Η πρωτόδικη καταδίκη από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών δύο εκ των τριών κατηγορούμενων αστυνομικών της ομάδας ΔΙΑΣ για τον βιασμό της τότε 19χρονης Σ. εντός του ΑΤ Ομόνοιας το καλοκαίρι του 2022 δεν μπορεί παρά να αποτελέσει μια μουδιασμένη ανάσα. Όταν ακόμη και σήμερα η δικαστική αναγνώριση της έμφυλης βίας δεν θεωρείται δεδομένη σε καμία υπόθεση, η καταδίκη δύο αστυνομικών για ένα τόσο σοβαρό περιστατικό βιασμού προκαλεί ανακούφιση και είναι απολύτως θεμιτό να αντιμετωπιστεί ως διττή πολιτική νίκη: συνιστά θεσμική αναγνώριση και της πατριαρχικής αλλά και της αστυνομικής βίας.
Μια εξαθλιωτική για το θύμα ποινική διαδικασία
Η Σ. πάλεψε με νύχια και με δόντια για τη δικαίωσή της, λες και στο εδώλιο της κατηγορουμένης καθόταν η ίδια. Από την πλευρά της υπεράσπισης των κατηγορουμένων ειπώθηκε ότι εκείνη είχε φαντασίωση να κάνει σεξ με ένστολους σε αστυνομικό τμήμα, ότι λόγω προηγούμενων κακών εμπειριών της φοβόταν τους άντρες και πως ήταν ενδεικτικό –αρνητικά ως προς το ποιόν της ίδιας– ότι στο δικαστήριο δεν εμφανίστηκαν ποτέ ο μπαμπάς κι ο αδερφός της, ότι σκοπός μέσα από τη μήνυσή της ήταν να σπιλώσει την Ελληνική Αστυνομία, ότι κίνητρο για την «ψευδή» καταγγελία της ήταν το αίσθημα ανεπάρκειας που ένιωσε όταν ανακάλυψε ότι οι αστυνομικοί ήταν δεσμευμένοι, αλλά και η απουσία φίλων, αφού με την καταγγελία πήρε πολλή προσοχή. Για το τελευταίο ο ένας εκ των συνηγόρων υπεράσπισης, με μία δραματική χειρονομία του, υπέδειξε ολόκληρο το ακροατήριο όπου βρισκόταν και άτομα από αλληλέγγυες συλλογικότητες, υπονοώντας ουσιαστικά ότι η κινηματική υποστήριξη μπορεί να δώσει το πάτημα σε μία γυναίκα να υποβάλει ψευδή καταγγελία εις βάρος δύο αντρών της εκτελεστικής εξουσίας που μετά βίας γνωρίζει. Ο δεύτερος κατηγορούμενος μάλιστα βιντεοσκόπησε παράνομα την πράξη του βιασμού με κάμερα Go Pro, ισχυρίστηκε ότι έχασε το αρχείο του βίντεο, και στη συνέχεια επικαλέστηκε στιγμιότυπο-thumbnail από το κατά τα άλλα διαγραφέν βίντεο, το οποίο υποτίθεται ότι δείχνει την παθούσα να χαμογελάει, διατεινόμενος ότι εκείνη συναίνεσε στην πράξη.
Όταν λογοδοτούν ενώπιον της Δικαιοσύνης αστυνομικοί, η ζυγαριά γέρνει εκ προοιμίου υπέρ τους, καθώς υπάρχει στη διάθεσή τους ένας μηχανισμός από συναδέλφους και ανωτέρους που θα κάνουν το παν για να τους υποστηρίξουν. Ακόμη κι αν τη διερεύνηση αδικημάτων που διέπραξαν αστυνομικοί δεν την αναλάμβαναν συνάδελφοί τους, όπου η Αστυνομία ουσιαστικά καλείται να διερευνήσει και να ξεμπροστιάσει τον εαυτό της, θα βρεθούν εκείνοι που θα καταθέσουν ότι δεν είδαν και δεν άκουσαν το παραμικρό ή πως όλα τους φάνηκαν φυσιολογικά, επιβεβαιώνοντας την υπερασπιστική γραμμή των δραστών. Οι καταθέσεις αστυνομικών για τους συναδέλφους τους αντιμετωπίζονται από το δικαστήριο ως απολύτως αντικειμενικές και χωρίς οποιαδήποτε καχυποψία, λες και δεν υφίσταται σύγκρουση συμφερόντων.
Ο εισαγγελέας και η πρόεδρος της έδρας φάνηκαν ξεκάθαρα ενοχλημένοι από την έκθεση του αστυνομικού σώματος μέσα από τη συμπεριφορά των δύο αστυνομικών, λες και ο λογισμός τους είχε προσπεράσει το επίδικο ζήτημα του βιασμού. Στο ρεπορτάζ του Βίκτωρα Μπενουζίλιο για το Omniatv διαβάζουμε πως «οι απολογίες των κατηγορουμένων αστυνομικών δεν εντυπωσίασαν. Εντυπωσίασε όμως ο τρόπος με τον οποίο η πρόεδρος του δικαστηρίου επέλεξε να πλαισιώσει τη συζήτηση. Αντί η εξέταση να επικεντρώνεται αποκλειστικά στο επίδικο ζήτημα της καταγγελίας βιασμού και στα στοιχεία που αφορούν τη συναίνεση ή μη της καταγγέλλουσας, μεγάλο μέρος των ερωτήσεων περιστράφηκε γύρω από το κύρος της Ελληνικής Αστυνομίας, την εικόνα των αστυνομικών και το ηθικό βάρος της στολής. Επανειλημμένα η πρόεδρος αναφέρθηκε στην ελληνική σημαία που φέρουν οι αστυνομικοί στη στολή τους, στο λειτούργημα που επιτελούν και στην ευθύνη που απορρέει από την ιδιότητά τους. Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, η συζήτηση μετατοπίστηκε από την ουσία της καταγγελίας προς το ερώτημα του πώς είναι δυνατόν αστυνομικοί να εκθέτουν το σώμα στο οποίο υπηρετούν με μια τέτοια συμπεριφορά». Συνεπώς, τίθεται επίσημα επί τάπητος το «φόβητρο» της δημόσιας έκθεσης του σώματος της ΕΛΑΣ, που δίνει στα μέλη του κίνητρο να μην καταθέσουν με ειλικρίνεια για παράνομες πράξεις συναδέλφων τους. Αυτό αποδεικνύεται περίτρανα και από τις δεκάδες ΕΔΕ που διατάσσονται για αστυνομική ασυδοσία, οι οποίες συχνά καθυστερούν και καταλήγουν να βγάζουν λάδι τους υπό διερεύνηση αστυνομικούς.
Το κλίμα σε δίκες σεξουαλικής βίας διαμορφώνεται με τέτοιο τρόπο, ώστε η νομική εκπροσώπηση της παθούσας να υποχρεωθεί να χτίσει το προφίλ του τέλειου θύματος για να «υπερασπιστεί» (!!) τα κίνητρα και το ήθος της με ό,τι είναι ικανό να συγκινήσει τη δικαστική έδρα: μπορεί να είναι οι καλοί βαθμοί, η κοινωνικά ευπρεπής εργασία, ο καλοκάγαθος χαρακτήρας και η σεξουαλική αγνότητα, το τελευταίο ακόμη και μέσα από την κυριολεκτική λογοδοσία της υποστήριξης την κατηγορία για προηγούμενες σεξουαλικές επαφές της παθούσας. Μια επιζώσα έμφυλης βίας, εκτός από τον άθλο απόδειξης του βιασμού, επιβαρύνεται και με τον υπόρρητο άθλο απόδειξης ότι επιδέχεται και αξίζει ποινικής προστασίας, ότι μπορεί να είναι όντως θύμα. Η περιρρέουσα αυτή ατμόσφαιρα εν προκειμένω πήρε σάρκα και οστά μέσα από τα λόγια του εισαγγελέα της έδρας, ο οποίος υποστήριξε στην αγόρευσή του πως «δεν συνάδει η εικόνα της με αυτή του φοβισμένου θύματος βίας […] δεν φώναξε, δεν κάλεσε σε βοήθεια […] θα μπορούσε η καταγγέλλουσα να απευθυνθεί στο γραφείο Αντιμετώπισης Ενδοοικογενειακής Βίας που ήταν δίπλα», ζητώντας την απαλλαγή των αστυνομικών.
Court math και ποινές-χάδι
Το αποτέλεσμα αυτής της μακράς αποδεικτικής διαδικασίας έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον τόσο σε επίπεδο συμβολισμού και έκφρασης της κοινωνικής απαξίας όσο και σε επίπεδο νομοθετικής συγκρότησης.
Πριν εξετάσουμε το γιατί, είναι σημαντικό να δούμε πώς τιμωρείται ο βιασμός στην ελληνική έννομη τάξη. Ο βιασμός στον Ποινικό Κώδικα μπορεί να λάβει χώρα με δύο τρόπους: Αρχικά, όπως ισχύει εδώ και δεκαετίες, με το άρθρο 336 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, βιασμός είναι ο εξαναγκασμός σε επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης με τη χρήση βίας ή απειλής της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας, και τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών. Επιπρόσθετα, όπως ισχύει από το 2019 κατόπιν έντονων πιέσεων από το φεμινιστικό κίνημα, με το άρθρο 336 παρ. 4 του Ποινικού Κώδικα, υπάρχει και ο βιασμός ως τέλεση γενετήσιας πράξης χωρίς τη συναίνεση του παθόντος, που τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη. Όταν δεν προσδιορίζεται, η κάθειρξη ξεκινάει από τα πέντε και φτάνει μέχρι τα είκοσι έτη. Άρα για τον βιασμό του άρθρου 336 παρ. 4, αυτόν που θεωρείται «light», χωρίς συναίνεση δηλαδή, το προβλεπόμενο εύρος ποινής είναι από πέντε έως δέκα έτη. Ομαδικός βιασμός λαμβάνει χώρα στην περίπτωση της πράξης του άρθρου 336 παρ. 1 όταν συντελείται από δύο ή περισσότερα άτομα, και τιμωρείται με την ύψιστη ποινή, αυτή της ισόβιας κάθειρξης. Οι ποινές μπορούν να μειωθούν και να πέσουν κάτω από το προβλεπόμενο όριο είτε όπου προβλέπεται ρητά από το νόμο είτε με την αναγνώριση ελαφρυντικών.
Σε επίπεδο συμβολισμού λοιπόν, από τον τελικό νομικό χαρακτηρισμό των πράξεων και την επιλογή των ποινών παρατηρούμε ότι ο καθαυτός βιασμός της Σ. αντιμετωπίζεται ως κάτι ευτελές, κρίνοντας από το εύρος της κλίμακας ποινών που το δικαστήριο έχει στη διάθεσή του. Η αρχική κατηγορία για τους δύο αστυνομικούς ήταν αυτή του ομαδικού βιασμού. Η κατηγορία αυτή μετατράπηκε στον «light» βιασμό του άρθρου 336 παρ. 4, και επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών στον ένα κατηγορούμενο και τεσσάρων ετών και πέντε μηνών στον δεύτερο, που καταδικάστηκε και για την παράνομη βιντεοσκόπηση του βιασμού. Αυτό σημαίνει ότι για το συγκεκριμένο αδίκημα, επιβλήθηκε αρχικά η ελάχιστη προβλεπόμενη ποινή της ήδη «light» εκδοχής του βιασμού, αυτή των πέντε ετών, η οποία στη συνέχεια μειώθηκε σε τέσσερα έτη λόγω της αναγνώρισης ελαφρυντικών. Σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις κατά την τέλεση της πράξης, οι ποινές αυτές έχουν ανασταλτική ισχύ μέχρι την εκδίκαση της έφεσης, και συνεπώς οι δύο καταδικασθέντες δεν θα οδηγηθούν στη φυλακή.
Το ζήτημα εδώ δεν είναι η επιβολή μεγαλύτερων ποινών. Τα ευρήματα της εγκληματολογικής επιστήμης καθιστούν σαφές ότι οι μεγάλες στερητικές ελευθερίας ποινές δεν οδηγούν στο σωφρονισμό ενός δράστη, ενώ είναι ένα επί της αρχής απάνθρωπο μέσο αντιμετώπισης μιας εγκληματικής συμπεριφοράς. Γνωρίζοντας ότι η μακροχρόνια στέρηση της ελευθερίας, ειδικά εντός υπερεξαθλιωμένων φυλακών, είναι ένα απρόσφορο μέσο για την πραγματική κοινωνική διαμόρφωση ενός κρατούμενου, το να ζητάμε να φυλακιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα σημαίνει ότι μας ενδιαφέρει μονάχα η τιμωρία του, ακόμη κι όταν αυτή δεν προσφέρει κοινωνικά οφέλη. Μεγάλες ποινές υπόσχονται μόνο εκείνοι που δεν θέλουν πραγματικά να ασχοληθούν με τα κοινωνικά και οικονομικά φαινόμενα πίσω από ένα έγκλημα, ούτε να αντιμετωπίσουν την έμφυλη βία συγκεκριμένα μέσω μιας ενιαίας πολιτικής, και αρκούνται με όσους ψηφοφόρους ικανοποιούνται από τον ποινικό λαϊκισμό και αρέσκονται να βλέπουν ανθρώπους να σαπίζουν στη φυλακή.
Ο λόγος που εξετάζουμε την ποινική αντιμετώπιση των συγκεκριμένων δραστών είναι για να αξιολογήσουμε πώς τους αντιμετωπίζει το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης, κατ’ αναλογία με τη δική του εσωτερική ιεραρχία και λογική, αλλά και με τις συνήθεις πρακτικές του. Όλη αυτή η ηθική απαξία της έδρας του δικαστηρίου απέναντι στη βεβήλωση του εθνόσημου και η επιμονή στις υποχρεώσεις ενός αστυνομικού εξαντλήθηκε αποκλειστικά ως καημός για τη δημόσια εικόνα της ΕΛΑΣ και όχι στην εμφανή κατάχρηση εξουσίας των δύο αντρών που άνοιξε την πόρτα στη διάπραξη του βιασμού.
Βιασμός δύο ταχυτήτων και ντεμέκ ευαισθητοποίηση
Σε επίπεδο νομοθετικής συγκρότησης, το αδίκημα του βιασμού παραμένει μία ιδιαίτερη υπόθεση. Όταν το 2019 η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ προσπάθησε να αυστηροποιήσει το νομικό ορισμό του βιασμού με τρόπο που θα περιόριζε το τι συνιστά βιασμό ακόμη περισσότερο και θα άφηνε πολλές περιπτώσεις θυμάτων απροστάτευτες, κατηγοριοποιώντας τες ίσως σε πιο «ευτελούς» ποινικής απαξίας πράξεις, ο φεμινιστικός κόσμος αντέδρασε. Αποτέλεσμα αυτών των επίμονων αντιδράσεων ήταν η παράγραφος 4 του άρθρου 336 του Ποινικού Κώδικα που όριζε τον βιασμό ως απουσία συναίνεσης, όπως το συζητήσαμε πιο πάνω. Παρά τις νομοτεχνικές του ατέλειες και δεδομένης της συγκυρίας, η προσθήκη αυτή ήταν μια τεράστια νίκη υπέρ των γυναικείων δικαιωμάτων, καθώς μέχρι τότε για να μιλήσουμε για βιασμό απαιτούνταν η άσκηση βίας ή η απειλή, κάτι που φυσικά αντιβαίνει τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης που η Ελλάδα έχει υπογράψει.
Δημιουργήθηκε έτσι ένας βιασμός δύο ταχυτήτων που μέχρι σήμερα παραμένει απαράλλαχτος: ο «σοβαρός», που έχει ως ελάχιστη ποινή τα δέκα χρόνια και έχει ως διακεκριμένη μορφή τον ομαδικό βιασμό, και ο «light» που έχει ως μέγιστη ποινή τα δέκα χρόνια. Δύο βιασμοί, δύο παράλληλοι κόσμοι, ένας εκφυλισμός της κοινωνικής απαξίας του βιασμού. Ο ίδιος ο τρόπος που είναι δομημένο το άρθρο 336 του Ποινικού Κώδικα φανερώνει ότι ο βιασμός για τον Έλληνα νομοθέτη δεν έχει μια διαβάθμιση από το ελάχιστο που απαιτείται ώστε να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα μέχρι πιο βαριές εκδοχές του, αλλά το αντίθετο. Μπαίνει πρώτη η πιο «σημαντική» εκδοχή του βιασμού με την απουσία συναίνεσης να μένει ξέμπαρκη στο τέλος.
Είναι αδιανόητο, εάν μια έννομη τάξη αντιλαμβάνεται πραγματικά την εκκίνηση της διάπραξης του βιασμού από την απουσία συναίνεσης, να υπάρχουν δύο διαφορετικές αφετηρίες ποινής για τον βιασμό του 336 παρ. 1 και εκείνον του 336 παρ. 4. Δεν θα μπορέσουμε ποτέ να συζητήσουμε ουσιαστικά τη νομική φύση και τις προϋποθέσεις της συναίνεσης όσο αυτή παραμένει μια υποσημείωση στα δικαστικά έδρανα, κι ένας τρόπος για να ρίξουμε στα μαλακά τους βιαστές που η Ελληνική Δικαιοσύνη δεν θέλει να κακοκαρδίσει. Ο βιασμός δύο ταχυτήτων φανερώνει την αποσπασματική αντίληψη της έμφυλης βίας στο Ελληνικό δίκαιο, από το εάν επιτρέπει πραγματικά σε μια γυναίκα να αμυνθεί από τον επαπειλούμενο βιασμό της (ας μην ξεχνάμε την υπόθεση της 22χρονης Π. που καταδικάστηκε το 2017 σε 15 χρόνια κάθειρξη όταν σκότωσε στην Κόρινθο τον επίδοξο βιαστή της), μέχρι την προστασία εκείνων που καταγγέλλουν τους κακοποιητές τους και βρίσκονται δολοφονημένες δύο μέρες πριν το δικαστήριο.
Όσο βάση για τη διάπραξη ή μη του βιασμού δεν γίνεται η συναίνεση, τότε θα έχουν οι εισαγγελικοί λειτουργοί απαιτήσεις επιστημονικής φαντασίας, όπου μόνο αν χτυπιέσαι και προσπαθείς να φύγεις, παρά τον πιθανό κίνδυνο της ζωής σου, δεν έχεις συναινέσει στο βιασμό σου. Είναι κομβικής σημασίας η κοινή αφετηρία ποινής του αδικήματος του βιασμού από μια έννομη τάξη που ισχυρίζεται ότι παίρνει τη βία κατά των γυναικών στα σοβαρά.
Τα σχόλια είναι προσβάσιμα μόνο στα μέλη της Womanlandia. Για να γίνετε μέλος, πατήστε εδώ.
