Στις 5 Ιουλίου 2024, με την ψήφιση του νόμου 5119/2024, το νομοθετικό πλαίσιο για την αναμετάδοση των δικών αυστηροποιήθηκε περισσότερο: εκτός από τη ραδιοφωνική ή τηλεοπτική μετάδοση μιας δίκης, πλέον απαγορεύεται η με οποιονδήποτε τρόπο μετάδοσή της μέσω διαδικτύου. Η αντίδραση των Παρατηρητηρίων σε δίκες δημοσίου ενδιαφέροντος, όπως το Golden Dawn Watch, το JackieOh Justice Watch και το Kivotos Watch, καθώς και πλήθος δικηγορικών οργανώσεων και δημοσιογράφων του προοδευτικού χώρου, ήταν άμεση.

Η δημοσιότητα της δίκης, που προβλέπεται ρητά νομοθετικά, αποτελεί συστατικό θεμέλιο της αστικής δικαιοσύνης, καθώς μέσω αυτής οι πολίτες, ο λαός, εν ονόματι του οποίου κινείται η ποινική διαδικασία στο σύνολό της, μπορεί να ελέγχει τα πεπραγμένα της δικαστικής εξουσίας και των λειτουργών της. Ένας κατηγορούμενος δεν έχει τίποτε να φοβηθεί από τη δημοσιότητα της δίκης του, καθώς, εκτός από τη νομική του εκπροσώπηση, η δημόσια έκθεση της λειτουργίας και αποτελεσματικότητας ενός δικαστηρίου είναι το μοναδικό πράγμα που τον προστατεύει από μια καφκικής φύσεως ποινική αντιμετώπιση.

Από τη συζήτησή μου με την Ασημίνα Καούνη, δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω και Συμβουλίω της Επικρατείας, ιδρύτρια και managing partner του δικηγορικού γραφείου «Μίνα Καούνη & Συνεργάτες», καθίσταται σαφές ότι ο πρόσφατος αυτός περιορισμός της δημοσιότητας της δίκης δεν έχει ως στόχο την προστασία των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου ή τη διασφάλιση του τεκμηρίου αθωότητας, αλλά την περιστολή της λογοδοσίας της δικαστικής εξουσίας, καθώς όπως γνωρίζουμε ό,τι δεν μαθαίνεται, ό,τι δε συζητιέται στη δημόσια σφαίρα και επικαιρότητα, στην πραγματικότητα αντιμετωπίζεται από τους θεσμούς σα να μη συνέβη ποτέ.

Με τη δίκη των Τεμπών να βρίσκεται προ των πυλών, όπως πολύ σωστά επισημαίνει η Ασημίνα Καούνη, και με το ρίσκο πως θα βγουν στη δημοσιότητα όσα εγκληματικά δεν ελέγχθησαν από την αντίστοιχη Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής να είναι ολοένα αυξανόμενο, μια αντισυνταγματική τροποποίηση για την αναμετάδοση των δικών βγάζει απόλυτο πολιτικό νόημα.

Ερώτηση: Τι ακριβώς προβλέπει ο νέος νόμος για την αναμετάδοση μιας δίκης και πώς τροποποιεί την ήδη υπάρχουσα διάταξη;

Ασημίνα Καούνη: Σύμφωνα με τη νέα διάταξη του ν. 5119/2024 με τίτλο “Τροποποίηση του π.δ. 18/1989 «Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας» (Α’ 8) – Μεταφορά διαφορών στα Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια – Ρυθμίσεις για πιλοτική ή κατόπιν προδικαστικού ερωτήματος δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας – Άλλες διατάξεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης”: «Απαγορεύεται η ολική ή μερική μετάδοση με ΟΠΟΙΟΝΔΗΠΟΤΕ ΤΡΟΠΟ, ιδίως μέσω της τηλεόρασης, ραδιοφώνου, διαδικτύου και γενικά οποιουδήποτε τεχνολογικού μέσου, καθώς και η κινηματογράφηση, μαγνητοσκόπηση, ηχογράφηση και αποτύπωση της δίκης σε γραπτό κείμενο μέσω ειδικού λογισμικού που μετατρέπει τον προφορικό λόγο σε γραπτό, ενώπιον ποινικού, αστικού ή διοικητικού δικαστηρίου. Κατ’ εξαίρεση, το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τις ενέργειες αυτές, εφόσον συναινούν ο εισαγγελέας και οι διάδικοι και συντρέχει ουσιώδες δημόσιο συμφέρον».

Η προγενέστερη διάταξη ήταν σαφώς πιο ορισμένη, και πάντως ήδη αυστηρή σε σχέση με το παλαιότερο άρθρο 35 παρ. 4 του ν. 2172/1993, καθώς όριζε ότι: «Η ολική ή μερική μετάδοση από την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο, καθώς και η κινηματογράφηση και μαγνητοσκόπηση της δίκης ενώπιον ποινικού, πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου απαγορεύεται. Κατ’ εξαίρεση, το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τις ενέργειες αυτές, εφόσον συναινούν ο εισαγγελέας και οι διάδικοι και συντρέχει ουσιώδες δημόσιο συμφέρον».

Είναι φανερό και δεν μπορούν πλέον να κρυφτούν ότι η τροποποίηση αυτή πλήττει ευθέως τα Παρατηρητήρια δικών, όπως το Golden Dawn Watch για τη δίκη της Χρυσής Αυγής, το ZackieOh Justice Watch για τη δίκη που αφορά τις συνθήκες θανάτου του Ζακ Κωστόπουλου, το LignadisTrialWatch για τη δίκη Λιγνάδη, το Kivotos Trial Watch για τη δίκη της Κιβωτου του Κόσμου και λοιπά.

Ερ: Γιατί αυτή η νομοθετική πρωτοβουλία είναι προβληματική;

ΑΚ: Είναι όχι μόνο προβληματική, αλλά προεχόντως αντισυνταγματική, σύμφωνα με το άρθρο 93 παρ. 2 του Συντάγματος, διότι εξαρτά τη μετάδοση της δίκης με οποιονδήποτε τρόπο από τη συναίνεση του εισαγγελέα και των διαδίκων και της συνδρομής ουσιώδους δημόσιου συμφέροντος. Από τη σαφή διατύπωση της συνταγματικής διάταξης συνάγεται ότι η επιβαλλόμενη συνταγματικά δημοσιότητα των συνεδριάσεων των δικαστηρίων δεν μπορεί να αποκλειστεί για οποιονδήποτε λόγο εκτός από τους ρητά και περιοριστικά αναφερόμενους, δηλαδή τα χρηστά ήθη και την προστασία της ιδιωτικής ή οικογενειακής ζωής των διαδίκων. Επομένως, το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να αποφασίσει γι’ αυτό, σταθμίζοντας τα διάφορα συμφέροντα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ως προς το επίμαχο ζήτημα, παρουσιάζει και το γεγονός ότι, παρόλο που το 2016 εκδόθηκε η 2016/343 Οδηγία Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της Ε.Ε., όπου στο άρθρο 4 παρ. 3 ρητώς προβλεπόταν, μεταξύ άλλων, ότι «η υποχρέωση (….) να μη γίνεται αναφορά στον ύποπτο ή κατηγορούμενο ως να είναι ένοχος δεν εμποδίζει τις δημόσιες αρχές να προβαίνουν σε δημόσια μετάδοση πληροφοριών σχετικά με την ποινική διαδικασία, όταν είναι απολύτως απαραίτητο για λόγους σχετικούς με την ποινική έρευνα ή με το δημόσιο συμφέρον», εντούτοις η διατύπωση του άρθρου 7 ν. 4596/2019, με το οποίο ενσωματώθηκε η διάταξη της ανωτέρω Οδηγίας στην εθνική έννομη τάξη, απέχει σημαντικά από το πνεύμα αυτό, αφού αρκείται στο να αναφέρει απλώς την δυνατότητα του εκάστοτε υπόπτου ή κατηγορουμένου να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης σε περίπτωση που πληγεί το τεκμήριο της αθωότητάς του από δηλώσεις δημοσίων αρχών που έλαβαν χώρα προ της εκδόσεως καταδικαστικής αποφάσεως και προεξοφλούν την ενοχή του.

Ενώ δηλαδή η διατύπωση της Οδηγίας άγει ξεκάθαρα στην ανάγκη διαφύλαξης της ανεμπόδιστης δυνατότητας δημόσιας αποτύπωσης των πεπραγμένων στην ποινική δίκη, ιδίως στις δίκες δημοσίου συμφέροντος, αντιθέτως, ο εθνικός νόμος ενσωμάτωσης ουσιαστικά απηχεί, έστω και εμμέσως, τις προθέσεις, ήδη από τότε, της πολιτείας για την βαθμιαία περιστολή της αρχής της δημοσιότητας της δίκης.

Περαιτέρω, το άρθρο 6 παρ. 1 της «Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών», που υπογράφηκε στη Ρώμη την 4 Νοεμβρίου 1950 και κυρώθηκε από την Ελλάδα αρχικά με το ν. 2329/1953 και για δεύτερη φορά με το ΝΔ 53/1974 (ΦΕΚ Α’ 256) και είναι γνωστή ως «Σύμβαση της Ρώμης» ή «Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου», που επίσης επιβάλλει τη δημοσιότητα των δικών, προβλέπει τη δυνατότητα αποκλεισμού της δημοσιότητας των δικών και για λόγους που ανάγονται στη δημόσια τάξη, στην εθνική ασφάλεια ή στο συμφέρον της δικαιοσύνης. Η ρύθμιση αυτή όμως δεν μπορεί να υπερισχύσει της αντίστοιχης συνταγματικής, αφού κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος η Διεθνής Σύμβαση της Ρώμης μόνο έναντι των κοινών νόμων έχει υπέρμετρη τυπική ισχύ.

Ερ: Η αιτιολογική έκθεση του άρθρου 31 του ν. 5119/2024 που τροποποιεί το αντίστοιχο άρθρο 8 του ν. 3090/2002 επιχειρεί να τεκμηριώσει την ανάγκη αυτής της νομοθετικής μεταρρύθμισης με το εξής επιχείρημα: «Με την εν λόγω σύγχρονη μεθοδολογία, λαμβάνει γνώση σε άμεσο χρόνο, μέσω απευθείας αναμετάδοσης (μετατροπής σε γραπτό λόγο με τη χρήση ειδικού λογισμικού), σε ιστοσελίδες και μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αόριστος αριθμός ατόμων ευρισκόμενων εκτός της δικαστικής αιθούσης, κατάσταση η οποία, δεν συνάδει, με την έννοια της δημοσιότητας της ποινικής διαδικασίας, καθόσον ως τέτοια νοείται η δυνατότητα της ελεύθερης εισόδου του κοινού στην αίθουσα συνεδρίασης του δικαστηρίου και η κατά τρόπο ανεμπόδιστο παρακολούθηση της προφορικής διαδικασίας και όχι η άμεση αναμετάδοση της δίκης με κάθε λεπτομέρεια, εν αγνοία του δικαστηρίου, του εισαγγελέα και των διαδίκων και δίχως την προβλεπόμενη στο δεύτερο εδάφιο άδειά τους». Πώς σχολιάζεις νομικά αυτό το επιχείρημα; Είναι αυτή η ερμηνεία της αρχής της δημοσιότητας ορθή;

ΑΚ: Η συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της δημοσιότητας των δικών -όπως και η αρχή της αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων- ανάγεται στις αντικειμενικές προϋποθέσεις ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και δεν αποτελεί ούτε δικαίωμα του κατηγορουμένου, ούτε δικονομική ρύθμιση για την καλύτερη διεξαγωγή της δίκης, ώστε να υπόκειται στους διακριτικούς χειρισμούς του δικαστηρίου.

Η δημοσιότητα συνιστά λειτουργικό στοιχείο της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, καθώς αποτελεί το κύριο μέσο για τον έλεγχο του τρόπου απονομής της από τον λαό, αφού, όπως και οι λοιπές λειτουργίες, εξουσίες δηλαδή, του κράτους, πηγάζει από τον λαό και υπάρχει υπέρ αυτού, όπως προβλέπεται στο αρ. 1 παρ. 3 του Συντάγματος, και σύμφωνα με το αρ. 26 παρ. 3 του Συντάγματος, οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται στο όνομα του Ελληνικού Λαού. Στον όρο «δημοσιότητα» του άρθρου 93 παρ. 2 του Συντάγματος υπάγονται και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και το διαδίκτυο πλέον, παρ’ όλο που συνιστούν έμμεση ενημέρωση σε σχέση με την «άμεση» που παρέχει η παρουσία του κοινού στην επ’ ακροατηρίω διαδικασία. Αυτό προκύπτει άνετα τόσο από την κοινωνιολογική ερμηνευτική προσέγγιση του Συντάγματος, αφού μία τέτοια ερμηνευτική προσέγγιση διευρύνει στην ουσία τη λαϊκή κυριαρχία, όσο και από το περιεχόμενο που έχει πλέον ο όρος «δημοσιότητα» στην καθημερινή γλωσσική αντίληψη της λέξης αυτής.

Η παραπάνω νομική θεμελίωση της προσέγγισης του ζητήματος της δημοσιότητας των δικών δεν μπορεί να ανατραπεί με την επίκληση ουσιαστικών επιχειρημάτων περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της τηλεοπτικής καλύψης ή των Παρατηρητηρίων, αφού σε μία τέτοια περίπτωση καταχρηστικής ασκήσεως της ελευθερίας αυτής σε βάρος του κατηγορουμένου ή άλλου παράγοντα της δίκης ή ακόμη και σε βάρος της ομαλής διεξαγωγής της διαδικασίας, ο/η πρόεδρος του δικαστηρίου έχει την δικονομική δυνατότητα να επαναφέρει τους παρεκτρεπόμενους στην τάξη, όπως ακριβώς συμβαίνει και στις περιπτώσεις παρεκτροπών του ακροατηρίου σε βάρος του κατηγορουμένου ή της διαδικασίας.

Το ενδεχόμενο κατάχρησης της δημοσιότητας δεν είναι ικανό να οδηγήσει σε αποκλεισμό της, αλλά μόνο στην καταστολή εκείνου που παρεκτρέπεται, κατά περίπτωση.

Αλλά και η σκηνοθετική παρέμβαση κατά την κάλυψη της διαδικασίας από τα ΜΜΕ είναι συνταγματικά ανεκτή, στον βαθμό που είναι ανεκτή η εν γένει δημοσιογραφική κάλυψη μέσω του δικαστικού ρεπορτάζ, η δε αξιοπρέπεια του κατηγορουμένου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι κινδυνεύει εξαιτίας της ευρείας κάλυψης περισσότερο από όσο κινδυνεύει με την υποτιμητική ή καταφρονητική μεταχείρισή του από τους παράγοντες ή το ακροατήριο της δίκης (για όλα τα παραπάνω, βλ. I. Μανωλεδάκη, Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης στην ποινική δίκη, Υπέρ 1995, σελ. 3 και επ.). Αν και σε πολλές περιπτώσεις σύγχρονων δικών, ιδίως έμφυλης βίας, η καταφρονητική και υποτιμητική συμπεριφορά επιφυλάσσεται για τα θύματα παρά για τους θύτες. Εξάλλου, πάντοτε το δικαστήριο σαν ένα είδος ασφαλιστικής δικλείδας έχει τη δυνατότητα να επιτρέψει την παρουσία των τηλεοπτικών μέσων ή των Παρατηρητηρίων στην αίθουσα με τους περιορισμούς που, κατά περίπτωση, ενδείκνυνται για την προστασία του κατηγορουμένου, όπως για παράδειγμα με την τοποθέτηση των μηχανών καταγραφής στο βάθος ή στα πλευρά της αίθουσας συνεδριάσεως.

Από τις σκέψεις που προηγήθηκαν προκύπτει ότι η διάταξη του αρ. 31 του ν. 5119/2024 είναι αντισυνταγματική και άρα ανίσχυρη (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), αφού σε αντίθεση με τα επιτασσόμενα από το άρθρο 93 παρ. 2 του Συντάγματος, και παρά την νομοθετική γραμμή που ακολουθείται στα άρθρα 329 παρ. 1 και 330 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας η οποία ευθυγραμμίζεται πλήρως με την συνταγματική αυτή διάταξη, εξαρτά τη μαγνητοφώνηση ή βιντεοσκόπηση της δίκης και την τηλεοπτική ή ραδιοφωνική μετάδοσή της από τη συναίνεση του εισαγγελέα και των διαδίκων και να συντρέχει ουσιώδες δημόσιο συμφέρον.

Σύμφωνα δε με κορυφαίους θεωρητικούς μας, όπως ο Δημήτραινας και ο Ανδρουλάκης, το επιχείρημα της αιτιολογικής έκθεσης, που ενισχύει την αντίληψη υπέρ του αποκλεισμού της τηλεόρασης και του διαδικτύου από την αίθουσα του ποινικού ακροατηρίου, παραγνωρίζει την εμπλοκή στο πρόβλημα περισσότερων βασικών Αρχών της έννομης τάξης μας. Αυτές είναι: η αρχή της δημοσιότητας της δίκης, που είναι κατοχυρωμένη συνταγματικά στο άρθρο 93 παρ. 2 του Συντάγματος, το δικαίωμα συμμετοχής στην κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας που προβλέπεται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, το δικαίωμα της πληροφορήσεως, που κατοχυρώνεται με τα άρθρα 14 του Συντάγματος και 10 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το δικαίωμα σε χρηστή δίκη που προβλέπεται από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και, τέλος, η αρχή του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου, όπως κατοχυρώνεται από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος.

Ερ: Γιατί μπαίνει στο στόχαστρο η αμεσότητα της μετάδοσης όσων συμβαίνουν στο δικαστήριο; Είναι κακό να ενημερώνεται άμεσα και με ακρίβεια το κοινό;

ΑΚ: Νομίζω ότι πλέον είναι πασιφανές ότι φοβούνται την κοινωνική αντίδραση. Και βρίσκουν διάφορες δικαιολογίες για να κρύψουν τον φόβο αυτόν, όπως δήθεν ότι πλήττεται το τεκμήριο αθωότητος.

Δεν μας πείθουν, όμως, ότι ο φόβος τους για την κοινωνική αντίδραση συνίσταται στο θάμπωμα του τεκμηρίου της αθωότητος και των οδυρμών τους για μία δίκαιη δίκη. Ο Λιγνάδης είχε μία «πολυτελέστατη δίκη», ενώ τα θύματα είχαν μία πολύ «άδικη δίκη» και κατασπαράχθηκαν ελέω έδρας. Τη δυνατότητα του Λιγνάδη, σχεδόν ποτέ, δεν διαθέτουν οι αδύναμοι και καταπιεσμένοι, για τους οποίους βέβαια δεν υπάρχει κανένας οδυρμός για την δίκαιη δίκη που αποστερούνται λόγω έλλειψης ταξικών και άλλων προνομίων.

Οι μαζικές αντιδράσεις φοβίζουν γιατί κανείς δεν γνωρίζει ή δεν μπορεί να υπολογίσει την χρονική στιγμή μιας εκτόνωσης και την πίεση με την οποία η κοινωνική μάζα εκρήγνυται. Και δεν θέλουν μία ενημερωμένη κοινωνία. Άλλωστε, οσονούπω έρχεται και η δίκη των Τεμπών, γι αυτό και η βιασύνη.

Το μόνο που τους ενοχλεί στην ουσία είναι η διαμαρτυρία της κοινωνίας, δεδομένου ότι οι πρώτοι που καταπατούν το τεκμήριο αθωότητας είναι οι πολιτικοί, τους οποίους κυρίως δεσμεύει, την οποία ονομάζουν «λαϊκά δικαστήρια». Δεν μπορώ να μη μου ξεφύγει ένα χαμόγελο στη σκέψη ότι φοβούνται τόσο τα λαϊκά δικαστήρια, τον φόβο τους να έχουν όσο και οι πρόγονοι μερικών, αλλά η επίκληση εδώ κάποιας φανταστικής αμεροληψίας και ουδετερότητας, την οποία επηρέαζει η κοινή γνώμη και οι ίδιοι οι πολίτες που παίρνουν θέση, είναι αστεία, ειδικά όταν στους τελευταίους συνιστούν συνθήκες απομόνωσης και απόλυτης σιγής ως προϋπόθεση για να μπορούν να λειτουργούν αποτελεσματικά οι θεσμοί.

Είναι πλέον γνωστό ότι η άποψη περί διευρυμένης τριτενέργειας του τεκμήριου αθωότητας στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών δεν έχει καμία σοβαρή νομική και δικαιοπολιτική βάση. Το τεκμήριο αθωότητας αφορά το δικαστήριο, τις κρατικές αρχές και τριτενεργεί μόνο σε όσους ασκούν εξουσία που προσομοιάζει σε αυτές από άποψη ισχύος, όπως τα ΜΜΕ κι αυτά υπό προϋποθέσεις. Θα ήταν συνεπώς αδιανόητο να ισχυριστεί κανείς παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας, για τον λόγο ότι πολίτες ασκούν το συνταγματικό δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης και ζητούν από τις Αρχές, εν προκειμένω τα δικαστήρια, την τιμωρία συγκεκριμένων κατηγορουμένων.

Οι δικαστές είναι οι μόνοι θεσμικά αρμόδιοι να κρίνουν μια ποινική υπόθεση σύμφωνα με τις νόμιμες διαδικασίες και εγγυήσεις. Κανένας, εξάλλου, δεν στερείται του φυσικού του δικαστή, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Συντάγματος. Κανείς, αντίστοιχα, δεν μπορεί να στερήσει το δικαίωμα της κοινωνίας να απαιτεί, να διαμαρτύρεται, να εκφράζεται ελεύθερα με τον τρόπο που αυτή επιλέγει. Δυο δικαιώματα ανεξάρτητα μεταξύ τους και πάντως όχι αλληλοαποκλειόμενα. Η Δημοκρατία πρέπει να επιδιώκει να δημιουργήσει ενημερωμένους και συνειδητοποιημένους πολίτες. Οχι φοβισμένους και απαθείς. Πολίτες που κάνουν θαρρετά χρήση των συνταγματικών δικαιωμάτων τους.

Θα ήταν τρομακτικό να υπάρχει απαίτηση από την κοινωνία να τηρεί απόλυτη σιγή, ως προϋπόθεση, για να μπορούν να λειτουργούν αποτελεσματικά οι θεσμοί. Θα ήταν μια ξεκάθαρη ομολογία αποτυχίας της Δημοκρατίας.

Πρέπει, μάλλον, να συνηθίσουμε στην ιδέα, κι αφορά στους πιο καλοπροαίρετους, ότι όταν υπάρχουν υποθέσεις με εκτόπισμα κι ευρύτερες κοινωνικές συνδηλώσεις, θα υπάρχουν κι αυτοί, κυρίως νομικοί, που καμώνονται ότι η έννοια της Δικαιοσύνης μπορεί να καθοριστεί έξω από την ταξική κι έμφυλη διαστρωμάτωση της κοινωνίας, λες και το δίκαιο είναι ένας αντικειμενικός «διαιτητής» ενός αγώνα που παίζεται σε ένα ουδέτερο γήπεδο. Οπότε, η δημοσιότητα των δικών μπορεί να φέρει στην μπροστινή θέση θέασης όλα τα παραπάνω και να γίνουν πλήρως ορατά.

Ερ: Τι σημαίνει αυτή η τροποποίηση για το μέλλον της δημοσιότητας της δίκης και το δικαστικό ρεπορτάζ συλλήβδην;

ΑΚ: Όπως αναφέρθηκε, εδώ δεν διακυβεύεται μόνο το μέλλον της δημοσιότητας της δίκης, αλλά παραβιάζεται το Σύνταγμα σε πολλές διατάξεις του, η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, η ελευθερία του τύπου, αυτό τούτο το κράτος Δικαίου. Το διακύβευμα είναι υψίστης σημασίας, γι αυτό πρέπει άμεσα να αντιδράσουν πρώτιστα οι Δικηγορικοί Σύλλογοι και οι δημοσιογραφικές ενώσεις, απαιτώντας την κατάργηση της επίμαχης διάταξης. Οι δε δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί, όπως απαιτεί το Σύνταγμα στο αρ. 93 παρ 4, να μην εφαρμόσουν τη νέα διάταξη, ως αντισυνταγματική.

Τα σχόλια είναι προσβάσιμα μόνο στα μέλη της Womanlandia. Για να γίνετε μέλος, πατήστε εδώ.