτεδήποτε της έρθει, να μου στείλει. Εάν και είμαι βέβαιη πως ο Γιάννης θα τη βάλει να μας σβήσει από τα σόσιαλ κάποια στιγμή.

Τα σχόλια είναι προσβάσιμα μόνο στα μέλη της Womanlandia. Για να γίνετε μέλος, πατήστε εδώ.