Μερικά πράγματα δεν κουκουλώνονται με τίποτα.
Πέντε μέρες μετά τον θανάσιμο τραυματισμό και μία μετά τον θάνατό του, έχει επιβεβαιωθεί πια από πολλές αξιόπιστες πηγές ότι ο άοπλος εικοσάχρονος Θοδωρής Ζαβραδινός-Καραμπαμπάς, τον οποίο πυροβόλησαν και σκότωσαν οι αστυνομικοί στο Άργος, ήταν αυτιστικός. Ο ακριβής αριθμός των πυροβολισμών που έριξαν οι αστυνομικοί και πόσες από αυτές τον πέτυχαν παραμένει αδιευκρίνιστος, αλλά οι πιο πρόσφατες πληροφορίες μιλούν για 21 συνολικά σφαίρες.
Και μέσα σε αυτήν τη βροχή από πυρά, η συχνότερη, πρώτη αυθόρμητη απορία στα χείλη και στα πληκτρολόγια των σόσιαλ ήταν: «Σοβαρά; Οδηγούσε ο αυτιστικός;»
Η ερώτηση αυτή κρύβει δύο πιθανές ερμηνείες από πίσω.
Α) «Αποκλείεται να ήταν αυτιστικός με 89% αναπηρία αφού οδηγούσε. Απατεώνας ήταν. Τόσοι και τόσοι παίρνουν πλαστές γνωματεύσεις αναπηρίας».
Β) «Δεν ήξερα πως οι αυτιστικοί οδηγούν. Ίσως δεν θα έπρεπε να τους επιτρέπεται».
Και οι δύο ερμηνείες είναι μισαναπηρικές και αποκαλύπτουν κάτι παραπάνω από άγνοια, αλλά η πρώτη κρύβει και κάτι άλλο: τη σχεδόν ενστικτώδη, καλά αφομοιωμένη πεποίθηση της ελληνικής κοινωνίας ότι ο πολίτης εξ ορισμού εξαπατά το κράτος (και το αντίστροφο). Ἀρα, κάτι άλλο συμβαίνει: Δεν είναι αυτό που νομίζουμε. Κάποια σκοτεινή, μυστηριώδης αλλά εντελώς λογική εξήγηση υπάρχει για το παράλογο, το αδιανόητο της δολοφονίας ανυπεράσπιστων πολιτών από τις Αρχές.
Η βαθιά καχυποψία, η αδιαφάνεια, το «τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται» είναι μία από τις αιτίες που σε κοινωνίες με κανονικοποιημένη κρατική ασυδοσία είναι τόσο δημοφιλείς οι θεωρίες συνωμοσίας. Συμβαίνει όταν νιώθουμε διαρκώς ότι απειλούμαστε από κάτι απροσδιόριστο αλλά πανίσχυρο.
Όμως αυτό είναι μια ξεχωριστή οδυνηρή συζήτηση.
Η δυσπιστία που αντανακλά η ερώτηση «μα οδηγούν οι αυτιστικοί;» αντανακλάται και στην ελληνική νομοθεσία που αφορά παροχές και επιδόματα σε περιπτώσεις οικονομικής δυσκολίας ή αναπηρίας: οι νόμοι λένε στον πολίτη «είσαι απατεώνας μέχρι αποδείξεως του εναντίου».
Μπερδεύοντας (καθόλου) γλυκά την έννοια του επιδόματος με την έννοια της σύνταξης, το ελληνικό κράτος μέχρι αρκετά πρόσφατα απέκλειε από αναπηρικά επιδόματα ανάπηρα άτομα που ήταν σε θέση να εργαστούν. Αυτό δεν ισχύει πια, αλλά και σήμερα τα κατάλοιπά του είναι φανερά σε διατάξεις όπως:
«Γενικά, για τη χορήγηση των αναπηρικών παροχών θα πρέπει να πληρούνται, σωρευτικά-αθροιστικά, ανάλογα με την παροχή, τόσο διοικητικής όσο και ιατρικής φύσης προϋποθέσεις, π.χ. για την χορήγηση της οικονομικής ενίσχυσης λόγω βαριάς αναπηρίας, ο αιτών δεν πρέπει να λαμβάνει ή να πληροί τις ασφαλιστικές προϋποθέσεις για να λάβει σύνταξη από άμεσο δικαίωμα, θα πρέπει να είναι κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ανασφάλιστος ή έμμεσα ασφαλισμένος ή αν είναι άμεσα ασφαλισμένος να εμπίπτει στις προβλεπόμενες εξαιρέσεις και συγχρόνως να κριθεί ότι πάσχει από ορισμένη σωματική ή ψυχική ασθένεια η οποία τον έχει καταστήσει ανάπηρο με επιλέξιμο ποσοστό». (από την ιστοσελίδα του ΟΠΕΚΑ).
Με άλλα λόγια, ή επίδομα θα έχεις ή σύνταξη.
Άλλοι νόμοι ακυρώνουν μερικώς την παραπάνω διάταξη, με αποτέλεσμα τη γνωστή σε πολλούς από εμάς ταλαιπωρία στις επιτροπές ΚΕΠΑ (που καθορίζουν τα ποσοστά αναπηρίας), την εχθρική έως ειρωνική στάση πραγματογνωμόνων που δεν διστάζουν να πουν σε χρόνια ασθενείς «μα αφού περπατάς» και «εγώ μια χαρά σε βλέπω», την καθημερινή βία της άρνησης απολύτως απαραίτητων παροχών και διευκολύνσεων, με τη λογική ότι αφού το ανάπηρο άτομο δεν είναι άστεγο και έχει συγγενείς, δεν χρειάζεται κάτι άλλο. Πώς ξέρουμε ότι έχει συγγενείς; Μα, αν δεν είχε δεν θα έφτανε μέχρι το ραντεβού του ΚΕΠΑ. Οι διαδικασίες είναι κυριολεκτικά και μεταφορικά απροσπέλαστες σε ανάπηρα και μη άτομα, σε σημείο συχνά να τις αναλαμβάνουν δικηγόροι επί πληρωμή.
Μια και μιλάμε για αυτοκίνητα: υπάρχει λόγος που ο πειρασμός να καταλάβει κανείς αναπηρική θέση παρκαρίσματος στην Ελλάδα είναι μεγάλος, καθώς οι θέσεις είναι σχεδόν πάντα άδειες. Είναι άδειες διότι για να χαρακτηριστεί αναπηρικό ένα όχημα, πρέπει να είναι ιδιοκτησία του ανάπηρου ατόμου ή του/της συζύγου του. Δεν αρκεί μια κάρτα της Τροχαίας ότι στο αυτοκίνητο αυτό επιβαίνει ΑμεΑ. Άλλη μία κρατική πρακτική βασισμένη στην πεποίθηση ότι όλο και κάποιος απατεώνας θα προσπαθήσει να βάλει μέσο για να πάρει την πολυπόθητη κάρτα.
Τα ΑμεΑ στην Ελλάδα κακοποιούνται συστηματικά στο όνομα της προστασίας τους από τους Κακούς Απατεώνες.
Το πράγμα περιπλέκεται όταν είναι ξεκάθαρα αποδείξιμο ότι οι Κακοί Απατεώνες είναι οι Αρχές. Εκεί παγώνουμε κι αρχίζουν οι δικαιολογίες, τα «μα δεν μπορεί»… Από τις πρώτες λεπτομέρειες της είδησης που διακριτικά και βολικά διέρρευσαν σε μεγάλα μέσα ήταν ότι ο νεαρός έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα, ότι δεν σταμάτησε στο σήμα, ότι εμβόλισε τα περιπολικά που τον περικύκλωσαν (κάτι αναπόφευκτο όταν κανείς φρενάρει απότομα)… και τι άλλο;
Α, ναι. Ότι «βρέθηκε» στην κατοχή του αεροβόλο πιστόλι (!). Ότι «σύμφωνα με πληροφορίες του Mega, το θύμα είχε συλληφθεί στο παρελθόν, καθώς μέσα στο αυτοκίνητο που οδηγούσε είχαν βρεθεί και κατασχεθεί ένα ρόπαλο, μια σιδερογροθιά και ένας φάρος της αστυνομίας» (Pagenews.gr). Αυτό, τη στιγμή που οι δράστες δεν ήξεραν ποιος ήταν ο άνθρωπος που πυροβολούσαν, τι σχέση έχει με το περιστατικό;
Ό,τι και να πω για τη διάδοση και υπογράμμιση τέτοιων πληροφοριών από μεγάλα μέσα, θα είναι καθαρά υποκειμενικός χαρακτηρισμός, οπότε ας βγάλει ο καθείς τα συμπεράσματά του. Νομίζω πάντως πως η ελαφρύτερη λέξη που ταιριάζει εδώ είναι «λασπολογία».
Με τους παραλληλισμούς της δολοφονίας αυτής με τους φόνους των Αντώνη Καρυώτη και Ζακ Κωστόπουλου και τις αναρίθμητες γυναικοκτονίες τρανς γυναικών, αν και βλέπω τον συσχετισμό μεταξύ δολοφονιών ανθρώπων που θεωρούνται «διαφορετικοί» και τυχαίνει να βρίσκονται σε ευάλωτη θέση, δεν συμφωνώ. Όσο ειδεχθείς κι αν είναι φόνοι με δράστες απλούς πολίτες, όσο κι αν το νομικό σύστημα κι η κοινή γνώμη προστατεύουν τους δράστες σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν παύουν να είναι φόνοι με δράστες απλούς πολίτες. Δεν είναι στην ίδια κατηγορία με τους φόνους από αστυνομικά πυρά.
Μόνο στον φόνο του Ζακ Κωστόπουλου εμπλέχθηκαν και αστυνομικοί. Που τελικά αθωώθηκαν, ωστόσο η εμπλοκή τους είναι αποδεδειγμένη.
Ο θάνατος του 20χρονου Θοδωρή Ζαβραδινού μάλλον ανήκει στην ίδια κατηγορία με τις δολοφονίες των Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου (15 ετών), Νίκου Σαμπάνη (18 ετών), Χρήστου Μιχαλόπουλου (17 ετών), «Σύρου πρόσφυγα» 20 ετών, καθώς και κάμποσων «ανήλικων Ρομά» που δεν μάθαμε ποτέ τα ονόματά τους.
Αλλά ας υποθέσουμε πως ο νεκρός στο Άργος ήταν υγιέστατος, απατεώνας με διάγνωση-μαϊμού για αυτισμό, παραβατικός, βίαιος, με μητρώο. Κι ακόμη, πως ήταν 95 ετών και είχε ζήσει τη ζωή του έτσι κι αλλιώς. Και λοιπόν; Δεν θα ήταν παρά η νιοστή φορά που η προσοχή μετατοπίζεται τεχνηέντως και βολικότατα από την πράξη των δραστών στο γενικό ποιόν του θύματος και το κουτσομπολιό γύρω από τη ζωή του.
Γιατί αν στρέψουμε την προσοχή μας στους δράστες εγκλημάτων από εκπροσώπους του κράτους, θα φοβηθούμε. Η ώς τώρα απροσδιόριστη απειλή, αν της βγάλουμε τα πέπλα της συνωμοσιολογίας, έχει συγκεκριμένο πρόσωπο, πολύ πιο συστημικό και επικίνδυνο από την όποια κοινωνική ομάδα βάλουμε στο στόχαστρο για να καθησυχαζόμαστε: γυναίκες με λάθος ρούχα, νεαρούς με λάθος καταγωγή, άτομα με τον λάθος νευρότυπο, ή ακόμα και «άτυχα θύματα που βρέθηκαν στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή».
Φαίνεται πως ως κοινωνία δεν είμαστε έτοιμοι να το αντέξουμε αυτό.
Ας συνεχίσουμε λοιπόν να απορούμε πώς είναι δυνατόν να οδηγούν οι αυτιστικοί κι ας παραβλέψουμε την απορία ποιοι από εμάς είμαστε, τελικά, ασφαλείς όταν κυκλοφορούμε.
Σημείωση: Ο τίτλος του άρθρου είναι παράφραση του τίτλου του θεατρικού έργου του Ντάριο Φο Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού.
Τα σχόλια είναι προσβάσιμα μόνο στα μέλη της Womanlandia. Για να γίνετε μέλος, πατήστε εδώ.
