«Κάποιοι λένε για θυσίες, που δεν μου αρέσει καθόλου. Το δικό μου το παιδί γιατί θυσιάστηκε; Έχει αλλάξει κάτι μετά τη γυναικοκτονία του παιδιού μου; Μετά τη γυναικοκτονία του παιδιού μου πόσες γυναικοκτονίες έχουν γίνει; Μία το μήνα» δήλωσε πριν ένα μήνα περίπου η Δέσποινα Καλέα, μητέρα της Κυριακής Γρίβα, στην εκπομπή της Αναστασίας Γιάμαλη στο Mega.
Τον περασμένο Φεβρουάριο, ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, με παραπειστική χρήση αριθμών και στατιστικών, υπερηφανευόταν για τα νέα μέτρα που έλαβε η Ελληνική Αστυνομία για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας. Το γεγονός ότι η αναφορά στο ευρύτερο κοινωνικό φαινόμενο της βίας κατά των γυναικών περιορίζεται μονάχα στην ενδοοικογενειακή βία αποτελεί από μόνο του κακή αφετηρία αντεγκληματικής πολιτικής, ακόμη κι αν ο νομικός ορισμός της ενδοοικογενειακής βίας αφορά επίσης πρόσωπα εκτός γάμου και έναν ευρύτερο κύκλο συγγενών. Κι αυτό γιατί, ενώ η ενδοοικογενειακή βία αποτελεί μία βασική μορφή βίας κατά γυναικών και κοριτσιών, ειδικά στην Ελλάδα, δεν είναι φυσικά η μοναδική, και από μόνη της δεν επαρκεί για να εξηγήσει το φαινόμενο στο σύνολό του.
Επιπλέον, σε μία χώρα όπου έχουμε Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, η ενδοοικογενειακή βία ως έννοια ηχεί με μεγαλύτερη μετριοπάθεια στα αυτιά ενός κατεξοχήν συντηρητικού ακροατηρίου, ουδετεροποιώντας τις δυναμικές αυτής της βίας. Δεν προσδιορίζεται ποιος ασκεί κατεξοχήν αυτή τη βία και εντός ποιας ευρύτερης κουλτούρας, και συνεπώς δεν εξετάζονται ποτέ τα βαθύτερα αίτιά της. Η ενδοοικογενειακή βία δεν θεωρείται μέρος της ατζέντας των μίσανδρων φεμινιστριών, αφού αυτές βεβηλώνουν την ιερότητα της οικογενειακής θαλπωρής, αλλά γάγγραινα που λαβώνει την οικογένεια ως κοινωνικό θεμέλιο και υφαντό της κοινωνικής συνοχής, και συνεπώς πρέπει να αντιμετωπιστεί ώστε η οικογένεια τελικά να «εξυγιανθεί». Μια τέτοια ιδεολογική φόρτιση της ενδοοικογενειακής βίας δεν αντιμετωπίζει την παραδοσιακή οικογένεια ως πηγή της παθογένειας, αλλά ως θύμα της. Με τον τρόπο αυτό, τα φεμινιστικά προτάγματα, όταν δεν μπορούν πλέον να αγνοηθούν, αφομοιώνονται από την κυρίαρχη ιδεολογία, η οποία τα αποδυναμώνει και τα αποφορτίζει ιδεολογικά φέρνοντάς τα στα μέτρα της.
Είναι ενδιαφέρον, πάντως, για το συλλογικό αφήγημα μιας κοινωνίας και για τις συζητήσεις περί προόδου πώς από εκεί που η ενδοοικογενειακή βία δεν αναγνωριζόταν θεσμικά ως κοινωνικό φαινόμενο που πλήττει τις γυναίκες (για παράδειγμα, στην Ελλάδα ο βιασμός εντός γάμου ποινικοποιήθηκε το 2006), τώρα είναι το μόνο που χαίρει κάποιας αξιοπρόσεκτης θεσμικής παραδοχής. Και πώς, παρά την μετατόπιση από τον έναν πόλο στον άλλο, οι αντιλήψεις γύρω από τον θεσμό της οικογένειας και τους ρόλους των φύλων δεν έχουν μετακινηθεί σημαντικά.
Στον απολογισμό του, λοιπόν, ο Υπουργός αναφέρεται στην αύξηση των επίσημων καταγγελιών περιστατικών έμφυλης βίας, που το 2024 σε σχέση με το 2019 είδε αύξηση ύψους τουλάχιστον 409%, αφού το 2019 ήταν «κάτω από 5.000» και το 2024 ήταν 25.438. Μαθαίνουμε επίσης ότι το 2024, σε σχέση με το 2023, η ενεργοποίηση του Panic Button αυξήθηκε κατά 233%. Ο Υπουργός τονίζει ότι αυτοί οι 25.438 άνθρωποι εμπιστεύτηκαν την Ελληνική Αστυνομία για να υποβάλουν μια καταγγελία, λες και μπορούσαν να εξερευνήσουν άλλες επιλογές. Από αυτές τις καταγγελίες προέκυψαν «13.503 συλλήψεις, αύξηση 109%, από τις 6.453 του 2023».
Οι αριθμοί αυτοί από μόνοι τους εκ προοιμίου δεν μαρτυρούν απαραίτητα κάποια αυξημένη εμπιστοσύνη.
Γιατί, ίσως αυτό που έχει αλλάξει δεν προκύπτει έξωθεν της Αστυνομίας, δηλαδή στην εμπιστοσύνη του κόσμου, αλλά έσωθεν αυτής, σε μία ορθότερη τήρηση των αυτονόητων πρωτοκόλλων. Πριν από μερικά χρόνια συζητούσαμε για τις υποθέσεις γυναικών που απευθυνόντουσαν στην Αστυνομία για να καταγγείλουν ένα περιστατικό ενδοοικογενειακής βίας και οι αστυνομικοί τις έστελναν σπίτι τους «να τα βρουν με τον άντρα τους» ή τις προέτρεπαν να πάρουν διαζύγιο. Οι καταγγελίες αυτές συχνά δεν καταγράφονται στο βιβλίο συμβάντων αν δεν κατατεθούν επίσημα, ειδικά σε ό,τι αφορά τα αδικήματα ενδοοικογενειακής βίας που διώκονται αυτεπαγγέλτως. Σε αυτή την περίπτωση, αν μια καταγγελία καταγραφεί στο βιβλίο συμβάντων, τότε οι Αρχές είναι εκ του νόμου υποχρεωμένες να κινήσουν την ποινική διαδικασία χωρίς να είναι απαραίτητη η υποβολή μήνυσης εκ μέρους της καταγγέλλουσας. Συνεπώς, αν αυτή δεν καταγραφεί στο βιβλίο συμβάντων, είτε λόγω αναλγησίας των αστυνομικών, είτε λόγω φόβου της καταγγέλλουσας, τότε αντίστοιχα δεν καταγράφεται στα επίσημα στατιστικά της Αστυνομίας. Σίγουρα πλέον περισσότερες γυναίκες νιώθουν αρκετά ενδυναμωμένες ώστε να καταγγείλουν ένα περιστατικό κακοποίησης, όμως είναι αμφίβολο ότι η δραματική αύξηση στις καταγγελίες προκύπτει από την εμπιστοσύνη τους προς την Αστυνομία, όταν παλαιότερα αρκετές καταγγελίες δεν γινόντουσαν καν δεκτές. Συνεπώς η πρόοδος που γιορτάζεται εν έτει 2025 από την Ελληνική Αστυνομία είναι σε ένα μεγάλο βαθμό το γεγονός ότι τα αστυνομικά όργανα κάνουν το ελάχιστο απαιτούμενο της δουλειάς τους.
Αυτό που δεν μας λέει, όμως, ο Υπουργός είναι αν αυτή η, έστω, εμπιστοσύνη των πολιτών έφερε πρακτικά αποτελέσματα. Οι αριθμοί και οι στατιστικές είναι μονάδες μέτρησης που αλλάζουν νόημα ανάλογα με το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται, και συνεπώς μπορούν να παραπλανήσουν σε σχέση με τη συνολική εικόνα της αλήθειας που καλούνται να στοιχειοθετήσουν. Από τα επιχειρησιακά success stories της Ελληνικής Αστυνομίας, εξ όσων γνωρίζω, δεν έχει απαντηθεί ένα ζωτικής σημασίας ερώτημα:
Από τις καταγεγραμμένες γυναικοκτονίες, πόσες γυναίκες τα «έκαναν όλα σωστά» και απευθύνθηκαν νωρίτερα στην Αστυνομία και στις δικαστικές Αρχές; Δευτερευόντως, ακόμη κι αν οι δράστες δεν είχαν καταγγελθεί από τα ίδια τα θύματα, πόσοι εξ αυτών είχαν εις βάρος τους εκκρεμούσες καταγγελίες άλλων γυναικών ή ακόμη και καταδίκες;
Πλέον, ολοένα και περισσότερες γυναίκες απευθύνονται στη Δικαιοσύνη για την προστασία τους, είτε με κατάθεση μήνυσης στην Αστυνομία, είτε με απλή καταγγελία, είτε με κατάθεση ασφαλιστικών μέτρων στα δικαστήρια. Όταν αυτό αποτυγχάνει να τις προστατεύσει, τόσο κάποια ρεπορτάζ όσο και η ίδια η Ελληνική Αστυνομία έμμεσα επιρρίπτουν την ευθύνη στην εκάστοτε δολοφονημένη που «αρνήθηκε να εγκαταστήσει το Panic Button» ή «αρνήθηκε να μεταβεί σε safe house». Δεν καταγγέλλει φυσικά κάθε γυναίκα τον κακοποιητή της στην Αστυνομία, είτε λόγο φόβου, είτε λόγω υποτίμησης του κινδύνου, είτε λόγω έλλειψης χρόνου, όμως οφείλουμε να γνωρίζουμε πόσα θύματα γυναικοκτονίας απέτυχε να προστατεύσει το κράτος, αφήνοντάς τα στη μοίρα τους.
Ενδεικτικές κραυγαλέες περιπτώσεις γυναικών που απευθύνθηκαν στην Ελληνική Αστυνομία πριν δολοφονηθούν:
Κυριακή Γρίβα, ΑΤ Αγίων Αναργύρων, 2024
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα θύματος γυναικοκτονίας που πρωτύτερα τα «έκανε όλα σωστά», η υπόθεση της Κυριακής Γρίβα αποτελεί μία εγκληματική αστυνομική αποτυχία που θα έπρεπε, έστω και τώρα, να πατήσει reset σε όλα τα πρωτόκολλα διαχείρισης περιστατικών έμφυλης βίας. Η Κυριακή Γρίβα δολοφονήθηκε έξω από το Αστυνομικό Τμήμα Αγίων Αναργύρων, μπροστά από φυλάκιο με φρουρό που δεν αντέδρασε άμεσα, παρά τα όσα ο ίδιος κατέθεσε. Η νεαρή γυναίκα είχε προηγουμένως απευθυνθεί στις αστυνομικούς εντός του Τμήματος, που το μόνο που έκαναν είναι να την παροτρύνουν να καταθέσει μήνυση. Τους ζήτησε να τη συνοδεύσει μέχρι το σπίτι περιπολικό, επειδή φοβόταν ότι θα την περίμενε εκεί ο πρώην σύντροφός της. Βγαίνοντας από το Τμήμα, κάλεσε την Άμεση Δράση, όπου ο τηλεφωνητής της είπε πως «το περιπολικό δεν είναι ταξί», δευτερόλεπτα πριν εκείνη δολοφονηθεί. Ο δολοφόνος της Κυριακής καταδικάστηκε πρωτόδικα από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο σε ισόβια κάθειρξη και πέντε χρόνια φυλάκισης. Οι αστυνομικοί που χειρίστηκαν την υπόθεση διώκονται για το κακούργημα της θανατηφόρας έκθεσης, όμως η υπόθεσή τους δεν έχει φτάσει ακόμη στο ακροατήριο. Σε πειθαρχικό επίπεδο, από την ΕΔΕ που διενεργήθηκε επιβλήθηκε στους αστυνομικούς του ΑΤ ποινή έξι μηνών αργίας και στον τηλεφωνητή της ΕΛΑΣ πρόστιμο 300 ευρώ.
Δώρα Ναστούλη, Αγρίνιο, 2024
Η 43χρονη Δώρα Ναστούλη από το Αγρίνιο δολοφονήθηκε από τον 30χρονο πρώην σύντροφό της έξω από το σπίτι της. Ο 30χρονος δεν μπορούσε να αποδεχτεί τον μεταξύ τους χωρισμό, με αποτέλεσμα να στέλνει στην 43χρονη συνεχώς απειλητικά μηνύματα κατά της ίδιας και του νέου της συντρόφου, να την καλεί στο τηλέφωνο επανειλημμένα, να στήνει καρτέρι κάτω από το σπίτι της και να την απειλεί με μαχαίρι. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, η Δώρα Ναστούλη είχε απευθυνθεί πολλές φορές στην Αστυνομία καταγγέλλοντας τα διάφορα περιστατικά, τα οποία είχαν αρχίσει να κλιμακώνονται από πλευράς του 30χρονου. Εκείνη δεν δέχτηκε να εγκαταστήσει το Panic Button ή να πάει σε ξενώνα, όμως είχε υποβάλει πολυάριθμες καταγγελίες και τελικά υπέβαλε μήνυση εναντίον του 30χρονου για την επίθεση με μαχαίρι, η οποία δεν σταμάτησε τις απειλές εις βάρος της. Ενώπιον του δικαστηρίου, η συζήτηση της υπόθεσης είχε αναβληθεί δύο φορές και δεν πρόλαβε να εκδικαστεί.
Γυναικοκτονία 47χρονης στο Χαλάνδρι, 2025
Η 47χρονη δολοφονήθηκε από έναν 28χρονο έξω από το σπίτι της στο Χαλάνδρι, ο οποίος τη χτύπησε με μανία προκαλώντας της τουλάχιστον 15 μαχαιριές. Με τον δράστη φαίνεται ότι γνωριζόντουσαν από το συσσίτιο της περιοχής. Ο 28χρονος ισχυρίζεται ότι τους πρώτους μήνες της γνωριμίας τους είχε συνευρεθεί ερωτικά με την 47χρονη δύο φορές. Σύμφωνα με τον ίδιο, από τότε ο κοινωνικός του περίγυρος άρχισε να τον αποφεύγει, ενώ μερικοί φίλοι του τον μπλόκαραν, γεγονός που απέδιδε στη 47χρονη. Μερικούς μήνες πριν τη δολοφονία, γυναίκα είχε καταγγείλει τον 28χρονο στο ΑΤ Χαλανδρίου, λέγοντας ότι την ενοχλούσε. Σύμφωνα με ανακοίνωση της ΕΛΑΣ, από τους αστυνομικούς έγιναν συστάσεις στον 28χρονο να μην πλησιάζει την 47χρονη, αλλά δεν υπήρξε κάποια περαιτέρω ενέργεια επειδή η ίδια δεν είχε αναφέρει «αυτεπαγγέλτως διωκόμενα αδικήματα σε βάρος της» ώστε να ξεκινήσει η ποινική διαδικασία.
Γυναικοκτονία της 43χρονης Γεωργίας στη Σαλαμίνα, 2023
Η 43χρονη Γεωργία δολοφονήθηκε από τον 70χρονο πρώην σύντροφό της. Πριν τη δολοφονία της, είχε καταθέσει σε τοπικό αστυνομικό τμήμα μήνυση για ενδοοικογενειακή βία κατά του πρώην συντρόφου της. Εγκατέστησε το Panic Button, όπως της πρότειναν οι αστυνομικοί, και άλλαξε κατοικία ώστε να μην μένει πλέον με τον 70χρονο.
Γυναικοκτονία 40χρονης Ενκελέιντα στο Μενίδι, 2024
Η 40χρονη Ενκελέιντα είχε καταγγείλει τρεις φορές τον 50χρονο πρώην σύντροφό της για ενδοοικογενειακή βία, το 2013, το 2022 και το 2024. Είχε ενημερώσει τις Αρχές ότι δεχόταν απειλές από τον 50χρονο και της είχε χορηγηθεί Panic Button. Η τελευταία καταγγελία θα δικαζόταν με την αυτόφωρη διαδικασία μία μέρα μετά τη δολοφονία της, κατόπιν αναβολής μέχρι να ετοιμαστεί η ιατροδικαστική έκθεση. Μέχρι τότε, ο δράστης ήταν ελεύθερος με περιοριστικούς όρους.
Γυναικοκτονία 36χρονης στην Αμφιλοχία, 2024
Μία 36χρονη γυναίκα στην Αμφιλοχία υπέβαλε μήνυση κατά του 43χρονου εν διαστάσει συζύγου της για ενδοοικογενειακή βία. Ο άντρας δεν κατέστη εφικτό να συλληφθεί στο πλαίσιο του αυτοφώρου. Δύο μέρες μετά, τη δολοφόνησε με κυνηγετικό όπλο και στη συνέχεια αυτοκτόνησε. Τα ρεπορτάζ, αναπαράγοντας την ανακοίνωση της Αστυνομίας, μας υπενθυμίζουν ότι η γυναίκα δεν ήθελε να εγκαταστήσει Panic Button ή να μεταφερθεί σε δομή. Μερικούς μήνες νωρίτερα, η 36χρονη είχε υποβάλει εις βάρος του 43χρονου μήνυση για ενδοοικογενειακή βία, και εκείνος είχε πράξει το ίδιο εις βάρος της, με αποτέλεσμα να συλληφθούν και οι δύο στο πλαίσιο αυτοφώρου. Το δικαστήριο τους αθώωσε.
Απόπειρα γυναικοκτονίας 45χρονης στην Κρήτη, 2025
Ανήμερα του Δεκαπενταύγουστου, ένας 56χρονος στην Κρήτη ξυλοκόπησε την 45χρονη σύζυγό του με μία ξύλινη καρέκλα. Εκείνη προσπάθησε να ξεφύγει, όμως ο 56χρονος την πρόλαβε και την μαχαίρωσε στην πλάτη 10 φορές με μεγάλο μαχαίρι. Η γυναίκα μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Χανίων όπου υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση. Δεν διατρέχει πλέον κίνδυνο, ωστόσο εξακολουθεί να νοσηλεύεται σε σοβαρή κατάσταση. Ο ίδιος πλέον έχει προφυλακιστεί, ενώ στην απολογία του ισχυρίστηκε ότι δεν ήθελε να βλάψει την 45χρονη, αλλά πως ήταν «η κακία στιγμή». Ένα χρόνο πριν, μια 50χρονη είχε καταγγείλει τον 56χρονο δράστη, με τον οποίο τότε συνδεόταν ερωτικά, για ξυλοδαρμό και απόπειρα βιασμού.
Σε άλλες περιπτώσεις, όπως αυτή της 41χρονης Γεωργίας Μουράτη από τη Θεσσαλονίκη, που δολοφονήθηκε την Πρωτοχρονιά του 2024 από τον 39χρονο σύντροφό της και τον 34χρονο φίλο του, ο δράστης έχει καταδικαστεί για βία εις βάρος άλλων γυναικών. Στην περίπτωση της Γεωργίας, ο σύντροφός της είχε καταδικαστεί στο παρελθόν για τον κατ’ εξακολούθηση ξυλοδαρμό της αδερφής του, η οποία νοσηλεύτηκε με κακώσεις στο κεφάλι και το σώμα. Το γεγονός αυτό έστρεψε πάνω του την προσοχή της ΕΛΑΣ, καθώς οι δύο δράστες είχαν σκηνοθετήσει μια ψεύτικη ληστεία και η 41χρονη βρέθηκε νεκρή μέσα σε μπαούλο στη Χαλκιδική.
Βάζοντας κάτω αυτές τις υποθέσεις, από τις δεκάδες άλλες που στοιβάζονται στα φεμινιστικά ημερολόγια πένθους και τα υπέρ αναπαύσεως, παρατηρούμε στην πράξη ότι το πρόβλημα είναι συστημικό, όχι μόνο εντός της Αστυνομίας, αλλά του ποινικού μηχανισμού συλλήβδην. Κάποιες από αυτές τις δολοφονίες ίσως δεν θα είχαν συμβεί εάν τα δικαστήρια αντιμετώπιζαν τις υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας πιο σοβαρά. Άλλες ίσως είχαν αποφευχθεί εάν εντός της Αστυνομίας εξεταζόταν άμα τη καταγγελία πιθανό σχετικό ποινικό μητρώο του καταγγελλόμενου. Σε σπανιότερες περιπτώσεις, όταν όλες οι νόμιμες δυνατότητες εξαντλούνται, τα χέρια αστυνομικών και δικαστών είναι δεμένα από τα διαθέσιμα νομικά εργαλεία. Αυτό συχνά σημαίνει στην πράξη ότι μια γυναίκα για να προστατευθεί πρέπει να κλειστεί σε δομή φιλοξενίας, εφόσον διατίθεται κάποια θέση, διακόπτοντας την εργασία της και μακριά από οικογενειακές υποχρεώσεις που πιθανότατα δεν μπορεί να αγνοήσει, μέχρι να εκδικαστεί η μήνυσή της. Στο διάστημα αυτό, ο κακοποιητής της θα μπορεί να κυκλοφορεί ελεύθερος.
Ολόκληρη η φιλοσοφία του ελληνικού ποινικού συστήματος, που επικοινωνιακά ξέρει μόνο να εξαγγέλλει αυστηρότερες ποινές, είναι βασισμένη στην καταστολή. Μια κοινωνία που εστιάζει στην καταστολή και όχι στην πρόληψη είναι μια κοινωνία που βάζει την τιμωρία πάνω από την προστασία της ζωής. Μια τέτοια κοινωνία βλέπει δίχως πρόβλημα τη δολοφονία της Κυριακής Γρίβα ως «θυσία», ως μια αναλώσιμη ευκαιρία για να αλλάξει το ποινικό σύστημα. Σε μια τέτοια κοινωνία, όπως επισημαίνει η μητέρα της, ούτε καν αυτού του βεληνεκούς η θεσμική αποτυχία δεν μπορεί να πυροδοτήσει οποιαδήποτε ουσιαστική αλλαγή. Η προστατική του «σπάσε τη σιωπή» φαντάζει σχεδόν αλαζονική, σαν ακάλυπτη επιταγή σε πάγκο τράπεζας.
Όπως έχει γράψει στη Womanlandia η δικηγόρος Μίνα Καούνη, αναφερόμενη στην αρρενωπότητα του δικαίου, «ενώ το δίκαιο θεωρεί ότι είναι λογικό, χωρίς πάθη, ουδέτερο, συμπαγές και αντικειμενικό, στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα από όλα αυτά. Ο λόγος είναι ότι το δίκαιο ορίζει αυτούς τους όρους κατά έναν ιδιαίτερο και ανδρικό τρόπο κατά τον οποίο παραλείπει και υποτιμά τις ιδιότητες που έχουν να κάνουν με την εμπειρία των γυναικών. Και διατηρώντας τη δήθεν απαθή ουδετερότητά του, το δίκαιο συμβάλλει με την ησυχία του στη διεκπεραίωση των καθηκόντων του, που είναι η αναπαραγωγή των συνθηκών υποταγής των γυναικών. Τα ατομικά δικαιώματα, ως έχουν, αγνοούν τις συνθήκες διαβίωσης και τις ανάγκες της σύγχρονης γυναίκας. Πρόκειται, με λίγα λόγια, για μια “ανδροκεντρική” δικαιική αντίληψη σύμφωνα με την οποία σημείο αναφοράς είναι το άρρεν φύλο (“ίση προς τον άνδρα”). Αυτή η αντίληψη δεν λαμβάνει υπόψη την διαφορετική κοινωνικοποίηση ατόμων διαφορετικού φύλου. Οι γλώσσες που επιτρέπουν την οργάνωση του κόσμου και την αναπαράσταση του πολιτικού, μέρος του οποίου είναι και οι νομικές κατηγορίες, πάσχουν ως προς την ικανότητά τους να μεταφράσουν τη γυναικεία εμπειρία».
Όταν φτάνει ο κόμπος στο χτένι, μια τρομακτική σκέψη κάνει την εμφάνισή της, σαν ένα λογικό αδιέξοδο που προσπαθούμε να ξεχάσουμε για να διατηρήσουμε την ελπίδα μας: στις παρούσες συνθήκες ενός ανδροκρατούμενου κόσμου, ίσως αποτελεί ψευδαίσθηση ότι ο κρατικός μηχανισμός μπορεί πράγματι να αποτρέψει τη βία κατά των γυναικών, όταν ακόμη και σε επίπεδο απόδειξης ο νομικός μας πολιτισμός δυσκολεύεται να την προσεγγίσει. Ίσως, τελικά, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να την τιμωρεί, επαναλαμβάνοντας μοιρολατρικά τα εκάστοτε πατριαρχικά προτάγματα.
- Tags:
- slider
- γυναικοκτονία
Τα σχόλια είναι προσβάσιμα μόνο στα μέλη της Womanlandia. Για να γίνετε μέλος, πατήστε εδώ.
