Ο επί οκτώ χρόνια σύντροφος της Αφροδίτης, ο John, κάτοικος Καναδά, διαγνώστηκε στα 71 του με καρκίνο του πνεύμονα. Του είχε δοθεί προσδόκιμο ζωής ενός εξαμήνου. Ακολούθησαν πέντε χρόνια που, με τη χημειοθεραπεία, την ανοσοθεραπεία, και την αδιάλειπτη φροντίδα της Αφροδίτης, η κατάσταση της υγείας του John παρέμενε σταθερή.
Τα τελευταία τρία χρόνια, ο όγκος στον αριστερό πνεύμονα του John είχε, σύμφωνα με τους γιατρούς, μη σημαντική αύξηση. Μέχρι που το τελευταίο εξάμηνο αυξήθηκε δραματικά στην περιοχή του περικαρδίου, οπότε πλέον το στάδιο του καρκίνου του ιατρικά θεωρήθηκε τελικό, δηλαδή μη ιάσιμο.
Πρέπει να διαβάσεις και αυτά!
Ο John συνέχισε να αυτοεξυπηρετείται μέχρι και την τελευταία εβδομάδα της ζωής του, όμως είχε σταματήσει να τρώει με την ίδια όρεξη, ούτε μπορούσε να πιει το αγαπημένο του κρασί ή να θυμηθεί τι διάβασε στο βιβλίο του το προηγούμενο βράδυ. Ενίοτε ήταν επιρρεπής στο να πέσει, όπως είχε μερικές φορές συμβεί. Την τελευταία φορά, η πτώση ήταν τόσο άσχημη που έσπασε τα πλευρά του.
Σε μία επίσκεψή του στο γιατρό, ο John είχε πληροφορηθεί πως, εάν έπεφτε ξανά και έμενε αναίσθητος, δεν θα μπορούσε να γίνει ανάνηψη χωρίς να μείνει σε φυτική κατάσταση. Υπέγραψε χωρίς δισταγμό ένα έγγραφο με το οποίο ζητούσε, αν του ξανασυμβεί κάτι τέτοιο, οι γιατροί να μην προσπαθήσουν να του κάνουν ανάνηψη. Ο γιατρός του είπε να κολλήσει το χαρτί στην πόρτα του ψυγείου του σπιτιού του, ώστε αν συμβεί κάτι τέτοιο να το δουν οι διασώστες.
Τον φετινό Αύγουστο, μια Τετάρτη, ο John ζήτησε από την Αφροδίτη να επισκεφθούν το γιατρό του, όπου ακολούθησε ο εξής διάλογος:
-Γιατρέ, θέλω να κάνω ευθανασία.
-Βεβαίως, John, πότε σε βολεύει; Παρασκευή ή Δευτέρα; απαντά ο γιατρός κοιτώντας την ατζέντα του.
-Μισό λεπτό να ρωτήσω τη γυναίκα μου.
Γυρίζει προς την Αφροδίτη, η οποία τον κοιτά αποσβολωμένη.
-Αγάπη μου, προτιμάς Παρασκευή ή Δευτέρα;
-Ξέρω εγώ; Είναι δύσκολη μέρα η Παρασκευή, δε βολεύει, του απαντά εκείνη.
-Δευτέρα τότε, γιατρέ, καταλήγει ο John.
-Ωραία, να έρθω κατά τις έντεκα; συνεχίζει ο γιατρός.
-Δε σηκώνομαι στις έντεκα, είναι πολύ νωρίς, απαντά η Αφροδίτη.
-Τι λέτε τότε στις δύο;
Η απόφαση του John ήταν τόσο αιφνιδιαστική που δεν άφησε στην Αφροδίτη καθόλου χρόνο για οποιαδήποτε επεξεργασία. Το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της ιατρικής επίσκεψης και του ραντεβού για ευθανασία, που θα λάμβανε χώρα στο σπίτι του John, ήταν ένα κράμα υπαρξιακού σουρεαλισμού και λανθιμικού κυνισμού.
Μεταξύ της Αφροδίτης και του John υπήρξε πολυήμερη διαφωνία για το σημείο του σπιτιού όπου ο John θα «φύγει». Η Αφροδίτη μαγείρευε τα αγαπημένα φαγητά του John, ενώ συζητούσαν ποιο θα είναι το τελευταίο του γεύμα. Πέρασαν τις τελευταίες μέρες και νύχτες του John μαζί. Την τελευταία νύχτα, για πρώτη φορά ο John, συζητώντας με την Αφροδίτη, φάνηκε ανοιχτός στην ιδέα της μετά θάνατον ζωής και της μετενσάρκωσης.
-Αν τελικά υπάρχει ζωή μετά το θάνατο, θα επιστρέψω για να σου δώσω κάποιο σημάδι.
-Κανόνισε να μπερδέψεις τις ζώνες ώρας και να έρθεις μέσα στη νύχτα και να με κοψοχολιάσεις, του απάντησε εκείνη.
Τι είναι η Womanlandia;
H Womanlandia είναι ένα φεμινιστικό συνδρομητικό δίκτυο με γυναίκες με αποψάρες.
περισσότεραΤην ημέρα της ευθανασίας, ο John και η Αφροδίτη έφαγαν ένα καλό πρωινό, που το ακολούθησε αργότερα ένα πλήρες μεσημεριανό. Ο γιατρός ρώτησε τον John τρεις φορές εάν είναι σίγουρος γι’ αυτό που επρόκειτο να συμβεί, με τον John να τον διαβεβαιώνει.
Όταν όλα είχαν πλέον διευθετηθεί, ο John ξάπλωσε στον καναπέ του κι έκλεισε τα μάτια του.
-Θα προσπαθήσω να κοιμηθώ, είπε.
Όλη η διαδικασία κράτησε συνολικά δεκαπέντε λεπτά, σε τρεις ενέσιμες δόσεις. Η πρώτη δόση ήταν υπνωτική. Η δεύτερη έριξε τον John σε μια κατάσταση βαθύτατου ύπνου. Η τρίτη σταμάτησε σταδιακά τη λειτουργία της καρδιάς και των υπόλοιπων οργάνων. Ο John πέθανε γαλήνια στον καναπέ του σαλονιού του, με την Αφροδίτη στο πλευρό του και τους Simon & Garfunkel για μουσική υπόκρουση.
-Αυτό που θα κάνεις είναι πολύ γενναίο, του είχε πει η Αφροδίτη.
-Δεν είναι γενναιότητα, είναι επίλυση, της απάντησε εκείνος.

«Δικαίωμα στο θάνατο» – Το νομικό πλαίσιο του Καναδά
Συζήτηση για την ευθανασία γίνεται συνήθως στο πλαίσιο κάποιας σοβαρής και ανίατης ασθένειας ή αναπηρίας, όπως για παράδειγμα συμβαίνει στις ταινίες Η Θάλασσα Μέσα Μου και Me Before You. Αυτή η συζήτηση συχνά πλαισιώνεται ως μια διαφωνία βιοηθικής φύσεως, με τις κοινωνικές της διαστάσεις και την πολιτική της φιλοσοφία να βγαίνουν εκτός κάδρου.
Η ευθανασία στον Καναδά νομιμοποιήθηκε το 2016, μόνο για καναδούς πολίτες, ώστε να αποτραπεί ο αντίστοιχος ιατρικός τουρισμός. Ένα χρόνο νωρίτερα, το Ανώτατο Δικαστήριο του Καναδά, με την απόφαση-σταθμό Carter v. Canada, έκρινε ότι οι ποινικές διατάξεις που απαγόρευαν μέχρι τότε την ευθανασία αντιβαίνουν τον καναδικό Χάρτη Δικαιωμάτων και Ελευθεριών.
Είναι ευρέως αποδεκτή στο δυτικό νομικό πολιτισμό η προστασία της ζωής ως συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα. Σε υποθέσεις που τα ανθρώπινα δικαιώματα συγκρούονται, το δικαίωμα στη ζωή συχνά σταθμίζεται ως ισχυρότερο από τα άλλα δικαιώματα, όπως για παράδειγμα το δικαίωμα στην ελεύθερη θρησκευτική συνείδηση, και συνεπώς είναι αυτό που σε τέτοιες περιπτώσεις έχει προτεραιότητα προστασίας από το κράτος. Σε ένα κράτος δικαίου, κάθε συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα πρέπει να προστατεύεται ενεργητικά από το εκάστοτε κράτος. Για παράδειγμα, στην περίπτωση του δικαιώματος στη ζωή ή στην υγεία δε σημαίνει μονάχα ότι το κράτος δε γίνεται να επιτρέπει ή το ίδιο βλάπτει την υγεία και να αφαιρεί τη ζωή των πολιτών του, αλλά ότι υποχρεούται να τους παράσχει κάθε πρόσφορο μέσο για την άσκηση αυτού του δικαιώματος. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως εάν αντιμετωπίσουμε το «δικαίωμα στο θάνατο» ως συνταγματικό δικαίωμα, το κράτος όχι μόνο οφείλει να άρει την αντίστοιχη νομική απαγόρευση για τον ιατρικώς υποβοηθούμενο θάνατο, αλλά ότι και σε αυτή την περίπτωση οφείλει να παρέχει κάθε πρόσφορο μέσο για την άσκησή του.
Με την υπόθεση Carter, το Ανώτατο Δικαστήριο του Καναδά ανέπτυξε το επιχείρημα πως η απαγόρευση της ευθανασίας δεν αποσκοπεί στην προστασία της ζωής «ανεξαρτήτως συνθηκών». Αναγνωρίζει έμμεσα, συνεπώς, ότι το δικαίωμα στη ζωή δεν είναι απλώς η συνέχιση των βιολογικών λειτουργιών ενός ανθρώπου «ανεξαρτήτως συνθηκών», κρίνοντας ότι με την καθολική απαγόρευση της ευθανασίας στερεί από ορισμένους πολίτες που ζουν εντός μιας σοβαρής και ανεπανόρθωτης ιατρικής συνθήκης το δικαίωμα στην αυτονομία και την αξιοπρέπειά τους. «Η απαγόρευση αρνείται στους ανθρώπους που βρίσκονται σε αυτή την κατάσταση το δικαίωμα να λαμβάνουν αποφάσεις σχετικά με τη σωματική τους ακεραιότητα και την ιατρική περίθαλψη και, ως εκ τούτου, περιορίζει την ελευθερία τους. Και αφήνοντάς τους να υπομείνουν αφόρητα βάσανα, προσκρούει στο δικαίωμα της ασφάλειάς τους» σχολιάζει στο σκεπτικό του.
Περισσότερα OPEN ACCESS
ΕΔΩΣύμφωνα με το δικαστήριο, ενώ η νομική απαγόρευση του ιατρικώς υποβοηθούμενου θανάτου υφίστατο μέχρι τότε για να «προστατεύσει ευάλωτα άτομα από το να διαπράξουν αυτοκτονία σε μια στιγμή αδυναμίας», κρίνει πως η καθολική απαγόρευση δεν είναι αναλογική της επίτευξης αυτού του σκοπού, καθώς επηρεάζει τα δικαιώματα ατόμων που δεν ανήκουν σε αυτή την προστατευόμενη κατηγορία. Συγκεκριμένα, το δικαστήριο αξιολόγησε ότι η καθολική απαγόρευση μπορεί να αρθεί, εφόσον η προστασία των ευάλωτων ατόμων μπορεί να διασφαλιστεί με ειδικά διαμορφωμένες και εξατομικευμένες νομικές δικλείδες ασφαλείας. Προχωρά μάλιστα τη σκέψη του λέγοντας ότι μια τέτοια απαγόρευση μπορεί να οδηγήσει ένα άτομο με βαριά ασθένεια ή αναπηρία σε «πρόωρη αυτοκτονία», καθώς θα προτιμήσει να δώσει τέλος στη ζωή του όσο ακόμη σωματικά μπορεί, από φόβο της μετέπειτα επιδείνωσης της σωματικής του αυτονομίας.
Τα κριτήρια που κάποιος πρέπει να πληροί για να δικαιούται ιατρικώς υποβοηθούμενο θάνατο στον Καναδά, και συνεπώς το κράτος να οφείλει να του παράσχει αντίστοιχη βοήθεια, είναι τα ακόλουθα:
- Πρέπει το άτομο να δικαιούται υπηρεσίες υγείας που χρηματοδοτούνται από την επαρχία ή την επικράτεια ή από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, δηλαδή να είναι Καναδός πολίτης.
- Πρέπει το άτομο αυτό να είναι τουλάχιστον 18 χρονών και διανοητικά ικανό.
- Πρέπει το άτομο να έχει μια σοβαρή και ανεπανόρθωτη ιατρική κατάσταση.
- Πρέπει το άτομο να υποβάλει εθελούσιο αίτημα για ιατρικώς υποβοηθούμενο θάνατο.
- Πρέπει το άτομο να δώσει ενημερωμένη συναίνεση για να υποβληθεί σε ιατρικώς υποβοηθούμενο θάνατο.
Σε σχέση με τον ορισμό της «σοβαρής και ανεπανόρθωτης ιατρικής κατάστασης» πρέπει, σύμφωνα με τον καναδικό νόμο, να πληρούνται όλα τα παρακάτω κριτήρια:
- Το άτομο πρέπει να έχει μια σοβαρή ασθένεια ή αναπηρία.
- Η συνθήκη αυτή πρέπει να βρίσκεται σε προχωρημένη κατάσταση παρακμής που δεν μπορεί να αντιστραφεί.
- Το άτομο πρέπει να βιώνει αφόρητη σωματική ή ψυχική ταλαιπωρία από την ασθένεια, την αναπηρία ή την κατάσταση παρακμής που δεν μπορεί να ανακουφιστεί υπό συνθήκες που το ίδιο θεωρεί αποδεκτές.
Ένα άτομο δεν είναι απαραίτητο να πάσχει από κάποια θανατηφόρα ή τελικού σταδίου κατάσταση ώστε να πληροί τις προϋποθέσεις για να δικαιούται ιατρικώς υποβοηθούμενο θάνατο.
Οι δικλείδες ασφαλείας για τη διαδικασία του ιατρικώς υποβοηθούμενου θανάτου διαφέρουν ανάλογα με το εάν ο φυσικός θάνατος του πάσχοντος είναι αναμενόμενος ή όχι.
Στην περίπτωση που ο φυσικός θάνατος είναι αναμενόμενος, η διαδικασία έχει ως εξής:
- Η αίτηση για την ευθανασία κατατίθεται γραπτώς και υπογράφεται με την παρουσία ενός μάρτυρα.
- Δύο ανεξάρτητοι γιατροί ή νοσοκόμοι αξιολογούν τη σωματική κατάσταση του αιτούντος και επιβεβαιώνουν ότι δικαιούται την ευθανασία.
- Ο αιτών πρέπει να ενημερωθεί ότι δικαιούται να αποσύρει την αίτησή του οποιαδήποτε στιγμή.
- Συναίνεση για την ολοκλήρωση της διαδικασίας λαμβάνεται από τον πάσχοντα ακόμη μια φορά, αμέσως πριν από την έναρξη της ιατρικής διαδικασίας της ευθανασίας.
- Στις περιπτώσεις που ο θάνατος είναι αναμενόμενος, δηλαδή η ασθένεια βρίσκεται σε τελικό στάδιο, αίρεται το υποχρεωτικό δεκαήμερο στοχασμού που προβλέπεται στην ευθανασία.
Στην περίπτωση που ο φυσικός θάνατος δεν είναι αναμενόμενος, ισχύουν όλα τα παραπάνω εκτός του 5, μαζί με ορισμένα ακόμη:
- Το άτομο πρέπει να ενημερωθεί για τα διαθέσιμα και κατάλληλα μέσα για την ανακούφιση του πόνου του, συμπεριλαμβανομένων των συμβουλευτικών υπηρεσιών, των υπηρεσιών υποστήριξης ψυχικής υγείας και αναπηρίας, των κοινοτικών υπηρεσιών και της παρηγορητικής φροντίδας, και πρέπει να του παρέχονται συμβουλές από επαγγελματίες που παρέχουν αυτές τις υπηρεσίες.
- Το άτομο και το ιατρικό προσωπικό πρέπει να έχουν συζητήσει για όλα τα εύλογα και διαθέσιμα μέσα για την ανακούφιση του πόνου του ατόμου και να συμφωνούν ότι το άτομο έχει εξετάσει σοβαρά αυτά τα μέσα.
- Οι αξιολογήσεις επιλεξιμότητας πρέπει να διαρκούν τουλάχιστον 90 ημέρες, δηλαδή τρεις μήνες, αλλά η περίοδος αυτή μπορεί να συντομευθεί εάν το άτομο πρόκειται να χάσει την ικανότητα λήψης αποφάσεων για την υγεία του.
Επιπλέον, ενώ έχει ψηφιστεί σχετικός νόμος από το 2021, ο Καναδάς φέτος καθυστέρησε την εφαρμογή του ιατρικώς υποβοηθούμενου θανάτου για άτομα αποκλειστικά με ψυχικές ασθένειες μέχρι το 2027.
Στην Ελλάδα, η ευθανασία απαγορεύεται ρητά από το άρθρο 300 του Ποινικού Κώδικα και τιμωρείται με φυλάκιση.

Πότε έχει αξία η ζωή; – Ένας (εξαιρετικά εύλογος) αντίλογος στην ευθανασία
Από το 2016 μέχρι το 2022, 45.000 άνθρωποι έχουν επιλέξει να πεθάνουν με ευθανασία στον Καναδά, αριθμός που ίσως φαντάζει μικρός σε σχέση με το συνολικό πληθυσμό των 38 εκατομμυρίων, αλλά που κάθε χρόνο αυξάνεται (από 1.000 το 2016 σε 13.000 το 2022).
Η ευθανασία δεν αντιμετωπίζεται από τους νομικούς κύκλους απλώς ως «δικαίωμα στο θάνατο», αλλά ως δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, στην αυτονομία, την ανάπτυξη της προσωπικότητας, και την αξιοπρέπεια, γι’ αυτό άλλωστε συχνά παρουσιάζεται ως «αξιοπρέπεια στο θάνατο». Κριτήριο για την ευθανασία, σύμφωνα με την απόφαση Carter, δεν είναι ο επικείμενος θάνατος ή ο ανυπόφορος πόνος, αλλά η «κατάσταση παρακμής που δεν ανακουφίζεται υπό συνθήκες που θεωρούνται αποδεκτές», δηλαδή «αναξιοπρεπείς».
Ένας αντίλογος στη θεσμοθετημένη ευθανασία είναι πως, για να μιλήσουμε για δικαίωμα στο θάνατο, οφείλουμε πρώτα να βεβαιωθούμε πως έχουμε κάνει τα πάντα για να εξασφαλίσουμε πλήρη άσκηση του δικαιώματος στη ζωή, σε κάθε ζωή. Εφόσον το Ανώτατο Δικαστήριο του Καναδά αναγνωρίζει ότι το δικαίωμα στη ζωή δεν αποτελεί απλώς τη συνέχεια των βιολογικών λειτουργιών ενός ανθρώπου ανεξαρτήτως συνθηκών, και συνεπώς θέτει την ποιότητα, την αυτονομία και την αξιοπρέπεια ως σημαντικό κριτήριο για τη ζωή, οφείλει να διασφαλίσει αυτό το στάνταρ ποιότητας ζωής πρωτίστως στους ζωντανούς, και όχι μόνο στο θάνατο. Διαφορετικά, βαφτίζει απλώς την ανεπάρκειά του «φιλάνθρωπο προοδευτισμό» γλιτώνοντας στο μεταξύ εκατομμύρια σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.
Κοντολογίς, ένα κράτος που συμβάλλει στον εθελούσιο θάνατο των πολιτών του θα έπρεπε να φέρει τεράστιες ευθύνες όταν βοηθά τους πολίτες του να πεθάνουν. Είναι τελικά ένα κράτος που ανοίγει το δρόμο για τη θεσμοθέτηση της ευθανασίας φιλελεύθερο ή μήπως ο φιλελευθερισμός συνήθως συνάδει πρωτίστως με τα συμφέροντα κάθε κράτους, παρά με το κατ’ επίφαση δικαιώματα των πολιτών του στην αξιοπρέπεια;
Πόσο κοστίζει, δηλαδή, σε ένα κράτος η περίθαλψη ενός τετραπληγικού ή καρκινοπαθούς σε σχέση με το κόστος του ιατρικώς υποβοηθούμενου θανάτου; Ένας πολέμιος της θεσμοθέτησης της ευθανασίας, ο Καναδός δικηγόρος Chris Considine, σχολίασε τη νομοθετική επέκταση του ιατρικώς υποβοηθούμενου θανάτου στον Καναδά στους ψυχικά νοσούντες ως εξής: «Νομίζω ότι υπήρξε πίεση από διάφορες πηγές, συμπεριλαμβανομένων των επαρχιακών κυβερνήσεων στον Καναδά, καθώς ορισμένες από αυτές θεώρησαν ότι δεν μπορούσαν να παράσχουν ούτε τη χρηματοδότηση ούτε τους πόρους για άτομα με κατάθλιψη ώστε αυτά να έχουν πρόσβαση σε επαγγελματίες υγείας, όπως ψυχολόγους και ψυχιάτρους».
Το 2017, μια έρευνα που δημοσιεύθηκε στο Canadian Medical Association Journal, υπολόγισε ότι τα έξοδα που ο ιατρικώς υποβοηθούμενος θάνατος μπορεί να «γλιτώσει» από το καναδικό σύστημα υγείας ανέρχονται μεταξύ 34.7 και 136.8 εκατομμυρίων δολαρίων. Καθώς η κατάσταση μιας ασθένειας επιδεινώνεται, εύλογα αυξάνεται το κόστος της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης που αναλαμβάνει το κράτος, αλλά και ο ίδιος ο ασθενής.
Στις ετήσιες επίσημες αναφορές για τον ιατρικώς υποβοηθούμενο θάνατο, δεν γίνεται άμεση και ξεκάθαρη μνεία στο οικονομικό και κοινωνικό υπόβαθρο και τις περιρέουσες συνθήκες όσων επέλεξαν να πεθάνουν με ευθανασία. Απεναντίας, όλη η διαδικασία αντιμετωπίζεται τεχνοκρατικά, ως ένα αμιγώς ιατρικό πρόβλημα, με το ιατρικό προσωπικό να αξιολογεί τις αιτήσεις των πολιτών και να κρίνει ποιοι σύννομα επιθυμούν να πεθάνουν. Μια μεγάλη πλειοψηφία εκ των τεθνεώτων με ευθανασία δηλώνει ως λόγο επιθυμίας θανάτου την αδυναμία τους να συμμετάσχουν σε «ουσιαστικές δραστηριότητες», ενώ ένας στους τρεις αισθάνεται πως γίνεται βάρος στους οικείους του.
Ένα άρθρο του Spectator από το 2022, παρουσιάζει μια ακόμη πιο ζοφερή εικόνα: «Μια γυναίκα στο Οντάριο επέλεξε την ευθανασία επειδή τα επιδόματα στέγασης δεν της επέτρεπαν να βρει καλύτερη στέγαση που δεν θα επιδείνωνε τις ήδη εξαιρετικά σοβαρές αλλεργίες της. Μια ανάπηρη γυναίκα υπέβαλε αίτηση για ευθανασια επειδή ‘απλά δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να συνεχίσει να ζει’. Μια άλλη ζήτησε ευθανασία επειδή χρέη που σχετίζονται με τον Covid την κατέστησαν ανίκανη να πληρώσει για τη θεραπεία που διατηρούσε τον χρόνιο πόνο της υποφερτό – υπό την παρούσα κυβέρνηση, οι ανάπηροι Καναδοί έλαβαν 600 δολάρια σε πρόσθετη οικονομική βοήθεια κατά τη διάρκεια του Covid. Οι φοιτητές πήραν 5.000 δολάρια».
Ο μισαναπηρισμός έχει εύλογα μπει στη σέντρα των συζητήσεων για την ευθανασία. Όταν ακόμη και σε κράτη με κοινωνική πρόνοια η αναπηρία γίνεται αντιληπτή αποκλειστικά μέσω του ιατρικού μοντέλου και όχι του κοινωνικού, η έλλειψη θεσμικών παροχών, η κοινωνική απομόνωση, η απουσία ουσιαστικής αυτονομίας και η αντιμετώπιση της εκάστοτε βλάβης ως πυρηνικής ανεπάρκειας ενός ατόμου κάνουν την ευκολία με την οποία δεχόμαστε την ευθανασία ως εύλογη σε περιπτώσεις αναπηρίας να είναι στην καλύτερη των περιπτώσεων ύποπτη.
Το κίνημα για τα δικαιώματα των αναπήρων μπορεί να μην ομοφωνεί σε όλα, κανένα κίνημα κοινωνικής δικαιοσύνης δε λειτουργεί με αυτό τον τρόπο άλλωστε, όμως έχει εκφράσει την έντονη δυσαρέσκειά του για νομοθετικές μεταρρυθμίσεις που επιτρέπουν την ευθανασία. Ένας λόγος είναι η πεποίθηση πως η επιθυμία αρκετών ανάπηρων ανθρώπων να υποβληθούν σε ευθανασία πηγάζει από την εγγενή πολιτειακή απουσία υποστήριξης, τόσο σε καθημερινό επίπεδο, όσο και ως προς την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, καθώς ένα κράτος που αδιαφορεί για την ποιότητα ζωής των ανάπηρων ανθρώπων, με περίσσεια ειρωνεία φροντίζει για την αξιοπρέπειά τους στο θάνατο.
Με αυτό τον τρόπο, οι ανάπηροι άνθρωποι δεν επιφορτίζονται απλώς με τη διαχείριση της κρατικής ανεπάρκειας να τους προσφέρει την αξιοπρεπή διαβίωση που δικαιούνται, αλλά επιβαρύνονται ψυχολογικά, είτε με το να αισθάνονται πως αποτελούν βάρος στην οικογένεια και τον κοινωνικό τους περίγυρο, είτε αναπτύσσοντας ψυχικές νόσους όπως η κατάθλιψη και η αγχώδης διαταραχή.
Γι’ αυτό το βήμα του Καναδά να επεκτείνει την ευθανασία αποκλειστικά στους ψυχικά νοσούντες, παρά το ευτυχές προσωρινό πισωγύρισμα, είναι ακόμη πιο επικίνδυνο.

Baby, join me in death – Ευθανασία και ψυχική ασθένεια
Αντιμετωπίζοντας την ψυχική ασθένεια ως ένα αμιγώς ιατρικό, δηλαδή ατομικό, πρόβλημα, κάθε φιλελεύθερο κράτος αποποιείται των ευθυνών του για τη μέριμνα της ψυχικής υγείας των πολιτών του, καθώς και των οικονομικών συνθηκών που την επιδεινώνουν.
Αν συγκεκριμένες ψυχικές νόσοι μπορούν να θεωρηθούν από το κράτος εύλογες για ευθανασία, το εχέγγυο που αναγνωρίζεται στην απόφαση Carter v. Canada περί προστασίας ευάλωτων ατόμων από το να διαπράξουν αυτοκτονία σε μια στιγμή αδυναμίας πετιέται πανηγυρικά από το παράθυρο και πλέον μιλάμε ανοιχτά και σε όλους τους τόνους για θανατοπολιτική.
Ήδη η «συννοσηρότητα» μεταξύ σωματικής και ψυχικής ασθένειας σε περιπτώσεις ευθανασίας εγείρει έντονες ανησυχίες, καθώς πλανάται στον αέρα το ερώτημα: Αν είχαμε μεριμνήσει για τη φροντίδα της ψυχικής υγείας του εκλιπόντος, μήπως δεν θα είχε επιλέξει το θάνατο;
Την προσέγγιση αυτή επιβεβαιώνει εμπειρικά και η Αφροδίτη:
«Ο John άντεχε σωματικά και νοητικά, αλλά όχι ψυχολογικά. Είχε αποφασίσει να πεθάνει με ευθανασία όταν θα έβλεπε επιδείνωση στην ποιότητα ζωής του».
Όμως η ποιότητα της ζωής του, πριν ζητήσει από το γιατρό του ευθανασία, ήταν εξαιρετικά σταθερή και πλήρως βιώσιμη.
Ο John ήταν ένας λευκός αρτιμελής άντρας, σχετικά ευκατάστατος. Είχε εξασφαλισμένο το βιοπορισμό του ως συνταξιούχος δικαστής, ενώ έμενε σε μία δική του ευρύχωρη μονοκατοικία μέσα στη φύση. Το κράτος τού προσέφερε ιατροφαρμακευτικές παροχές που στην Ελλάδα μοιάζουν επιστημονική φαντασία: Τον ρώτησαν αν επιθυμεί νοσηλεία στο νοσοκομείο ή παραμονή στο σπίτι. Επέλεξε το δεύτερο και το κράτος του παρείχε νοσοκόμο και εξοπλισμό, χωρίς ο ίδιος να χρειαστεί να ψάξει ποιος εξοπλισμός ταιριάζει περισσότερο στις ανάγκες του. Σε περίπτωση που έπεφτε, όπως συνέβαινε ενίοτε, με 30 δολάρια μπορούσε να ειδοποιήσει ασθενοφόρο και αυτό να ανταποκριθεί άμεσα.
Η Αφροδίτη προσπάθησε να μου καταστήσει όσο πιο σαφές γίνεται ότι ο John δεν επέλεξε την ευθανασία λόγω ενός εξαθλιωμένου συστήματος υγείας ή αφόρητων πόνων από την ασθένειά του.
Η περίπτωση του John ταιριάζει με τα ευρήματα μιας έρευνας που δημοσιεύθηκε το 2020 σχετικά με τον ιατρικώς υποβοηθούμενο θάνατο στο Οντάριο του Καναδά για το διάστημα μεταξύ 2016-2018: Οι «παραλήπτες», όπως τους ονομάζει η έρευνα, ανέφεραν και σωματικό (99.5%) και ψυχολογικό άλγος (96.4%). Το 74.4% των περιπτώσεων είχε λάβει περίθαλψη ανακούφισης ή αλλιώς παρηγορητική φροντίδα, το 24.9% προερχόταν από υψηλότερα οικονομικά στρώματα, ενώ ήταν λιγότερο πιθανό να νοσηλεύεται σε κάποιο ίδρυμα, όπως για παράδειγμα σε νοσοκομείο. Η έρευνα αυτή βέβαια δεν αντανακλά σε όλες τις περιπτώσεις ευθανασίας που έλαβαν χώρα στον Καναδά εκείνο το διάστημα, καθώς το Οντάριο θεωρείται ίσως η πλουσιότερη επαρχία της χώρας, με το ΑΕΠ του να φτάνει τα 780 δισεκατομμύρια δολάρια.
Άρα, τι;
Είτε αξιολογήσουμε το μοντέλο ευθανασίας του Καναδά θετικά, είτε όχι, κύριο συμπέρασμα από όσα συζητήθηκαν για την ευθανασία είναι πως προτεραιότητα στην πολιτική κοινωνικής πρόνοιας ενός κράτους θα έπρεπε να έχει η αξιοπρέπεια στη ζωή.
Εκτός από τις καθαυτές ιατροφαρμακευτικές υπηρεσίες που προσφέρονται σε άτομα με σοβαρή νόσο, αναπηρία ή ψυχική ασθένεια, ειδικά στην Ελλάδα βρισκόμαστε ακόμη πολύ πίσω στην αποστιγματοποίηση της βλάβης οποιασδήποτε έκτασης και φύσεως. Η αναπηρία έχει ακόμη αρνητικές συνδηλώσεις στο συλλογικό ασυνείδητο, με σοβαρές προεκτάσεις στην απουσία οποιασδήποτε μέριμνας ώστε να καταστούν οι πόλεις μας καθολικά προσβάσιμες για όλες.
Ταυτόχρονα, η σύνδεση μιας σωματικής ή ψυχολογικής συνθήκης με την «αδυναμία» να είμαστε παραγωγικές και συνεπώς χρήσιμες στο κοινωνικό σύνολο, εκφράζει μια καπιταλιστική ηθική, που μαζί με τα νεοφιλελεύθερα ιδεώδη που αντιμετωπίζουν το σώμα, τις νόσους και τις βλάβες του ως ζητήματα ατομικής ευθύνης που επιδέχονται ατομικές λύσεις, φορτώνουν το υποκείμενο που νοσεί ή είναι ανάπηρο με το βάρος της κοινωνικής αποτυχίας να προσαρμοστεί και να φροντίσει τις ανάγκες του, κάτι που το ίδιο εσωτερικεύει πιστεύοντας ότι αυτό γίνεται βάρος.
Τέλος, δε γίνεται φυσικά να μην αναφερθούμε στη θηλυκοποίηση της φροντίδας, όπως συνέβη στην περίπτωση της Αφροδίτης, που είχε αναλάβει το παράδοξο έργο της εκπλήρωσης των αναγκών και των τελευταίων επιθυμιών του John, αλλά και τη φροντίδα του καθ’ όλη τη διάρκεια της πενταετίας από τη στιγμή που διαγνώστηκε με καρκίνο.
- Tags:
- μισαναπηρισμος
Τα σχόλια είναι προσβάσιμα μόνο στα μέλη της Womanlandia. Για να γίνετε μέλος, πατήστε εδώ.
