«Ήταν μια εξαίρετη καθηγήτρια αγγλικών, με διδακτορικό και ερευνητικό έργο».
«Ακολουθούσε αντιπαιδαγωγικές μεθόδους».
«Μιλούσε επτά γλώσσες».
«Είχε παραπεμφθεί σε υγειονομική επιτροπή ως πιθανώς ακατάλληλη για διδασκαλία».
«Είχε διδάξει στην τριτοβάθμια».
«Είχε από πριν προβλήματα υγείας».
Μάλιστα. Κι εγώ ρωτάω: Και λοιπόν;
Η Σοφία Χρηστίδου δεν έχει πια καμία από τις παραπάνω ιδιότητες. Είναι νεκρή από το περασμένο Σάββατο 7 Μαρτίου 2026, από βαρύ εγκεφαλικό. Έχει ήδη δρομολογηθεί ΕΔΕ για τις συνθήκες που προηγήθηκαν του θανάτου της. Διερευνάται το ακραίο bullying που υπέστη από ορισμένους μαθητές της στο 3ο ΓΕΛ Θεσσαλονίκης, η στάση του συλλόγου καθηγητών, της διεύθυνσης του σχολείου και της τοπικής ΔΔΕ (Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης) απέναντι στα γεγονότα και το πώς διαχειρίστηκαν την κατάσταση.
Από τη μία πλευρά, ο δικηγόρος της οικογένειας της θανούσας και το στενό της περιβάλλον περιγράφουν μια εξαιρετική εκπαιδευτικό κι έναν σύλλογο εχθρικό απέναντί της σχεδόν όσο και τα παιδιά που έκαναν το bullying. Από την άλλη, ο σύλλογος γονέων και κηδεμόνων του σχολείου την κατηγορεί για παιδαγωγική ανεπάρκεια και απαράδεκτη συμπεριφορά. Κάπου στη μέση, μια σαστισμένη (;) κοινή γνώμη αναρωτιέται τι γενιά ανατρέφουμε, πώς κατάντησαν έτσι τα σχολεία, τι θα γίνει με την παραβατικότητα και γιατί «δεν μιλάει κανείς γι’ αυτά» που «πρέπει επιτέλους να ακουστούν».
Και ξαναρωτάω: Και λοιπόν;
Έχει πραγματικά σημασία ποιο ήταν το ποιόν της καθηγήτριας κι αν είχε από πριν προβλήματα υγείας;
Καμία, και θα εξηγήσω γιατί το λέω αυτό.
Victim Shaming
Αυτό για το οποίο όντως δεν πολυμιλάμε εκτός κλάδου (βάζω και την αφεντιά μου μέσα γιατί once εκπαιδευτικός, always εκπαιδευτικός κι ας μην είμαι πια ενεργή) είναι το πώς κρίνουμε τους άλλους εκπαιδευτικούς. Κρίνουμε πράγματα όπως: Έχει πυγμή; Έχει τσαγανό; Έχει γερό στομάχι; Έχει μεταδοτικότητα; Μήπως αφήνει τα παιδιά να του/της πάρουν τον αέρα; Όποιος περνάει αυτά τα τεστ, γίνεται αποδεκτός ως ισότιμος συνάδελφος. Όποιος όχι, στιγματίζεται, έστω διακριτικά και άτυπα. Η έσχατη ντροπή στο σινάφι, να «μην μπορείς να κρατήσεις τάξη». Ακόμα χειρότερα, να «μην κάνεις για τάξη». Τους «αποτυχημένους» τους κοιτάζουμε με μια κάποια περιφρόνηση και οίκτο – και τον κρυφό τρόμο που κανείς δεν ομολογεί: μήπως βρεθούμε κάποτε στη θέση τους. Μήπως μας πετάξουν κι εμάς μπουκάλια με σοκολατούχο γάλα και μουγκρίζουν μέσα στο μάθημα χωρίς να βρίσκουμε τρόπο να αντιδράσουμε, και πάθουμε αυτά που κοροϊδεύαμε. Γιατί, στο πολύ βάθος, ξέρουμε πως δεν είναι 100% στο χέρι μας να τα αποφύγουμε.
Και, πάνω απ’ όλα, το ύψιστο «πρέπει» του εκπαιδευτικού: επιτελείς λειτούργημα, άρα πρέπει να λατρεύεις τη δουλειά σου, να μην την αλλάζεις με τίποτα όποιες κι αν είναι οι συνθήκες, να έχεις πάθος, να αγαπάς τα παιδιά και την επιστήμη, να μην τα παρατάς ποτέ, να βρίσκεις τρόπους και λύσεις για όλα. Όπως ακριβώς οι μανάδες πρέπει να λατρεύουν τη μητρότητα no matter what και οι καλλιτέχνες να δουλεύουν απλήρωτοι διότι η Παιδεία, η Μάνα και η Τέχνη είναι πολύ ιερά πράματα για να έχουν μπάτζετ. Τότε, θα πάρεις το φωτοστέφανο της ηθικής ανωτερότητας. Όσο πιο «ζόρικα» τα σχολεία που δίδαξες και επιβίωσες ψυχικά και σωματικά, τόσο μεγαλύτερο το παράσημο.
Αν κουραστείς, αν μετανιώσεις, αν παραδεχτείς ότι δεν ξετρελαίνεσαι για το δασκαλίκι απλώς εκεί βρέθηκες για να βγάλεις τα προς το ζην, θεωρείται λίγο «προδοσία» – ακόμη κι αν είναι πολλοί ή οι περισσότεροι αυτοί που δεν είναι τόσο τυχεροί ή τόσο ζηλωτές της διδασκαλίας. Και αν ανήκεις σε αυτήν την κατηγορία… ας πρόσεχες. Ναι μεν τα παιδιά δεν θα έπρεπε… αλλά κι εσύ… «αν έκανες καλά τη δουλειά σου, δεν θα συνέβαινε».
Μόνο που θα συνέβαινε, και συμβαίνει.
Δεν συμφωνώ καθόλου με τα τόσα δημοσιεύματα που τονίζουν τα πτυχία και το βιογραφικό της Σ. Χρηστίδου, σαν να προσπαθούν να αποδείξουν πως ήταν αρκετά καλή ώστε «να μην αξίζει» τέτοια συμπεριφορά, τραβώντας για άλλη μια φορά την προσοχή από τους θύτες στο θύμα.
Και ματα-ξαναρωτάω: ποιος την αξίζει, τέτοια συμπεριφορά;
Είτε η Χρηστίδου ήταν μια υποδειγματική παιδαγωγός-ανιματέρ σαν τον (κατά τη γνώμη μου εγκληματικά ανεύθυνο, αλλά άλλη υπόθεση αυτό!) Μίστερ Κίτιν στον Κύκλο των Χαμένων Ποιητών, είτε ήταν απλώς η μέση καθηγήτρια σε μια τάξη με δυσκολίες, είτε «αυτή η καθηγήτρια/ καθηγητής» που όλοι θυμόμαστε από τα σχολικά μας χρόνια να γίνεται της κακομοίρας στο μάθημά της, είτε της το έκαναν αυτό συγκεκριμένα παιδιά μία χρονιά είτε όλα ανεξαιρέτως στην καριέρα της, είτε τα παιδιά-δράστες έκαναν τα ίδια και σε άλλους καθηγητές είτε όχι, το ερώτημα ένα είναι:
Της έκαναν έξω από κάθε έννοια ορίου bullying μαθητές στην τάξη;
Της έκαναν.
Κι εκεί, κατά τη γνώμη μου, θα έπρεπε να λήξει κάθε συζήτηση για την παιδαγωγική και ηθική αξία της εκλιπούσας και να ανοίξει η συζήτηση περί σχολικής παραβατικότητας.
Πριν φτάσουμε σε μεγαλοστομίες για συστηματική διάλυση της δημόσιας εκπαίδευσης, τα αυξανόμενα ποσοστά παιδικής κι εφηβικής παραβατικότητας, την οικονομική κρίση, το σχολείο που είναι μια μικρογραφία της κοινωνίας κτλ. κτλ., ας ξεκινήσουμε από κάτι πιο απλό:
- Πώς διαχειρίστηκε το ίδιο το σχολείο το φαινόμενο των έκτροπων;
- Έγιναν οι απαραίτητες προβλεπόμενες ενέργειες;
- Έπρεπε μια καθηγήτρια να πεθάνει (και επιπλέον, να αποδειχθεί το πρακτικά αναπόδεικτο, ότι ο θάνατός της σχετίζεται με τα τραυματικά της βιώματα) για να ανοίξει ο φάκελος του τι συνέβαινε στη συγκεκριμένη σχολική μονάδα;
Αυτοί είναι οι λόγοι που έχει γίνει αίτημα για ΕΔΕ.
Η Womanlander Ανεζιώ, συνταξιούχος καθηγήτρια ΔΕ και διευθύντρια σχολικής μονάδας, σχολιάζει:
«Μετά το τραγικό γεγονός της απώλειας μιας συναδέλφου που είχε υποστεί ανελέητη κακοποίηση μέσα στην τάξη, έχει αρχίσει η απόδοση ευθυνών, στους γονείς, στην κοινωνία, στο κράτος, στο υπουργείο, ενώ το πρώτο που οφείλουμε να ρωτήσουμε είναι πώς αντιμετωπίστηκε το φαινόμενο μέσα στο ίδιο το σχολείο.
Εντάξει, χάλια η κοινωνία, οι γονείς απαράδεκτοι, το κράτος μαύρο χάλι, μα αυτό τι σημαίνει; Πως αφήνουμε τέτοια φαινόμενα ανεξέλεγκτα επειδή το σύστημα είναι χάλια; Κι ο γιατρός του νοσοκομείου θα μας αφήσει να πεθάνουμε, επειδή το σύστημα υγείας είναι απαράδεκτο;
Έρχεται μια καθηγήτρια στο γραφείο του διευθυντή, όχι η συγκεκριμένη με τη μεγάλη εμπειρία και τις εξαιρετικές περγαμηνές, αλλά μια αρχάρια, άπειρη, με εμφανή αδυναμία να επιβληθεί και μας αναφέρει όλα αυτά που γράφει στην αναφορά της. Στο δικό μου εκπαιδευτικό σύμπαν, καλώ αμέσως σύλλογο καθηγητών, ρίχνουμε την ανάλογη ποινή, ενημερώνουμε γονείς ότι την επόμενη φορά θα ψάξουν για άλλο σχολείο και επίσης ζητάμε και τη βοήθεια του συμβούλου παιδαγωγικών. Όλα αυτά μετά την ποινή, όχι ως δικαιολογία για να μείνουν ατιμώρητοι οι υπαίτιοι.
Ακούω ότι οι διευθυντές και οι σύλλογοι φοβούνται τις αντιδράσεις των γονέων και την έλλειψη υποστήριξης από το υπουργείο. Λυπάμαι αλλά αν παραιτηθούμε από το ρόλο μας και παραδώσουμε το σχολείο σε αντικοινωνικές συμπεριφορές, έχουμε πολύ χειρότερα να φοβηθούμε.
Οι μαθητές που μυρίζονται την αδυναμία του σχολείου να επιβάλει στοιχειώδη σεβασμό στους κανόνες γίνονται πολύ γρήγορα θύτες και θύματα συγχρόνως, γιατί αυτό το σχολείο της βίας δεν κάνει εξαιρέσεις κι ο καθένας μπορεί να βρεθεί αργά η γρήγορα στο στόχαστρο».
Συνάδελφοι είμαστε όλοι στην τρέλα κι εγώ δεν έχω για νοίκι
Επειδή βλέπω να μπλοκάρει το Άμαζον από τις πολλές παραγγελίες σύννεφων για ελεύθερη πτώση, θα ήθελα να επισημάνω πως το bullying από μαθητές προς εκπαιδευτικούς δεν είναι κάτι άγνωστο. Δεν έχει υπόσταση το ερώτημα «γιατί δεν βουίζει ο τόπος». Εδώ και τουλάχιστον είκοσι χρόνια, δεν βουίζει μόνο ο τόπος αλλά ο κόσμος όλος. Τα ποσοστά burnout των εκπαιδευτικών είναι από τα πιο υψηλά παγκοσμίως κι ολοένα αυξάνονται. Οι μαρτυρίες εκπαιδευτικών, στην ιδιωτική και δημόσια σφαίρα, πάμπολλες.
Η Womanlander Lou, εν ενεργεία εκπαιδευτικός ΠΕ & ΔΕ, επισημαίνει:
«Όλοι οι εκπαιδευτικοί έχουμε βρεθεί σε τμήματα όπου η κατάσταση είναι έκρυθμη. Η προσωπική μου στατιστική είναι ότι 1 στα 30 τμήματα είναι μη διαχειρίσιμο. Η οδηγία του υπουργείου Παιδείας προς τον εκπαιδευτικό κόσμο για αυτές τις περιπτώσεις είναι η εξής: “Τα χέρια στις τσέπες”. Ναι, σωστά διαβάσατε. Αυτό μας λένε. Όταν τα πράγματα ξεφεύγουν, θα βάζετε τα χέρια στις τσέπες. Σε απλά ελληνικά, ό,τι και να συμβεί, θα σφίξετε δόντια και θα μείνειτε ψύχραιμοι, για να μην απαντήσετε. Νομίζω, είναι καιρός να αρχίσουμε να συζητάμε σοβαρά για την απουσία νομικού πλαισίου, που προστατεύει τους εργαζόμενους στα σχολεία. Όχι μόνο τους καθηγητές, αλλά και τις καθαρίστριες, οι οποίες έρχονται αντιμέτωπες με αδιανόητες απρέπειες».
Και συνεχίζει:
«[στο διάλειμμα] Bλέπω τέσσερις νταήδες να έχουν βάλει κάτω το πιο αδύναμο παιδάκι (που η μαμά του έχει δυσίατη νόσο σε προχωρημένο στάδιο και δεν θα τον υπερασπιστεί κανείς) και τον κλωτσούν όλοι μαζί στη σπονδυλική στήλη με μανία. Και η υπόλοιπη τάξη να παρακολουθεί, λες και είναι ταινία. Μπήκα στη μέση ουρλιάζοντας. Εννοείται έγιναν συζητήσεις επί συζητήσεων, αλλά τα τέσσερα αγόρια παράλληλα τιμωρήθηκαν από το σχολείο: Στέρηση διαλείμματος στο προαύλιο για μία εβδομάδα. Παράτυπα όμως, γιατί ο νόμος δεν επιτρέπει ποινές, και οι γονείς τους δεν τόλμησαν να πουν τίποτα. Δεν μπορώ να φανταστώ πώς ένιωσε εκείνη η μητέρα, όταν είδε τις μελανιές.
»Μία άλλη φορά, εκεί που έκανα μάθημα, μπήκε ο Ε., ένα παιδί με πολλά προβλήματα στο περιβάλλον του, και φώναζε στους συμμαθητές του αγνοώντας πλήρως την παρουσία μου. Φυσικά εκείνοι του απάντησαν και η τάξη μετατράπηκε σε λίγα δευτερόλεπτα σε γήπεδο. Του έβαλα ωριαία αποβολή και συνέχισα να κάνω μάθημα. Ο Ε. ζήτησε το λόγο, δεν τον πήρε, γεγονός που οδήγησε σε έκρηξη θυμού από την πλευρά του. Έβαλε το δάχτυλό του σε απόσταση εκατοστών από το μάτι μου, ούρλιαξε “άντε γ*μήσου” και κοπάνησε την πόρτα.
Θα μπορούσα να ζητήσω μονοήμερη αποβολή, αλλά ο νόμος έχει ένα παραθυράκι για διαγραφή απουσιών λόγω αποβολής με απόφαση συλλόγου διδασκόντων στο τέλος της χρονιάς και το μόνο που θα κατάφερνα θα ήταν να στοχοποιηθώ. Ο μαθητής, ο οποίος χρειαζόταν παρέμβαση από κοινωνικό λειτουργό και ψυχολόγο, είχε ήδη μείνει στην ίδια τάξη πολλές φορές και το σχολείο δεν είχε την αντοχή και τα μέσα να τον κρατήσει για… έβδομη χρονιά. Η μητέρα του σχολίασε το εξής: “Στην Αλβανία δεν θα τολμούσε ποτέ να φερθεί έτσι, γιατί εκεί τα σχολεία έχουν κανόνες”. Ακούγεται εξωφρενικό, αλλά είχε δίκιο: τα ελληνικά σχολεία δεν έχουν κανόνες. Ο νόμος προβλέπει γονεϊκή συναίνεση για τα πάντα: να στείλεις κάποιον για διάγνωση, στον ψυχολόγο, να φέρεις παράλληλη στήριξη ή να προτείνεις αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος. Μπορεί κάποιος να βάλει κυριολεκτικά φωτιά στην τάξη του, αλλά αν δεν θέλει ο ίδιος να φύγει, το σχολείο είναι υποχρεωμένο να τον κρατήσει.
Ωριαία απομάκρυνση επιτρέπεται μόνο στη δευτεροβάθμια κι αυτό με δική σου ευθύνη. Αν βγάλεις κάποιον από την αίθουσα επειδή κανιβαλίζει το μάθημα, κινδυνεύεις με μήνυση σε περίπτωση που πηδήξει τα κάγκελα και φύγει ή πέσει από τη σκάλα».
Αφού πω κι εγώ τη χιλιοειπωμένη ιστορία μου για εκείνο το λύκειο (2011-2012) όπου δεν χρησιμοποιούσαμε ποτέ τον πίνακα γιατί ξέραμε πως αν γυρίσουμε την πλάτη μας θα εκτοξευτούν αναμμένες σαΐτες, νεράντζια με ξυραφάκια και άλλα αντικείμενα προς πάσα κατεύθυνση, θα επαναλάβω πως όλα αυτά είναι γνωστά και ακούγονται. Ένα απλό γκουγκλάρισμα θα σας βγάλει τουλάχιστον είκοσι τέτοια δημοσιεύματα από τα τελευταία πέντε χρόνια – κι αυτά είναι μόνο όσα φτάνουν στα ΜΜΕ.
Ακούγονται, μα δεν εισακούγονται. Δεν αλλάζουν κάτι.
Για κάποια φαινόμενα, όσο φανερά κι αν είναι, όσο γνωστά και συνηθισμένα, η πληροφόρηση από μόνη της, ή ακόμα κι η συγκίνηση, η αγανάκτηση, η αφύπνιση δεν θα τα μετουσιώσουν σε γνώση ικανή να φέρει δράση και μετακίνηση. Βουίζει ο τόπος μεν, αλλά τα πράγματα μένουν στο βουητό.
Η ανάλυση των αιτίων με ξεπερνάει, αλλά αν κάτι είναι βέβαιο είναι πως οι κοινωνίες όταν είναι φοβισμένες, απελπισμένες, σε κατάσταση χαοτική αλλά ακόμα –κάπως– βιώσιμη, δεν μετακινούμαστε εύκολα, δεν ξεβολευόμαστε, δεν αλλάζουμε θέση.
Μένουμε στο «και σαν τι μπορεί να γίνει δηλαδή» ή προτείνουμε πράγματα ανεφάρμοστα, ή που έχουν ήδη εφαρμοστεί αλλά έπεσαν στο κενό.
Τα σχόλια είναι προσβάσιμα μόνο στα μέλη της Womanlandia. Για να γίνετε μέλος, πατήστε εδώ.
