«Κανούν» στα Αλβανικά σημαίνει «κανόνας». Είναι ένα σύνολο εθιμικών κανόνων που τηρείται ως νόμος σε απομακρυσμένες ορεινές περιοχές της Αλβανίας, με προέλευση από αρχαιοτάτων χρόνων. Για αιώνες, το Κανούν ήταν άγραφο και διατηρούταν προφορικά. Κωδικοποιήθηκε τον 15ο αιώνα από τον Λεκ Ντουκαγκίνι, ενώ στις αρχές του 20ου αιώνα δημοσιεύθηκε η πρώτη ολοκληρωμένη έκδοσή του.
Κεντρικό ρόλο στη φιλοσοφία του Κανούν παίζει η μπέσα, η τιμή. Αυτή καθορίζει όλες τις πτυχές της οικονομικής, θρησκευτικής και ιδιωτικής ζωής των ορεσίβιων Αλβανών, Χριστιανών και Μουσουλμάνων. Εξαιτίας αυτής, οι δολοφονίες οδηγούν σε βεντέτες αίματος όπου όλοι οι άντρες μιας γενιάς οφείλουν να εμπλακούν, να σκοτώσουν ή να σκοτωθούν. Ο ρόλος των γυναικών στο Κανούν είναι περιορισμένος κυρίως στην αναπαραγωγή, και συνεπώς δεν θεωρούνται άξιες συνεχίστριες της βεντέτας. Στις πατρογονικές οικογένειες που επιβάλλει το Κανούν, οι γυναίκες αντιμετωπίζονται ως αντικείμενα και η αξία τους είναι ανταλλάξιμη με ζώα ή υλικά αγαθά.
Μοναδική εξαίρεση σε αυτό τον κανόνα αποτελούν οι ορκισμένες παρθένες. Σε περίπτωση που οι άντρες της οικογένειας εκλείψουν, οι γυναίκες αυτές παίρνουν όρκο παρθενίας, και αντιμετωπίζονται κοινωνικά ως άντρες, αποκτώντας δικαιώματα και ελευθερίες στις οποίες πριν δεν είχαν πρόσβαση. Κόβουν τα μαλλιά τους, φορούν αντρικά ρούχα, αλλάζουν όνομα και αντωνυμίες, μπορούν να καπνίζουν, να φορούν ρολόι, να κληρονομούν την οικογενειακή περιουσία και αναλαμβάνουν τους αντρικούς ρόλους του σπιτιού. Είναι επίσης ένας τρόπος να μην ολοκληρωθεί ένας γάμος από προξενιό, χωρίς να ατιμωθεί η οικογένεια του γαμπρού και να ξεκινήσει βεντέτα μεταξύ των οικογενειών. Η παραβίαση του όρκου παλιότερα τιμωρείτο με θάνατο, σήμερα είναι πιθανότερο να οδηγήσει σε εξοστρακισμό της ορκισμένης από την κοινότητά της.
Μέσα σε αυτή την αμείλικτη πατριαρχική συνθήκη συναντούμε τη Μπεκιά, την Ορκισμένη, της Rene Karabash, σε μετάφραση του Σπύρου Ν. Παππά. Απ’ όταν βρισκόταν στην κοιλιά της μάνας της, ήθελε να γίνει «το παλικάρι του μπαμπά». Κι ενώ το Κανούν της επεφύλασσε μια προκαθορισμένη έμφυλη μοίρα, βρέθηκε στη μέση μιας αιματηρής βεντέτας που την ανάγκασε να επιλέξει μεταξύ της ελευθερίας και του θανάτου, της συμμόρφωσης και της αγάπης.
Η Rene Karabash (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο της συγγραφέα και ηθοποιού Irena Ivanova) έρχεται στην Αθήνα την Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2025 στις 19.00 για να παρουσιάσει την Ορκισμένη στον Πολυχώρο ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (Ιπποκράτους 118, Αθήνα). Μαζί της συνομιλεί η συγγραφέας και αρθρογράφος της Womanlandia Ρένα Λούνα, ενώ αποσπάσματα διαβάζει η ηθοποιός Γωγώ Μπρέμπου, με διαδοχική διερμηνεία από τα αγγλικά. Είχαμε την ευκαιρία να συνομιλήσουμε μαζί της, μία ανάσα πριν την παρουσίαση.

—Ο ελληνικός τίτλος του βιβλίου είναι «Ορκισμένη», που παραπέμπει άμεσα στις «burnesha», τις Αλβανές ορκισμένες παρθένες. Η αγγλική μετάφραση του τίτλου από την Izidora Angel για τις εκδόσεις Sandorf Passage και Peirene Press είναι «She Who Remains» («Αυτή που παραμένει»). Εξετάζοντας τη μετάφραση και τις σημασίες του πρωτότυπου τίτλου, «Остайница», καταλαβαίνω ότι και οι δύο αποδόσεις είναι σωστές· η ελληνική είναι πιο εθνογραφική, ενώ η αγγλική πιο κυριολεκτική, με την έννοια «αυτής που μένει πίσω». Πώς αντανακλά η συγκεκριμένη περιγραφή, ως «αυτή που παραμένει», τη ζωή της Μπεκιά στο βιβλίο;
Το «Остайница» ήταν ένας προσωρινός τίτλος. Δεν σκόπευα να τον επιλέξω ως τον οριστικό τίτλο του βιβλίου, αλλά είχα σχεδόν τελειώσει τη συγγραφή όταν με κάλεσε η εκδότριά μου και με ρώτησε ποιος θα είναι ο τίτλος, καθώς επρόκειτο να μιλήσει για το επερχόμενο βιβλίο μου σε τηλεοπτική εκπομπή. Έπρεπε να απαντήσω αμέσως, και είπα απλώς «Остайница». Την επόμενη μέρα, όλα τα μέσα ενημέρωσης στη Βουλγαρία μιλούσαν για την «Ostaynitsa», και ήταν πλέον αργά να τον αλλάξω. Όμως φάνηκε πως αυτός ήταν ο σωστός τίτλος για το βιβλίο μου. Τον επέλεξα λόγω του λογοπαιγνίου στα βουλγαρικά: «αυτή που μένει, που παραμένει», που είναι η μοίρα της κύριας ηρωίδας μου, της Μπεκιά.
Μου αρέσει να ενσωματώνω κρυμμένα νοήματα στα ονόματα των έργων και των χαρακτήρων μου. Δεν είναι τυχαίο ότι το όνομα «Μπεκιά» σημαίνει «αυτή που επέζησε, που έμεινε ζωντανή». Πριν αρχίσω να γράφω το βιβλίο, έκανα εκτεταμένη έρευνα· ένα από τα βιβλία που διάβασα αφορούσε τη σημασία των αλβανικών ονομάτων, και με αυτό τον τρόπο επέλεξα τα ονόματα ορισμένων χαρακτήρων. Πιστεύω ότι τα ονόματα κουβαλούν τις ιστορίες και τις μοίρες μας. Είναι μια πηγή απεριόριστης ενέργειας, ένα πνευματικό αποτύπωμα.
—Η γυναικεία αρρενωπότητα αποτελεί κεντρικό θέμα του βιβλίου. Από ό,τι καταλαβαίνω, η αρρενωπότητα της Μπεκιά ισορροπεί διαρκώς σε ένα τεντωμένο σκοινί ανάμεσα στον περιορισμό, μέσα από την εμμονή της να γίνει «το παλικάρι του μπαμπά» και να εκπληρώσει την επιθυμία του πατέρα της, και την ελευθερία, δραπετεύοντας από τη μοιραία κοινωνική καταπίεση των γυναικών. Η αρρενωπότητα της Μπεκιά, ακόμη κι αν φαίνεται έμφυτη από τα διαμορφωτικά χρόνια της, επιφυλάσσει βαρύ τίμημα, τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά. Κοινωνικά, δεν μπορεί να την κατέχει χωρίς να «εξαλείψει» τη γυναικεία της υπόσταση και να γίνει άνδρας, παρόλο που, ακόμη και ως άνδρας, ως Μάτια, εξακολουθεί να αναφέρεται στον εαυτό της με θηλυκές αντωνυμίες. Πολύ συνειδητά ασκεί την βούλησή της και καθιστά την αρρενωπότητα μοίρα της. Ιστορικά, η γυναικεία αρρενωπότητα έχει ερμηνευθεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους· έχει θεωρηθεί απελευθερωτική, περιοριστική, κανονιστική, πολιτισμικά εξελισσόμενη και πολιτικά σημαντική· έχει υπάρξει ταυτόχρονα επιλογή και κατάρα, αφετηρία κοινωνικού αποκλεισμού, αλλά και μέσο οικοδόμησης κοινοτήτων, ενδυνάμωσης και υπερηφάνειας. Τι σημαίνει για εσένα η γυναικεία αρρενωπότητα;
Όπως είπες, μπορεί να είναι δύναμη, αλλά μπορεί να είναι και κατάρα. Είναι ένα λεπτό θέμα. Αν λάβουμε υπόψη την επιλογή της Μπεκιά να «γίνει άνδρας», έχουμε μια ιδιαίτερη περίπτωση. Πρώτον, γιατί ζει σε έναν τόπο όπου οι γυναίκες δεν έχουν κανένα δικαίωμα· κοστίζουν 20 αγελάδες, σε αντίθεση με τους άνδρες, που έχουν όλη την ελευθερία. Μπορούν να πάνε στην ταβέρνα, να οπλοφορούν, να φορούν ρολόι, να σκοτώνουν. Οι συνθήκες της ζωής της την εξανάγκασαν να «γίνει άνδρας»· πρώτα στη μήτρα της μητέρας της, όπου ακούει τον πατέρα της να λέει «θέλω γιο», έπειτα μέσα από την έλλειψη ελευθερίας που συνεπάγεται το να είσαι κορίτσι εκεί, ώσπου τελικά –χωρίς να αποκαλύψω το τέλος– δεν έχει επιλογή. Η ζωή και ο θάνατος την αναγκάζουν να γίνει ορκισμένη παρθένα, αν θέλει να επιβιώσει. Έτσι, εγκαταλείπει το θηλυκό κομμάτι του εαυτού της· κερδίζει την ελευθερία και την υπερηφάνειά της, αλλά χάνει το δικαίωμα να αγαπά και να αγαπιέται, που θεωρώ ότι είναι η πραγματική φυλακή.
Δυστυχώς, και στην πραγματική ζωή, οι γυναίκες αναγκάζονται να απαρνηθούν τη θηλυκότητά τους. Πάντα υπάρχουν λόγοι. Όπως στη φύση, όπου σε ορισμένους πληθυσμούς ζώων, όταν το αρσενικό είδος υπερισχύει, το θηλυκό μεταμορφώνεται σωματικά σε αρσενικό για να επιβιώσει. Πιστεύω ότι το ίδιο συμβαίνει και με τους ανθρώπους. Σε μια σχέση με άνδρες που δεν εκφράζουν την αρσενική τους ενέργεια και δεν αναλαμβάνουν ευθύνη για τίποτα, οι γυναίκες αναγκάζονται να αναλάβουν έναν ανδρικό ρόλο για να ανταπεξέλθουν στη ζωή. Ένα κορίτσι που γεννιέται σε μια οικογένεια όπου η θηλυκή ευαισθησία θεωρείται αδυναμία, πρέπει να γίνει δυνατή «σαν αγόρι» και να κρύψει τα συναισθήματά της και την ευαλωτότητά της. Στο βιβλίο βλέπουμε το ίδιο φαινόμενο ακόμη και στον αδερφό της Μπεκιά, τον Σάλε, που είναι αγόρι με θηλυκά χαρακτηριστικά· είναι ευαίσθητος και τρυφερός, και γι’ αυτό κακοποιείται από τον πατέρα τους. Έτσι, τελικά, δεν πρόκειται για ζήτημα φύλου, αλλά για ζήτημα ενεργειών, και της αντίστοιχης καταπίεσης ή έκφρασής τους.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Irena Ivanova / Rene Karabash (@karabashh)
—Γιατί επέλεξες το Κανούν συγκεκριμένα ως το βασικό πλαίσιο της ιστορίας; Υπάρχουν παρόμοιοι νόμοι στη Βουλγαρία σήμερα;
Επέλεξα το Κανούν επειδή αποτελεί μια ακραία εκδήλωση των πατριαρχικών νόμων. Ήθελα να δείξω πόσο βαθιά μπορούν να εισχωρήσουν στη ζωή ενός ανθρώπου και πόσο καταστροφικοί μπορούν να γίνουν. Δεν έχουμε τέτοιους νόμους εδώ, αλλά εξακολουθούμε να έχουμε άγραφες πατριαρχικές αντιλήψεις και παραδόσεις. Υπάρχουν ακόμη άνδρες που επιθυμούν να αποκτήσουν αγόρια και όχι κορίτσια, πιστεύοντας πως είναι βασιλιάδες, ή που πιστεύουν ότι πρέπει να προστατεύσουν και να συνεχίσουν τη γενιά τους μέσω ενός γιου. Όμως, στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι από αυτούς δεν ξέρουν καν να βάλουν το πλυντήριο σε λειτουργία και μπερδεύουν τη σύζυγό τους με τη μητέρα τους.
—Η «Ορκισμένη» γνώρισε μεγάλη επιτυχία στη χώρα σου, κερδίζοντας το Βραβείο Elias Canetti το 2019. Από όσα έχω διαβάσει, οι αναγνώστες στη Βουλγαρία εστιάζουν κυρίως στο κεντρικό θέμα του βιβλίου που αφορά τις ορκισμένες παρθένες, και σε δημόσιο επίπεδο τείνουν να αγνοούν την τρυφερή ερωτική ιστορία μεταξύ δύο γυναικών που αποτελεί σημαντικό άξονα της πλοκής. Πώς το ερμηνεύεις αυτό; Είναι οι άνθρωποι απλώς γοητευμένοι από το κοινωνικό φαινόμενο των ορκισμένων παρθένων, ή μήπως η γυναικεία ομοφυλοφιλία εξακολουθεί να αποτελεί ταμπού στη Βουλγαρία;
Δεν πιστεύω ότι αυτό έχει να κάνει με κάποιο ομοφυλοφιλικό ταμπού, και χαίρομαι που ο κόσμος δεν διαβάζει το βιβλίο ως ένα queer μυθιστόρημα. Προσπάθησα να βουτήξω βαθιά στα πιο κρυφά μέρη της ανθρώπινης ψυχής, εκεί όπου δεν υπάρχει φύλο, ούτε άνδρας ούτε γυναίκα, παρά μόνο η καθαρή ουσία της ψυχής. Γι’ αυτό πιστεύω ότι ακόμη και οι πιο συντηρητικοί αναγνώστες δεν προσέχουν καν ότι η ιστορία αγάπης αφορά δύο γυναίκες. Για μένα, αν θέλω να είμαι επαναστάτρια και να υπερασπιστώ τα δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας και των γυναικών, δεν θεωρώ ότι πρέπει να τονίζω τις διαφορές και να φωνάζω γι’ αυτές στην πλατεία της πόλης. Πιστεύω ότι πρέπει να αναδεικνύουμε τις ομοιότητές μας, γιατί είμαστε όλοι άνθρωποι· γεννιόμαστε, έχουμε αίμα στις φλέβες μας, αγαπάμε, φοβόμαστε, είμαστε καλοί και κακοί, και στο τέλος –ελπίζω να μην είναι το πραγματικό τέλος– πεθαίνουμε. Τόσο απλά.
—Ο μικρότερος αδελφός της Μπεκιά, ο Σάλε, επίσης αντιστέκεται στους αυστηρούς κανόνες του Κανούν και του χωριού του, καθώς δεν συμπεριφέρεται όπως «θα έπρεπε» να συμπεριφέρονται τα αγόρια της ηλικίας του. Αντί να κυνηγάει ζώα ή να βοηθά τον πατέρα του, προτιμά να πλέκει με τη γιαγιά του και να χορεύει. Ο πατέρας του τον θεωρεί θηλυπρεπή και όχι «αληθινό» γιο του. Πόσο συνειδητή ήταν η επιλογή μιας τόσο έντονης αντίθεσης μεταξύ των δύο αδερφιών; Ένας αρρενωπός και δεσπόζων αδελφός θα μπορούσε ενδεχομένως να επισκιάσει την πορεία της Μπεκιά;
Δεν είχα σκεφτεί αυτή την πιθανότητα. Ίσως, αν είχε έναν ανδροπρεπή και δυναμικό αδελφό, η Μπεκιά να γινόταν ακόμη πιο αποφασιστική στο να αποδείξει την αξία της στον πατέρα της. Αλλά έχουμε τον αδύναμο αδελφό, τον οποίο εκείνη συχνά προσπαθεί να υπερασπιστεί απέναντι στον πατέρα τους, τον Μουράς, όμως οι προσπάθειές της συνήθως αποτυγχάνουν, και εκείνος τρώει ξύλο. Όπως είπα και πριν, δεν πρόκειται για το αν είσαι αγόρι ή κορίτσι, αλλά είναι ζήτημα ευαισθησίας. Όμως, όπως φαίνεται και στο μυθιστόρημα, αυτή η ευαισθησία μπορεί να λειτουργήσει ως ένδειξη ότι κάτι δεν πάει καλά· ότι υπάρχει κίνδυνος, ότι το περιβάλλον δεν είναι υγιές για σένα. Έτσι, αυτή η ευαισθησία και η ευαλωτότητα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως δύναμη. Και ο Σάλε το καταφέρνει· αποδεικνύεται ο πιο γενναίος άνθρωπος εκεί. Είναι ο πρώτος και ο μόνος που συνειδητοποιεί ότι αυτός ο τόπος και αυτή η οικογένεια είναι καταδικασμένοι.

—Το βιβλίο ασχολείται με τη σχέση πατέρα–κόρης και το τραύμα που προκάλεσε ο πατέρας της Μπεκιά στην κόρη του εξαιτίας της σκληρής του αφοσίωσης στο Κανούν. Άντλησες έμπνευση από πραγματικές οικογενειακές σχέσεις για το βιβλίο αυτό;
Ναι. Ο παππούς μου ήθελε εγγονούς, αλλά απέκτησε δύο εγγονές, εμένα και την αδελφή μου. Μάλιστα, έχω πάρει το όνομά του· λέγομαι Irena. Ίσως αυτό υποσυνείδητα με οδήγησε στο να χρησιμοποιήσω το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Rene Karabash. Το Karabash είναι το πατρικό επώνυμο της μητέρας μου, το οποίο εξαλείφθηκε μετά τον γάμο της με τον πατέρα μου, καθώς στη Βουλγαρία η γυναίκα παίρνει το επώνυμο του άνδρα. Πιστεύω ότι η επιλογή αυτού του ονόματος είναι μια επαναστατική μου πράξη, μια προσπάθεια να ανακτήσω τη γυναικεία γραμμή αίματος μέσα από αυτό το όνομα. Να επαναφέρω και να θεραπεύσω τη θηλυκή ενέργεια στην οικογένειά μου. Νομίζω πως αυτό το βιβλίο τα κατάφερε. Μετά τη συγγραφή του, η σχέση μου με τον πατέρα μου βελτιώθηκε. Αλλά μάντεψε, τώρα γράφω το επόμενο μυθιστόρημά μου, που αφορά τη σχέση ενός παιδιού με τη μητέρα, τη διαχρονική εγκατάλειψη ανάμεσα στις διαφορετικές γενιές, και το τραύμα που παραμένει στη ζωή μας. Έχουμε πολλή δουλειά να κάνουμε για να θεραπεύσουμε τον εαυτό μας. Αλλά, θεραπεύοντας τον εαυτό μας, θεραπεύουμε ολόκληρο το οικογενειακό δέντρο και τους προγόνους που μας διάλεξαν για να κάνουμε αυτό το δύσκολο και δυσάρεστο έργο. Εκείνους που πίστεψαν ότι έχουμε τη δύναμη να το φέρουμε εις πέρας.
—Ποια είναι η μέθοδος συγγραφής σου; Ποιες ήταν οι επιρροές σου ειδικά για την «Ορκισμένη»;
Η διαδικασία είναι διαφορετική για κάθε έργο. Ερεύνησα το θέμα των ορκισμένων παρθένων για δύο χρόνια, διαβάζοντας βιβλία και συνεντεύξεις σχετικά με αυτές, και βλέποντας ταινίες. Η συγγραφή του βιβλίου διήρκεσε περίπου δύο μήνες. Τη φωνή της ηρωίδας μου τη βρήκα χάρη στο βιβλίο «Violeta Among the Stars» (στα Ελληνικά «Βιολέτα ή Γνωρίζω την Αγάπη Εξ Ακοής», εκδ. Νήσος) της Πορτογαλίδας συγγραφέως Dulce Maria Cardoso. Αυτό το βιβλίο με επηρέασε βαθιά και με βοήθησε να ανακαλύψω τη δική μου αληθινή φωνή, εκείνη που αφηγείται με πάθος την ιστορία της Μπεκιά και της οικογένειάς της.
Όταν ξεκίνησα να γράφω το επόμενο μυθιστόρημά μου, νόμιζα πως αυτός ήταν ο τρόπος που γράφω, η ροή συνείδησης (σ.σ. στα Αγγλικά «stream-of-consciousness»). Όμως σύντομα ένιωσα ότι είχα φορέσει παλιά παπούτσια που μου ήταν πλέον πολύ στενά, ότι είχα μεγαλώσει, είχα εξελιχθεί. Και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι το νέο βιβλίο έχει τη δική του φωνή και τη δική του γλώσσα, και ότι πρέπει να τη βρω, όχι, να την επινοήσω. Να τη διερευνήσω, να παίξω μαζί της, να διασκεδάσω μέσα απ’ αυτήν. Γιατί αν εγώ διασκεδάζω, τότε και ο αναγνώστης θα το νιώσει. Αν το αισθάνεσαι εσύ, θα το αισθανθεί κι εκείνος. Αυτό είναι νόμος.
—Τα δικαιώματα μετάφρασης του βιβλίου έχουν πωληθεί σε δώδεκα διαφορετικές γλώσσες, μεταξύ των οποίων και τα Ελληνικά. Πώς είναι να βλέπεις ένα κομμάτι της δουλειάς σου μεταφρασμένο για τόσο διαφορετικά κοινά; Αντιμετώπισες προκλήσεις κατά τη μετάφραση της πλοκής μέσα σε τόσο διαφορετικά πολιτισμικά πλαίσια;
Το ενδιαφέρον είναι ότι σε κάθε γλώσσα αναδύονται διαφορετικά στοιχεία του βιβλίου. Οι μεταφραστές ανακαλύπτουν και παρατηρούν τόσα απρόσμενα πράγματα μέσα στο κείμενο, που κάνουν το βιβλίο να «επεκτείνεται». Φυσικά, υπάρχουν διάφορα μεταφραστικά προβλήματα ανάλογα με τη γλώσσα. Παρεμπιπτόντως, μου αρέσει πολύ όταν επιλέγουμε διαφορετικούς τίτλους για το βιβλίο σε διαφορετικές χώρες. Νιώθω ότι το βιβλίο ξαναγεννιέται κάθε φορά, με νέο τίτλο και νέο εξώφυλλο. Και λατρεύω αυτή την αίσθηση ανανέωσης.

—Πριν από μερικές εβδομάδες ολοκληρώθηκαν τα γυρίσματα της κινηματογραφικής μεταφοράς του βιβλίου. Ποιες ήταν οι προκλήσεις του να προσαρμόσεις την πρόζα του βιβλίου, που ήδη μοιάζει με θεατρικό μονόλογο ροής συνείδησης, σε κινηματογραφικό σενάριο; Πότε να περιμένουμε την ταινία;
Ήταν μια δύσκολη αποστολή να μεταφράσουμε το βιβλίο σε κινηματογραφική γλώσσα, και ειδικά να το αποδεσμεύσουμε από τον μονόλογο ροής συνείδησης. Προσπαθήσαμε, ωστόσο, να το διατηρήσουμε όχι ως φωνή, αλλά ως συνεχή αφήγηση της ιστορίας. Η δυναμική, ο εσωτερικός μονόλογος της Μπεκιά, παραμένουν· ακόμη και στη σιωπή, γνωρίζουμε τι σκέφτεται. Ήταν μεγάλη χαρά να συνεργαστώ με τον σκηνοθέτη Kostadin Bonev, ο οποίος μου έδωσε απόλυτη ελευθερία κατά τη συγγραφή του σεναρίου. Η ταινία είναι συμπαραγωγή της Βουλγαρίας, Ιταλίας, Αλβανίας, Γερμανίας και Ρουμανίας, και θα κυκλοφορήσει την άνοιξη του 2026. Ελπίζω οι Έλληνες θεατές να έχουν την ευκαιρία να τη δουν στις κινηματογραφικές αίθουσες ή σε κάποιο φεστιβάλ κινηματογράφου στην Ελλάδα.
—Η φράση «το σπίτι σου είναι εκεί όπου σου κόβουν τα φτερά» είναι από τις αγαπημένες μου απ’ όλο το βιβλίο. Τι είναι σπίτι για εσένα;
Ο Θεός.
Φωτογραφίες: Yana Lozeva & Georgi Kazakov
Τα σχόλια είναι προσβάσιμα μόνο στα μέλη της Womanlandia. Για να γίνετε μέλος, πατήστε εδώ.
