Η περίφημη δήλωση της νεόκοπης αρχηγού κόμματος Μαρίας Καρυστιανού περί εκτρώσεων σχολιάστηκε πολύ περισσότερο από ό,τι όταν έκαναν αντίστοιχες δηλώσεις ακροδεξιά κόμματα ή ακόμα και όταν το ΚΚΕ (που τυπικά ανήκει σε χώρο που μάχεται για τα ανθρώπινα δικαιώματα) πήρε θέση κατά του γάμου για όλα τα φύλα.
Γιατί σχολιάστηκε περισσότερο;
Η απάντηση είναι προφανής: γιατί υπήρχε πολύς κόσμος που δεν περίμενε τέτοιου είδους δηλώσεις από το συγκεκριμένο πρόσωπο.
Γιατί δεν τις περίμενε;
Και, αντ’ αυτού, τι περίμενε;
Και στα δύο ερωτήματα, η απάντηση είναι πως ο καθένας περίμενε την εκπλήρωση των προσδοκιών του.
Η Καρυστιανού και το κίνημα των Τεμπών
Η Μαρία Καρυστιανού είχε δημιουργήσει τόσες προσδοκίες επειδή δεν συστήθηκε στο πλατύ κοινό ως πολιτικός αλλά ως ακτιβίστρια που έδωσε πνοή και ηγήθηκε σε ένα παλλαϊκό αίτημα: την απόδοση δικαιοσύνης στην υπόθεση των Τεμπών. Δύσκολα δεν θα ταυτιζόταν κανείς με κάτι τέτοιο. Δεν επιδίωξε να βρεθεί στο προσκήνιο: δεν θα βρισκόταν αν δεν είχε χάσει το παιδί της κι αν δεν είχαν χαθεί άλλοι 56, και σίγουρα η ίδια θα έδινε τα πάντα για να μην έχει βρεθεί ποτέ σε αυτή τη θέση.
Οι αντικυβερνητικοί χώροι είδαν στο πρόσωπό της ελπίδα, εντιμότητα, μεθοδικότητα και πυγμή αρκετή ώστε να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης για την υπάρχουσα διεφθαρμένη κυβέρνηση.
Οι αντισυστημικοί είδαν ένα άτομο που αγωνιζόταν κατά της διαφθοράς, ξεχνώντας όμως ότι άλλο να είναι κανείς αντικυβερνητικός κι άλλο αντισυστημικός.
Οι φεμινίστριες είδαμε όλα τα παραπάνω στο πρόσωπο μιας γυναίκας.
Απογοητευμένοι ψηφοφόροι κάθε κόμματος και παράταξης είδαν μια μητέρα που έκανε την προσωπική της τραγωδία κοινωνικό αγώνα.
Και όλοι ανεξαιρέτως είδαμε ένα φρέσκο πρόσωπο, κάτι για το οποίο το ελληνικό εκλογικό σώμα διψάει σε βαθμό που θεώρησε πριν δυο χρόνια πολλά υποσχόμενο πολιτικό τον Στέφανο Κασσελάκη, απλώς και μόνο επειδή ήταν ουρανοκατέβατος και ανοιχτά γκέι.
Για όσους λοιπόν είδαν την κίνηση της εξαιρετικής αυτής ακτιβίστριας να ιδρύσει κόμμα ως κάτι θετικό, η ψυχρολουσία ήταν αναμενόμενη. Οι δηλώσεις της περί εκτρώσεων, δικαιωμάτων του εμβρύου και στη συνέχεια η αδέξια προσπάθειά της να τα μπαλώσει κάνοντάς τα χειρότερα προκάλεσαν το γνωστό μούδιασμα: «Ωχ, και τώρα τι θα ψηφίσω;»
Όμως, άλλο ακτιβισμός κι άλλο πολιτική. Αυτά τα δύο συνδέονται, αλλά δεν ταυτίζονται. Ο ακτιβισμός έχει πολύ ειδικούς στόχους, εντάσσεται μεν στην πολιτική δράση αλλά η τελευταία είναι κάτι πολύ ευρύτερο. Μπορώ να αγωνίζομαι με κοινό στόχο την απόδοση δικαιοσύνης σε συγκεκριμένο ζήτημα με ένα άτομο με του οποίου τις θρησκευτικές ή οικονομικές αντιλήψεις είμαι κάθετα αντίθετη. Αυτή είναι η ομορφιά του ακτιβισμού άλλωστε, η γεφύρωση τέτοιων διαφορών, η υπενθύμιση πως μπορούμε να τις βάλουμε στην άκρη αν χρειαστεί, για να συνυπάρξουμε.
Η ίδρυση κόμματος είναι άλλη υπόθεση. Ένα κόμμα πρέπει να έχει πολιτικό σχεδιασμό και ιδεολογική τοποθέτηση απέναντι σε πολλά ζητήματα, όχι σε ένα: υγεία, παιδεία, οικονομία, εξωτερική πολιτική, ανθρώπινα δικαιώματα. Εάν είναι πολύ άκαμπτο βαλτώνει, αλλά και αν είναι πολύ ασαφές δεν έχει ταυτότητα.
Αυτό είναι ένα από τα προβλήματα των προσωποπαγών κομμάτων. Των κομμάτων δηλαδή που ιδρύονται και συνδέονται με συγκεκριμένα πρόσωπα αλλά συγκεχυμένες πολιτικές θέσεις: δεν μπορούμε να φανταστούμε την Πλεύση Ελευθερίας χωρίς τη Ζωή Κωνσταντοπούλου ή το Ποτάμι (το θυμάστε;) χωρίς τον Σταύρο Θεοδωράκη. Χωρίς τους ηγέτες-ιδρυτές τους, τέτοια κόμματα δεν έχουν λόγο ύπαρξης.
Τα κόμματα αυτά είναι συνηθισμένο φαινόμενο στην ελληνική πολιτική, είναι κατά κανόνα βραχύβια, έχουν ίσως για κάποιο διάστημα μεγάλο ρεύμα αλλά τελικά, καθώς δεν έχουν κατεύθυνση προς κάποιον πολιτικό στόχο αλλά συσπειρώνονται γύρω από ένα και μόνο πρόσωπο, δεν παίζουν τελικά μεγάλο ρόλο πέρα από το επίπεδο της μικροπολιτικής.
Και το «Κίνημα των Πολιτών» έχει κάνει σαφές από την αρχή πως σε αυτή την κατηγορία κομμάτων ανήκει, τονίζοντας σε κάθε ευκαιρία ότι δεν έχει καμία ιδεολογική απόχρωση κι απλώς θέλει το καλό του λαού.
Πώς θα βλέπαμε την Καρυστιανού χωρίς τα Τέμπη
Επομένως, όλες οι ματαιωμένες προσδοκίες των ανθρώπων που είδαν θετικά την κίνηση της Καρυστιανού να ιδρύσει κόμμα, βασίζονται στην εντύπωση που είχε δημιουργήσει η δράση της στο κίνημα των Τεμπών. Ως πολιτικό πρόσωπο δεν την ξέραμε.
Αν λοιπόν βγάλουμε τον ακτιβισμό από την εικόνα της, το πρώτο δείγμα που μας δίνει ως πολιτικός και όχι ως ακτιβίστρια, είναι:
Ένα προσωποπαγές κόμμα με την ασαφή περιγραφή «Κίνημα των Πολιτών» (μα, όλα τα κόμματα αυτό είναι, κινήματα πολιτών) και εξίσου ασαφείς θέσεις περί δικαιοσύνης και κάθαρσης που ξέρουμε πολύ καλά από πρόσφατη εμπειρία πως κανένα κόμμα σήμερα, με τη διαπλοκή που κυριαρχεί, δεν είναι σε θέση να κάνει πράξη. Οι προγραμματικές δηλώσεις της Μ. Καρυστιανού θυμίζουν λίγο το περίφημο «θα καταργήσουμε τα μνημόνια με ένα νόμο και ένα άρθρο». (Πώς;)
Μια κομματική σύνθεση που απευθύνεται ρητά στους απογοητευμένους κάθε παράταξης που δεν ξέρουν πια τι να ψηφίσουν, δηλαδή στοχεύει σε «ψήφους διαρροής» και λευκά, άκυρα και αποχή. Μια συγκυριακή εκλογική βάση, με δυο λόγια.
Μια επικεφαλής που απαντά αδέξια στις πιο αναμενόμενες δημοσιογραφικές ερωτήσεις-παγίδες ή πέφτει σε αντιφάσεις σε προετοιμασμένες δηλώσεις στον Τύπο: «Δεν είμαστε κόμμα διαμαρτυρίας, αλλά ζητάμε κράτος δικαίου και πάταξη της διαφθοράς» (τι άλλο κάνει ένα κόμμα διαμαρτυρίας;) ή: «Σέβομαι την ελεύθερη βούληση που είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη και άρα, εξ ονόματός της προτείνω να αποφασίσει ‘η κοινωνία’ (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό) αν πρέπει να συνεχίσουν να ισχύουν νομικά κατοχυρωμένα δικαιώματα όπως αυτό στην άμβλωση».
Μια πολιτικό που έχει στενές διασυνδέσεις με εκκλησιαστικούς κύκλους και συνεργασίες με πρόσωπα από τον ακροδεξιό χώρο. Ναι μεν προσπαθεί να σβήσει αυτές τις εντυπώσεις, αλλά σπεύδει να διευκρινίσει πως φυσικά, η ίδια είναι χριστιανή ορθόδοξη (χωρίς να ερωτηθεί).
Μια συνεντευξιαζόμενη που αποφεύγει να δώσει ευθείες απαντήσεις σε ερωτήσεις σχετικές με τη γραμμή του κόμματος και αντ’ αυτού γυρίζει την κουβέντα στο πρόσωπό της και στις προσωπικές της αντιλήψεις και συναισθήματα, που δεν έχουν θέση σε δηλώσεις και συνεντεύξεις που δίνει κάποια ως πολιτική αρχηγός.
Τέλος, βλέπουμε ανησυχητικά δείγματα λαϊκισμού στον λόγο της, την ίδια τάση που βλέπουμε σε όλα τα δυτικά νεοσυντηρητικά ρεύματα: την ισοπεδωτική ιδέα ότι όλα ανεξαιρέτως είναι ζήτημα άποψης ή πίστης (και όχι επιστημονικής γνώσης ή απόδειξης), ότι είναι ΟΚ να αποφασίζουμε με δημοψηφίσματα αν μας αρέσουν οι νόμοι ή όχι. Ας αποφασίσει ‘η κοινωνία’ λοιπόν (αλήθεια, κάθε πότε πρέπει να αποφασίζει; Δεν το αποφάσισε πριν 40 χρόνια;) αν οι εκτρώσεις πρέπει να είναι νόμιμες.
Το μυστηριώδες (καθόλου) είναι ότι όλα τα πολιτικά πρόσωπα που προτείνουν να αποφασίσει η κοινωνία/ ο λαός/ το έθνος με δημοψήφισμα, τα προτείνουν μόνο προκειμένου να αμφισβητήσουμε επιστημονικά αποδεδειγμένα γεγονότα ή ανθρώπινα δικαιώματα που μας τα έχει επιβάλει η κακιά woke agenda, κι όχι –ας πούμε– το πώς θα πρέπει να φορολογούνται οι πλούσιοι ή για το ποια δημόσια αγαθά θα περάσουν σε χέρια ιδιωτών.
Γιατί λοιπόν ξαφνιαζόμαστε επειδή ένα πρόσωπο που μας συστήνεται ως πολιτικός με αυτό το προφίλ κάνει αυτές τις δηλώσεις;
Μήπως στο παρελθόν είχε τοποθετηθεί υπέρ των εκτρώσεων, είχε στηρίξει το δικαίωμα στον γάμο για όλους, είχε μιλήσει για ανεξιθρησκία; Είχε τοποθετηθεί σε ζητήματα φεμινισμού;
Όχι. Και δεν ήταν κι υποχρεωμένη.
Σίγουρα, η εικόνα της ως πολιτικού δεν συνάδει καθόλου με την εικόνα της μαχητικής, προοδευτικής, ανεξάρτητης, έντιμης και άφοβης προσωπικότητας που είχε σχηματιστεί από την ακτιβιστική της δράση και που γοήτευσε και κέρδισε υποστηρικτές από τον χώρο της αντιπολίτευσης, αλλά… αυτή την εικόνα τη σχημάτισαν οι προσδοκίες και τα στερεότυπα που είχαμε εμείς. Όχι η ίδια.
Εντοπίζοντας τα στερεότυπα
Δεν θεωρώ πως η Καρυστιανού «μας ξεγέλασε» ή πρόδωσε κανέναν.
Και δεν θεωρώ πως ως πολιτικός έχει παραπάνω υποχρέωση από οποιοδήποτε άλλο πολιτικό πρόσωπο να σταθεί ηθικά στο ύψος των προσδοκιών του κόσμου. Γιατί να έχει;
Επειδή είναι γυναίκα;
Επειδή είναι μια μητέρα που της σκότωσαν το παιδί της;
Επειδή είναι μια χαροκαμένη μητέρα που αρνήθηκε να συμβιβαστεί με τον ρόλο του παθητικού θύματος και αποφάσισε να σηκώσει ανάστημα και στη συνέχεια να ασχοληθεί με την πολιτική;
Αυτά είναι στερεότυπα. Τα στερεότυπα σε τέτοιους είδους αυθαίρετους συνειρμούς βασίζονται: «Αυτή είναι μια μαχητική γυναίκα, άρα θα είναι προοδευτική», «αυτή την εκτίμησα ως άτομο άρα θα είναι και καλή πολιτικός», «αυτός παίζει με τα ανίψια του και φροντίζει τα σκυλιά του άρα θα είναι καλός μπαμπάς» (από άσχετο θέμα το τελευταίο παράδειγμα, αλλά ίδιος τρόπος σκέψης).
Ούτε κι εγώ χάρηκα, εννοείται. Θα προτιμούσα να δω να έρχεται στο προσκήνιο μια πολιτικός συγκροτημένη, έτοιμη, άπειρη φυσικά αλλά καλά προετοιμασμένη, με σαφές πλάνο και που να μπορώ να συντονιστώ μαζί της ηθικά και ιδεολογικά.
Και λυπήθηκα και κρίντζαρα που αποδείχτηκε με το καλημέρα σας μια από τα ίδια με τόσους και τόσους πολιτευτές της ίδιας κατηγορίας. Τέτοια πρόσωπα στην πολιτική σκηνή έχουμε δει πολλά και θα ξαναδούμε κι άλλα.
Αλλά πραγματικά, δεν νομίζω πως αξίζει μεγαλύτερη απογοήτευση από ένα «κρίμα μωρέ και την εκτιμούσα».
Όσο νωρίτερα απαλλαγούμε από την κρυφή λαχτάρα να φανεί στο παρά πέντε κάποιο πρόσωπο-Μεσσίας να αλλάξει με δυνάμεις υπερήρωα την πολιτική κατάσταση της χώρας, τόσο το καλύτερο για τη δική μας πολιτική νοοτροπία.
Τα σχόλια είναι προσβάσιμα μόνο στα μέλη της Womanlandia. Για να γίνετε μέλος, πατήστε εδώ.
