Ένας από τους πιο επίμονους μύθους της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας εκτός απ’ ότι έφερε τον «πολιτισμό», είναι πως επίσης έφερε την «απελευθέρωση των γυναικών». Η αφήγηση αυτή παρουσιάζει τις ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες ως σωτήρες που απελευθέρωσαν τις γυναίκες από τις «βάρβαρες» τοπικές παραδόσεις, μετατρέποντας την αποικιοκρατία σε μια δήθεν ανθρωπιστική αποστολή. Ωστόσο, η ιστορική αλλά και η σύγχρονη πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική: η αποικιοκρατία αντικατέστησε τις τοπικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης με ένα ευρωπαϊκό, χριστιανικό, πατριαρχικό και βικτωριανό πρότυπο φύλου, το οποίο ήταν περιοριστικό και φυσικά, ξένο για τις γυναίκες.

Η φεμινιστική ανάλυση της αποικιοκρατίας δεν υποστηρίζει ότι όλες οι προαποικιακές κοινωνίες ήταν παράδεισοι ισότητας, καθώς πολλές είχαν τις δικές τους μορφές έμφυλης καταπίεσης, αλλά αυτό που αμφισβητεί είναι ο ισχυρισμός ότι η ευρωπαϊκή κυριαρχία βελτίωσε συστηματικά τη θέση των γυναικών. Αντίθετα, σε πολλές περιπτώσεις περιόρισε δικαιώματα, διέλυσε θεσμούς στους οποίους συμμετείχαν γυναίκες, επέβαλε νέα πρότυπα σεξουαλικότητας και ένδυσης και χρησιμοποίησε το γυναικείο σώμα ως πεδίο άσκησης της (νέας) πολιτικής εξουσίας, κάτι που έχουμε συζητήσει κι εδώ.

Μάλιστα συνέβη το αντίθετο, η αποικιοκρατία κατέστρεψε υπάρχοντες γυναικείους θεσμούς. Ένα παράδειγμα προέρχεται από την Ιάβα, ένα νησί της Ινδονησίας. Πριν από την ολλανδική αποικιοκρατία, οι γυναίκες συμμετείχαν στο συμβούλιο του Σουλτάνου και κατείχαν πολιτική επιρροή. Με την επιβολή του ευρωπαϊκού διοικητικού μοντέλου, αυτές οι μορφές συμμετοχής εξαφανίστηκαν. Η δημόσια σφαίρα οργανώθηκε σύμφωνα με το ευρωπαϊκό πρότυπο του 19ου αιώνα, όπου η πολιτική θεωρούνταν ανδρική υπόθεση και η γυναίκα όφειλε να περιορίζεται στον ιδιωτικό χώρο.

Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται σε πολλές αφρικανικές κοινωνίες. Σε αρκετές περιοχές υπήρχαν γυναίκες αρχηγοί, βασίλισσες, ιέρειες, έμποροι και πολιτικές διαμεσολαβήτριες. Οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, αδυνατώντας ή αρνούμενοι να αναγνωρίσουν αυτές τις μορφές εξουσίας, διαπραγματεύονταν αποκλειστικά με άνδρες, ενισχύοντας έτσι μια περισσότερο πατριαρχική πολιτική δομή από αυτή που υπήρχε σε ορισμένες από αυτές τις τοπικές κοινωνίες.

Η Ευρώπη δεν εξήγαγε ισότητα όπως και ισχυρίζεται, αλλά το ευρωπαϊκό πρότυπο του άνδρα-πολίτη και της γυναίκας-νοικοκυράς, μαζί με όλα τα χαρακτηριστικά, τους ρόλους και τις ισορροπίες που πάνε πακέτο με αυτά.

Μάλιστα, η ιδέα ότι τα αποκαλυπτικά ρούχα είναι «δυτική επινόηση» καταρρέει μπροστά στην ιστορία. Σε μεγάλο μέρος της Αφρικής, η ημίγυμνη ένδυση αποτελούσε το φυσιολογικό πολιτισμικό πρότυπο για αιώνες. Γυναίκες των λαών Μπαντού, Κόικχοι και Σαν, φορούσαν μικρές φούστες από χάντρες ή δέρμα, αφήνοντας εκτεθειμένο μεγάλο μέρος του σώματός τους χωρίς αυτό να φέρει το σεξουαλικό νόημα που του απέδωσε η βικτωριανή ηθική.

Οι Ευρωπαίοι αποικιοκράτες ερμήνευσαν αυτά τα σώματα μέσα από το δικό τους ηθικό σύστημα και η γυναικεία γύμνια μετατράπηκε από πολιτισμική κανονικότητα σε ένδειξη «βαρβαρότητας», «ανηθικότητας» και «υπερσεξουαλικότητας», κι έτσι γεννήθηκε μια από τις πιο διαχρονικές μορφές αποικιακής εξουσίας: ο έλεγχος, η αστυνόμευση του γυναικείου σώματος.

Στη Σομαλία, οι Βρετανοί απαγόρευσαν (έστω με διοικητικές πιέσεις, σχολικούς κανόνες, εκκλησιαστικές πιέσεις κ.ά.) το παραδοσιακό guntiino επειδή το θεωρούσαν άσεμνο. Στην Ινδία και το σημερινό Μπανγκλαντές εισήγαγαν μεσοφόρια και μπλούζες επειδή τα σάρι κρίνονταν υπερβολικά αποκαλυπτικά. Παράλληλα κατέστρεψαν τις τοπικές κλωστοϋφαντουργίες, ώστε οι αποικίες να αγοράζουν βρετανικά υφάσματα. Η «σεμνότητα» έμοιαζε με ιδεολογία, αλλά ταυτόχρονα εξυπηρετούσε και την οικονομική πολιτική, κάτι που είχαμε συζητήσει κι εδώ. Στη σημερινή συζήτηση, η ενδυμασία μετατράπηκε κυρίως σε εργαλείο αποικιακού ελέγχου.

Αντίστοιχα, οι αποικιοκρατικοί νόμοι περί δημόσιας ευπρέπειας δημιουργήθηκαν για ρατσιστικούς λόγους, επειδή οι Ευρωπαίοι πίστευαν πως οι μη λευκοί λαοί ήταν εγγενώς υπερσεξουαλικοί. Κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα, η αποικιακή επιστήμη και η ψευδοβιολογία μαζί με την πατριαρχική εμμονή στους βιολογισμούς, κατασκεύασαν το στερεότυπο της Μαύρης γυναίκας ως «άγριας», «ζωώδους» και σεξουαλικά ανεξέλεγκτης. Αυτές οι ιδέες χρησιμοποιήθηκαν για να δικαιολογήσουν νόμους που ποινικοποιούσαν την παραδοσιακή ένδυση, τις διαφυλετικές σχέσεις και τη δημόσια παρουσία των γυναικών, κι έτσι η λευκή πατριαρχική κοινωνία έχτισε το φαντασιακό που η ίδια είχε δημιουργήσει γύρω από τα σώματα των αποικιοκρατούμενων γυναικών.

Μάλιστα, το παράδειγμα του Αφγανιστάν επιβεβαιώνει τα παραπάνω, καθώς χρησιμοποίησαν τόσο την επιβολή όσο και την αφαίρεση της μπούρκας των γυναικών, κάτι που αποκαλύπτει πως η αποικιοκρατία και οι αυτοκρατορικές δυνάμεις δεν ενδιαφέρονταν για την ελευθερία ή την προστασία των γυναικών αλλά για τον έλεγχο των κοινωνιών – η επιβολή και η αφαίρεση της μπούρκας είναι η απόδειξη πως το γυναικείο ένδυμα (και οι γυναίκες μέσα σε αυτό) είχαν γίνει σύμβολα «αλλαγής αφέντη», καθώς η μπούρκα γινόταν μια σύμβολο «πολιτισμού», μια σύμβολο «αγριότητας», ανάλογα με τις πολιτικές ανάγκες της εκάστοτε εξουσίας.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας του Αφγανιστάν, η μπούρκα και το γυναικείο σώμα αποτέλεσαν πρωταρχικά πεδία πολιτικού ελέγχου. Διαδοχικά καθεστώτα χρησιμοποίησαν τόσο την επιβολή όσο και την αφαίρεση της μπούρκας ως εργαλεία επιβολής της κρατικής ιδεολογίας, συχνά ερχόμενα σε σύγκρουση με ή υπονομεύοντας αποκεντρωμένες, τοπικές και φυλετικές παραδόσεις.

Αξίζει μια παρένθεση, πως μπορεί ο «αφέντης» να αλλάζει, αλλά η αλλαγή της γυναικείας ένδυσης ως όπλο, παραμένει. Συγκεκριμένα, για το Αφγανιστάν, κατά το 1920 ο Βασιλιάς Αμανουλάχ Χαν, επιδιώκοντας να εκσυγχρονίσει γρήγορα την χώρα σύμφωνα με δυτικά πρότυπα, προώθησε μεταρρυθμίσεις μεταξύ των οποίων και η ενθάρρυνση της εγκατάλειψης της μπούρκας. Οι πολιτικές αυτές, που προέρχονταν από τις αστικές ελίτ, αποξένωσαν τους αγροτικούς, φυλετικούς και θρησκευτικούς πληθυσμούς, ενώ πολλές φυλές τις εξέλαβαν ως άμεση απειλή για την αυτονομία τους (γεγονός που συνέβαλε τελικά στην ανατροπή του).

Αργότερα, οι Μουτζαχεντίν και μετά οι Ταλιμπάν, κατά την πρώτη περίοδο διακυβέρνησής τους, αλλά και μετά την επιστροφή τους στην εξουσία, επέβαλαν αυστηρά τη χρήση της μπούρκας που καλύπτει ολόκληρο το σώμα, προκειμένου να εδραιώσουν μια αυστηρά ισλαμική κρατική ταυτότητα, παρακάμπτοντας τις διαφορετικές τοπικές παραδόσεις και έθιμα. Τις τελευταίες δεκαετίες στο Αφγανιστάν τόσο οι Ταλιμπάν όσο και οι ξένες επεμβάσεις χρησιμοποίησαν την ενδυμασία των γυναικών ως ορατό σύμβολο των αντίστοιχων πολιτικών τους σκοπών. Οι Ταλιμπάν επιβάλλουν αυστηρούς ενδυματολογικούς κανόνες ως απόδειξη της εξουσίας και του ελέγχου τους, ενώ η διεθνής κοινότητα έχει συχνά παρουσιάσει την «απελευθέρωση» των γυναικών από την μπούρκα ως μέσο νομιμοποίησης στρατιωτικών επεμβάσεων.

Αντίστοιχα, οι γυναίκες Αμαζίγ (γνωστοί ευρύτερα ως Βέρβεροι – ο αρχαιότερος αυτόχθονος πληθυσμός της Βόρειας Αφρικής), ήρθαν σε επαφή, ή μάλλον σε σύγκρουση, με την αποικιακή σεξουαλικοποίηση των σωμάτων τους, κάτι που τις οδήγησε να χρησιμοποιούν την μπούρκα ως μέσο προστασίας απέναντι στην ξένη βία και τη δυτική αντικειμενοποίηση.

Με άλλα λόγια, η αποικιοκρατία δεν απελευθέρωσε ούτε τις γυναίκες που φορούσαν μπούρκα ούτε εκείνες που δεν φορούσαν, απλώς αποφάσισε ότι το κράτος θα ελέγχει κάθε φορά ποιο από τα δύο την εκάστοτε περίοδο είναι ή δεν είναι αποδεκτό.

Από τα παραπάνω δεν θα μπορούσε να λείπει η θέση της εκκλησίας, η οποία με το όχημα της θρησκείας έφερε την πατριαρχική αναδιάρθρωση: οι Ευρωπαίοι ιεραπόστολοι έφερναν μαζί με τον «λόγο του Θεού» και μια συγκεκριμένη αντίληψη για το φύλο, ενώ έκριναν τις αυτόχθονες θρησκείες ειδωλολατρικές και δαιμονικές – κατά συνέπεια οι γυναίκες που διατηρούσαν παραδοσιακές θρησκευτικές ή θεραπευτικές πρακτικές για τον κόσμο τους, στιγματίστηκαν ως μάγισσες ή ανήθικες.

Παράλληλα, εισήχθη η βικτωριανή κουλτούρα της αγνότητας, σύμφωνα με την οποία το σώμα της γυναίκας αποτελούσε διαρκή πηγή ηθικού κινδύνου. Η ευθύνη για τη σεξουαλική / παραβιαστική συμπεριφορά των ανδρών μεταφέρθηκε στις γυναίκες, οι οποίες όφειλαν να καλύπτονται ώστε να μην «προκαλούν».

Αυτή η λογική εξακολουθεί να επιβιώνει σε πολλές πρώην αποικίες μέσα από νόμους περί δημόσιας ευπρέπειας, αλλά και μέσα από κοινωνικές αντιλήψεις που θεωρούν τη γυναικεία εμφάνιση δημόσιο ζήτημα.

Μελετώντας αυτό το ζήτημα στο σήμερα, καταλήγει καμία πως ίσως η πιο μακροχρόνια επιτυχία της αποικιοκρατίας να μην ήταν οι στρατοί ή οι οικονομικές δομές, αλλά η μεταμόρφωση της αποικιακής ιδεολογίας σε «κοινή λογική», και το πώς κανονικοποιήθηκαν τα παραπάνω.

Σήμερα, πολλοί άνθρωποι των πρώην αποικιών θεωρούν ότι η βικτωριανή ηθική αποτελεί μέρος της δικής τους πολιτισμικής ταυτότητας και ξεχνούν ότι πολλές από αυτές τις αντιλήψεις επιβλήθηκαν μέσω νόμων, ιεραποστόλων, σχολείων και βίαιης πολιτισμικής αφομοίωσης.

Όταν μια γυναίκα στην Αφρική κατηγορείται ότι «προσβάλλει την παράδοσή της» επειδή φορά κοντή φούστα, συχνά αυτό που υπερασπίζεται η κοινωνία είναι ένας αποικιακός νόμος, πρόσφατος, ηλικίας μόλις εκατό ή διακοσίων ετών, ενώ μια αρχαία αφρικανική παράδοση των γυναικείων ενδυμάτων μάλλον θα έμοιαζε πολύ διαφορετική.

Γράφοντας τα παραπάνω ως λευκή γυναίκα, δεν σημαίνει εξιδανίκευση του παρελθόντος ούτε φετιχοποίηση ενός κόσμου άγνωστου σε εμένα, ή επιστροφή σε μια φαντασιακή προαποικιακή κοινωνία για την οποία πάλι δεν θα γνώριζα τίποτα, αλλά προβληματισμός και αναγνώριση ότι η πατριαρχία δεν είναι ενιαία και διαχρονική, αλλά μετασχηματίζεται ιστορικά – γι’ αυτό άλλωστε και επιβιώνει. Η ευρωπαϊκή αποικιοκρατία αναδιοργάνωσε τις έμφυλες ανισότητες σύμφωνα με τις δικές της φυλετικές, οικονομικές και ηθικές ανάγκες – δηλαδή γυναικεία καταπίεση με διαφορετικό τρόπο.

Φωτογραφία: Γκραβούρα του 1820 που απεικονίζει μια γυναίκα-μέλος της νοτιοαφρικανικής φυλής Khoekhoe (Κόικχοι).

Τα σχόλια είναι προσβάσιμα μόνο στα μέλη της Womanlandia. Για να γίνετε μέλος, πατήστε εδώ.