Η φιγούρα της «gold digger» —της γυναίκας που επιδιώκει σχέσεις με άνδρες για οικονομικά ή υλικά οφέλη— αποτελεί ένα από τα πιο επίμονα στερεότυπα της πατριαρχικής φαντασίας στο σήμερα. Η μορφή αυτή επιστρατεύεται ώστε να στιγματίσει, να γελοιοποιήσει και να ελέγξει κάθε γυναικεία απόπειρα όπου η γυναίκα ζητάει ή δέχεται φροντίδα. Μάλιστα, ειδικά όταν το «φροντίδα» δεν πάει αποκλειστικά στα χάδια και την τρυφερότητα, αλλά και στο οικονομικό. Εκεί στοχεύει άλλωστε: στη σίγαση των γυναικείων αναγκών κι όχι στο να «γλυτώσουν» από αυτές που οι ίδιοι τους έχουν ζητήσει να βγουν/γνωριστούν/εμπλακούν.

Καμία τολμηρή, θα τολμούσε να ισχυριστεί ότι το να γυρίσει ο άνδρας τη γυναίκα σπίτι για να μην περπατάει μόνη της χωρίς να της ζητήσει χρήματα για βενζίνη, να της δώσει χρήματα για να πάρει ταξί, ή να πληρώσει το φαγητό της σε ένα εστιατόριο, δεν είναι ακριβώς «gold digging». Ίσως, το gold digging αφορά περισσότερο γυναίκες που ζητάνε περιουσιακά στοιχεία από άνδρες κι όχι γυναίκες που δέχονται να πληρώσει το ραντεβού τους.

Ακόμα, ίσως θα είχε ενδιαφέρον να ψάξουμε να βρούμε έναν όρο ισάξιο με αυτού της «gold digger», αλλά για άνδρες που αναζητούν μια γυναίκα η οποία θα τους καλύπτει ερωτικές ανάγκες σύμφωνα με τις δικές τους ορέξεις, κάποια να καθαρίζει το σπίτι τους, να μεγαλώνει τα παιδιά, να φροντίζει κάθε εύρυθμη λειτουργία ενός σπιτιού, να φροντίζει την ψυχική τους υγεία και άλλα πολλά, πολλά. Γιατί δεν λέμε αυτούς τους άνδρες «gold diggers», οι οποίοι πράγματι σκάβουν για χρυσό και αλλάζουν συντρόφους, όχι βασισμένοι σε συναισθήματα, αλλά ανάλογα στο τι παρέχει η κάθε γυναίκα, ψάχνοντας την πιο ευάλωτη ψυχικά, η οποία δεν θα προβάλει αντιστάσεις και θα ενσαρκώσει όλους τους ρόλους πειθήνιου πολυεργαλείου στο όνομα της αγάπης και της συντροφικότητας;

Σύντομη ιστορία

Μια φίλη στο λύκειο, ας πούμε Γιολάντα, άριστη μαθήτρια αλλά από οικογένεια δυσκολεμένη οικονομικά, έκανε ένα πάρτι στο σπίτι του αγοριού της, ας τον πούμε Κουασιμόδο, ο οποίος ήταν από πολύ άνετη οικονομικά οικογένεια, αλλά σίγουρα αρκετά θρασύς. Το πάρτι κράτησε αρκετά και είχα ξεμείνει εκεί, οπότε η φίλη και το αγόρι της προσφέρθηκαν να με αφήσουν στο μετρό. Στο μεταξύ σταματήσαμε για hot dog. Ο Κουασιμόδος επέμεινε να μας κεράσει εκείνος.

Λίγο πριν φτάσουμε στο μετρό, μου ανέφερε έναν φίλο του, ο οποίος του είπε πως του άρεσα, μου την ψιλοέπεσε, αλλά δεν ανταποκρίθηκα. Τότε ο Κουασιμόδος γυρνάει και μου λέει: «Δεν έδωσες καθόλου προσοχή στον φίλο μου, αλλά και σε φέραμε στο μετρό – κυρία! Και σου πληρώσαμε και το φαγάκι». Γέλασα αμήχανα, μάλλον ακόμα πασαλειμμένη με κέτσαπ και μουστάρδα, αλλά βέβαιη πως δεν τον συμπαθώ καθόλου πια τον Κουασιμόδο. Όχι γιατί είχα ενώσει τις κουκίδες στο μυαλό μου, αλλά γιατί επέμενε να μην πληρώσω και επέμενε να με γυρίσει. Τώρα γιατί το ένιωθα σαν παγίδα;

Άσχετο αλλά σχετικό, πέρανε λίγα χρόνια, είμαστε φοιτητές πια και στο άσχετο με παίρνει τηλέφωνο ένα βράδυ η Γιολάντα και μου λέει πως ο Κουασιμόδος την χτύπησε. Πως το είχε κάνει και κατά τα σχολικά μας χρόνια αλλά τότε πίστευε πως ήταν μεμονωμένη περίπτωση.

Από την υποδουλωμένη γυναίκα – δέκτη, στην υποδουλωμένη γυναίκα – παροχέα

Η πραγματικότητα των σύγχρονων ετεροφυλόφιλων σχέσεων συχνά μαρτυρά το ακριβώς αντίθετο: όχι την υπερβολή του γυναικείου αιτήματος, αλλά την αποσιώπησή του. Οι γυναίκες, μεγαλωμένες σε έναν κόσμο που τις εκπαίδευσε να «μην είναι βάρος» (να χαμογελάνε, να μην απαντάνε, να μην δυσαρεστούν, να απορροφούν την αμηχανία που δημιουργούν οι άλλοι στις συζητήσεις μέχρι και να απολογούνται για τη συμπεριφορά των άλλων), τείνουν να αρνούνται τις ίδιες τις ανάγκες τους, να προσφέρουν χωρίς να περιμένουν καθόλου ανταπόδοση και να διστάζουν να θέσουν προσωπικά πλαίσια κι όρια μέσα στις σχέσεις τους.

Η φεμινιστική πρόοδος των τελευταίων δεκαετιών κατήργησε πολλά από τα κοινωνικά προσδοκώμενα της «παραδοσιακής γυναίκας»: σήμερα, πολλές γυναίκες σπουδάζουν, εργάζονται, διατηρούν οικονομική ανεξαρτησία και λαμβάνουν αποφάσεις για τη ζωή τους με αυτονομία. Αυτή η αλλαγή, αν και απελευθερωτική, συνοδεύτηκε από μια νέα μορφή πίεσης: την ανάγκη να αποδεικνύουν συνεχώς ότι δεν έχουν ανάγκη κανέναν, όχι όμως γιατί ξύπνησαν μια μέρα και αποφάσισαν πως νιώθουν έτσι, αλλά γιατί το να «έχεις ανάγκη» έναν άντρα, δεν έρχεται ως ρομαντικό κάλεσμα, όπως και θα έπρεπε, αλλά ως γνώση και παραδοχή πως είναι θέμα χρόνου να παγιδευτείς σε ένα εχθρικό οικοσύστημα όπου αυτό που θα «έχεις ανάγκη» είναι μια συντροφικότητα που δεν θα πάρεις, αλλά τουλάχιστον δεν θα είσαι κοινωνικά κατώτερη επειδή είσαι single.

Πολλές γυναίκες κοινωνικοποιούνται από μικρές ώστε να προσφέρουν, να φροντίζουν και να επιβεβαιώνουν τη συναισθηματική και πρακτική ευημερία των άλλων, ακόμα και εις βάρος των δικών τους αναγκών, κάτι που βλέπουμε ξανά και ξανά, μέσα από τα κοριτσίστικα παιχνίδια, το πώς πιέζουμε τα κορίτσια να δείχνουν τρυφερότητα ακόμα κι εάν δεν θέλουν, πως τους δείχνουμε πως μας ντροπιάζουν εάν υψώσουν τη φωνή τους κι άλλα πολλά παραδείγματα που στοχεύουν στο να χτιστούν γυναικείοι χαρακτήρες που όταν έρχονται αντιμέτωποι με το αντρικό «θέλω» να μην ξέρουν πώς να το αποφύγουν.

Αντίστοιχα να κολακευτούν, να μπερδευτούν και να έρθουν σε δύσκολη θέση, λες και είναι ευθύνη τους και οφείλουν να διαχειριστούν μια κατάσταση που κάποιος άλλος δημιούργησε. Το γυναικείο συναίσθημα θα μείνει παγωμένο και θα επισκεφτούν κάθε άλλη ερώτηση πέρα από το «Εγώ τι θέλω», «Εγώ τι νιώθω;», «Εγώ τι έχω ανάγκη;».

Αυτή η εσωτερικευμένη φροντίδα του κοριτσιού δεν μπορεί να εκφραστεί παρά μόνο σε ένα πατριαρχικό πλαίσιο, δηλαδή μέσα σε μια «σχέση» κι ακόμα κι εκεί, οι γυναίκες προσαρμόζονται.

Μάλιστα, πριν κάποιο καιρό έκανα ένα μικρό ενδιαφέρον πείραμα: ρώτησα τις φίλες που έχουν βρεθεί σε σχέση με άνδρες, εάν ποτέ του έφτιαξαν το βιογραφικό του, εάν ποτέ του έκαναν κάποια εργασία, εκπαίδευση κτλ – αντίστοιχα εάν η απάντηση είναι ναι, εάν είχαν νιώσει πως οι άνδρες τους ανταπόδωσαν σε αυτή την φροντίδα, με παρόμοιο ή άλλο τρόπο. Όλες, μα όλες, είχαν φτιάξει βιογραφικά, είχαν αναζητήσει εργασία για τους ίδιους, είχαν στείλει αιτήσεις, είχαν κάνει εργασίες και καμία δεν ένιωσε πως αυτή η φροντίδα «απαντήθηκε».

Οι άντρες ζητούν, οι γυναίκες αποδεικνύουν

Ένα ενδιαφέρον παράδοξο εντοπίζεται στις πρώτες φάσεις των ρομαντικών σχέσεων: οι άντρες, ακόμη και σε μια εποχή όπου οι ρόλοι μοιάζουν πιο ρευστοί, νιώθουν άνετα να εκφράζουν επιθυμίες, όρια και προσδοκίες. Δεν ξέρω τι γίνεται στο δικό σας inbox αλλά μπορώ να το μαντέψω: άντρες που λένε «θέλω να σε γνωρίσω» και το «θέλω» τους έχουμε μάθει να μην το αγνοούμε. Δεν έχουμε ιδέα γιατί εμείς να θέλουμε να τους γνωρίσουμε – αλλά το ότι αυτοί θέλουν, έρχεται με ένα «βάρος».

Μπορεί να δηλώσουν εξαρχής ότι «δεν ψάχνουν κάτι σοβαρό», να απαιτήσουν συγκεκριμένες σεξουαλικές πρακτικές ή να ζητήσουν συναισθηματική φροντίδα με αυτονόητο τρόπο. Από την άλλη, οι γυναίκες διστάζουν: δεν θέλουν να φανούν πιεστικές, εξαρτημένες ή «δύσκολες». Έτσι, συχνά δεν μιλούν για το τι χρειάζονται ή, ακόμα χειρότερα, δεν το αναγνωρίζουν καν οι ίδιες.

Είναι πολύ ασφαλές το συμπέρασμα πως οι γυναίκες έχουν εκπαιδευτεί από την παιδική ηλικία να βρίσκουν την αξία τους μέσω της ικανότητάς τους να φροντίζουν. Αυτό σημαίνει ότι πολλές γυναίκες επενδύουν υπερβολικά στο να δώσουν, να σώσουν, να διορθώσουν τον άλλον – και ελάχιστα στο να ρωτήσουν αν ο άλλος ανταποκρίνεται πραγματικά στις δικές τους βαθύτερες ανάγκες κι ακόμα πιο σημαντικό: εάν πρόκειται για κάποιον που οφείλω τόσο να μοχθήσω, να βοηθήσω, γιατί να επενδύσω τόσο, εξαρχής; Μήπως υπάρχει κάποιος άλλος εκεί έξω, που δεν θα χρειαστεί να ικετεύσω να βγάλει τα σκουπίδια που κι αυτός έκανε; Που δεν θα μου προτείνει να αλλάξω χρώμα μαλλιών, που δεν θα μου ζητήσει να κάνω κάτι στο σεξ που ήδη έχω πει πως δεν μου αρέσει; Κι εάν ξεμπερδέψουμε απ’ όλα αυτά τα εμπόδια, ίσως υπάρχει κάποιος που θα κάνει ακριβώς το αντίθετο: θα μου δώσει, θα μου κάνει χώρο στο να ζητάω και δίπλα του θα «μεγαλώσω» όπως μεγάλωνε δίπλα σε εμένα ο Μπάμπης που καθόμουν και του έφτιαχνα το βιογραφικό;

Ακόμα, στην εποχή όπου ο φεμινισμός δεν είναι άγνωστη λέξη, πολλές γυναίκες αισθάνονται μια εσωτερική σύγκρουση: από τη μία, επιθυμούν συντροφικότητα, φροντίδα και ερωτική ανταπόκριση· από την άλλη, φοβούνται ότι αν ζητήσουν αυτά τα πράγματα, θα θεωρηθούν αδύναμες, παθητικές ή ντροπιαστικά «παραδοσιακές». Το φάντασμα της «κακιάς φεμινίστριας» αιωρείται πάνω από τις επιλογές τους, λαμβάνοντας υπόψη πόσο σπάνιο θα είναι, ο σύντροφός τους, πράγματι, να ανταποκριθεί και να φερθεί ισάξια και φεμινιστικά εντός της σχέσης.

Φωτογραφία: Jessica Craig-Martin / GQ.

Τα σχόλια είναι προσβάσιμα μόνο στα μέλη της Womanlandia. Για να γίνετε μέλος, πατήστε εδώ.