Θυμήθηκα πόσο είχατε γελάσει (και φρικάρει) όταν σας εξιστόρησα ένα πανάρχαιο ραντεβού μου (θυμάστε το ποδήλατο, το τζιπ και τα απλήρωτα ποτά;) και σκέφτηκα πως θα είχε πλάκα – ενδιαφέρον να το επαναλάβουμε.
Αρχικά, να σας αναφέρω πως πέρασε αρκετός καιρός μέχρι να εμπεδώσω πόσο αδιέξοδη ήταν η συμπεριφορά μου, όταν είχα πιο παθητική διάθεση, ώστε να αφήσω τον άλλον άνθρωπο να «ξεδιπλωθεί». Πίστευα ακράδαντα πως μόνο εάν ήμουν μαζεμένη, χωρίς πολλές ανάγκες ή απόψεις με το «καλημέρα», τότε ο άλλος θα μου έδειχνε ποιος είναι κι έτσι θα προστάτευα τον εαυτό μου εξαρχής.
Εξακολουθώ να πιστεύω πως δεν είναι καλή ιδέα να δίνουμε ένα textbook στον άλλον, αλλά επίσης με την «εκούσια αορατότητα» μου, δημιουργούσα σαμποτάζ στην πιθανότητα της σύνδεσης, μιας και για κάποιο καιρό έβγαινα ραντεβού με το mindset της βεβαιότητας πως ο άλλος είναι υποκριτής κι εγώ οφείλω να τον «ξεσκεπάσω». Περνούσα καλά; Όχι (εντάξει, κάποιες φορές ναι). Ήταν κάτι μάλλον αναμενόμενο εξαιτίας συναισθηματικών και σωματικών τραυμάτων που με κρατούσαν «κλειδωμένη»; Ναι. Το επαναλάμβανα γιατί δεν ένιωθα ασφάλεια; Ναι. Τι βοήθησε – άλλαξε; Η ψυχοθεραπεία, και κάποιες πιο επανορθωτικές εμπειρίες στις σχέσεις. Το πρώτο είναι μια σοφή κατ’ εμέ επιλογή, το δεύτερο νομίζω είναι σε μεγάλο βαθμό τύχη.
Ακόμα, αυτή η «τακτική» περισσότερο με παγίδευε παρά με βοηθούσε, διότι είχα υψώσει ψηλά τείχη, τα οποία εάν κανείς περνούσε και αργότερα φερόταν απαράδεκτα, έμενα παγιδευμένη εντός τους, μαζί του. Σκεφτόμουν πως «αποκλείεται, αφού δεν είχε δώσει καθόλου αρνητικά σημάδια στην αρχή – κάτι έχω εγώ παρεξηγήσει», άρα δυσκολευόμουν διπλά να αποδεχτώ πως στο τώρα, υπάρχει πρόβλημα στο μεταξύ μας. Αυτή την περίοδο που προσπαθώ να είμαι πιο ανοιχτή, ενώ δεν περνάω πάντα απαραίτητα τέλεια, σίγουρα περνάω πολύ καλύτερα γιατί νιώθω πιο άνετα με τον εαυτό μου.
Κατά δεύτερον, η απουσία υψηλών τειχών και «δύσκολων δοκιμασιών» με κρατάει σε πιο αυθεντική και ουσιαστική εγρήγορση. Η παρελθοντική μου βεβιασμένη ανάγκη να ηρεμήσω και να νιώσω απόλυτη ασφάλεια από την αρχή, με παγίδευε σε ένα καφκικό σύμπαν γραφειοκρατίας του μυαλό μου. Υπάρχουν τόσα πράγματα που μπορούν να πάνε στραβά με κάποιον – η τεράστια λίστα την οποία νοητά βαστούσα και βασιζόμουν, ήταν μεγάλη παγίδα και για τα θετικά τους που δεν έβλεπα και για τα αρνητικά τους που πάλι δεν έβλεπα.
Τέλος, έκρινα τις συγκρούσεις, έστω και τις ήπιες, έστω και τις παιχνιδιάρικες, ως απόλυτη καταστροφή για το μέλλον. Βέβαια, οι συγκρούσεις δεν θα λείψουν ποτέ τελείως· τα κριτήρια που έχω εισάγει ως κυριότερα είναι: α) η διάθεση και ανοιχτοσύνη των ανδρών να αφουγκραστούν – καταλάβουν τη γυναικεία εμπειρία, β) η ωριμότητα να μετακινούνται σε ζητήματα φεμινισμού και γ) εάν συνεχίζουν ή όχι να μου δείχνουν σεβασμό ακόμα και στις πιο συγκρουσιακές στιγμές (τι θα γίνει πια με εμένα και τις λίστες;).
Πλέον, φέρομαι όπως νιώθω εκείνη τη στιγμή (ή έστω το προσπαθώ).
Αφού έκανα την όποια light αυτοκριτική μου των τελευταίων ετών για να σας δικαιολογήσω μερικές πεισματικές σιωπές μου που θα διαβάσετε, πάμε παρακάτω:
Κάποτε λοιπόν, σε έτη μακρινά, μου πιάνει την κουβέντα στο Ίνσταγκραμ ένας καλοστεκούμενος άντρας, ας τον πούμε Ιασίδαμο.
Στα θετικά, είχε στο προφίλ του πολλές γάτες και μερικά βιβλία. Στα αρνητικά, για εμένα, είχε παντού reels που έκανε μανιωδώς γυμναστική και τα βιβλία ήταν ΌΛΑ του Μουρακάμι. Τέλος πάντων, μου είχε φανεί όμορφος και η κουβέντα ήταν ξεκούραστη και με πλάκες, άρα όλα καλά.
Μετά από λίγο πίρι-πίρι, κανονίζουμε για ένα ποτό στο κέντρο. Ποιος να μου το έλεγε πως το ένα ποτό ήταν κυριολεκτικό, γιατί όταν ήρθε ο λογαριασμός είπε στη σερβιτόρα πως θα πληρώσει το πρώτο μου ποτήρι κρασί. Γέλασα λίγο αμήχανα, του είπα πως μπορώ να πληρώσω τα πάντα, και τα δικά του – αμέ. Τελικά τα πλήρωσε εκείνος αυτά τα έρμα δύο κρασιά Ρένας και τα δύο ουίσκια Ιασίδαμου, αλλά φυσικά με προειδοποίησε πως την επόμενη θα κεράσω εγώ.
Συνέβη κάτι μεταξύ μας τότε; Όχι, όμως βγαίναμε για περίπου δύο μήνες, χωρίς ποτέ να κάνουμε σεξ.
Κάπου στο τρίτο ή τέταρτο ραντεβού ένιωσε «αναγκασμένος» να κεράσει μιας και στο μεταξύ ήμουν εγώ η γενναιόδωρη. Εκείνη την ημέρα είχα γελάσει πάρα πολύ, διότι όταν ο σερβιτόρος πήγε να του πάρει ένα εικοσάευρο από το χέρι (το οποίο ο ίδιος έτεινε προς τον σερβιτόρο), στην αρχή δίστασε και δεν το άφησε. Κοιταχτήκαμε με τον σερβιτόρο, κάτι μουρμούρισε αυτός και το άφησε.
Και τώρα φτάνουμε στο παρασύνθημα, ένα πραγματικά αξέχαστο ραντεβού. (Σημειώνω πως δεν πιστεύω πως εγώ τα έκανα όλα σωστά κι αυτός όλα λάθος. Εάν το ζούσα αυτό σήμερα, θα ήμουν τελείως διαφορετική.)
Παρασκευή πρωί με παίρνει τηλέφωνο και μου προτείνει το Σάββατο να πάμε σε ένα τρομερό, ένα εκπληκτικό μπεργκεράδικο στον Πειραιά που έχει σαρώσει όλες τις θετικές κριτικές. Λέει πως οι μερίδες είναι γιγάντιες, να έρθω τελείως νηστική γιατί δεν θα καταφέρω ούτε το μισό – έτσι δεν τρώω τίποτα απολύτως από το απόγευμα της Παρασκευής.
Το Σάββατο θα βρισκόμασταν στις 12 το μεσημέρι στον ΗΣΑΠ του Πειραιά για να κάνουμε πρώτα βόλτα. Εγώ έχω αποφασίσει (ποιος ξέρει γιατί), να φορέσω ένα σατέν μακρύ γαλάζιο πουκάμισο, ένα κολλητό τζιν και κάτι μποτάκια με τακούνι. Φτάνω στον Πειραιά και βρίσκεται εκεί και με περιμένει χαρωπός. Θέλει, λέει, να με ξεναγήσει αργότερα και στα οικογενειακά τους μαγαζιά. Μένει Γλυφάδα, ενώ στον Πειραιά έχει η οικογένειά του δυο μαγαζιά λιανικής πώλησης, το ένα είναι δικό του.
Αρχικά περπατάμε περίπου μια ώρα, δεν έχω ιδέα που πάμε, μάλλον στο μπεργκεράδικο σκέφτομαι, αλλά τον αφήνω να με «οδηγεί» ενώ μιλούσαμε.
Φτάνουμε σε μια καφετέρια στη μέση του πουθενά με θέα θάλασσα. Πονάνε τα πόδια μου από τα τακούνια κι έχω ιδρώσει από την αφόρητη ζέστη που δεν πρόβλεψα. Πάω στην τουαλέτα να αφαιρέσω το περισσότερο μακιγιάζ, γιατί μάλλον είχα αρχίζει να θυμίζω κυβισμό του Πικάσο. Σώζω ό,τι μπορώ και μετανιώνω που δεν είχα φορέσει έστω ένα τιραντάκι μέσα από το πουκάμισο για να μείνω με αυτό.
Επιστρέφω στο τραπέζι μας, ωραία είναι, αλλά μπέργκερ δεν έχει. Κοιτούσα μια τον κατάλογο, μια τον Ιασίδαμο. Με ρωτάει τι με απασχολεί και τον ρωτάω δειλά – δειλά (πολύ δειλά όμως) εάν έχει φαγητό εδώ. Μου απαντάει πως δεν είναι μέρος για φαγητό – πως έχει κάτι κλαμπ σάντουιτς της κακιάς ώρας που κοστίζουν μια περιουσία. «Α», λέω και κοιτάω τους γλάρους απ’ έξω να αράζουν σε κάτι αχνές ιχθυόσκαλες.
Τότε με ρωτάει εάν θα ήθελα να αποφασίσει εκείνος για εμένα και συμφωνώ (ελπίζω κάποια να κρατάει σκορ από τις χαζομάρες μου). Μου παίρνει μια βυσσινάδα – εκείνος πήρε καφέ και κάπως έτσι μείναμε σε αυτούς τους καναπέδες για περίπου μισή ώρα. Εκείνος πάλευε να με φασώσει, εγώ πάλευα να αναπνεύσω μέσα στο πουκάμισο και το τζιν της κολάσεως, αλλά το χειρότερο ήταν πως πλέον πεινούσα κανονικότητα – όχι λίγο. Ντρεπόμουν να ρωτήσω πού είναι το μπεργκεράδικο ή οτιδήποτε βρώσιμο τέλος πάντων κι έτσι είπα: «Πάμε τώρα να κάνουμε ό,τι άλλο είχες προτείνει για σήμερα;» Συμφωνεί, καλεί τη σερβιτόρα. Μόλις η κοπέλα φτάνει μπροστά μας κι εγώ πάω να πιάσω την τσάντα μου (για να φύγουμε, όχι για να πιάσω το πορτοφόλι μου – θεώρησα πως μια βυσσινάδα θα την πλήρωνε χοχο), βγάζει με βροντερή φωνή μια σύντομη αναγγελία: «Μιας και ήρθες σήμερα στα μέρη μου, μιας και εγώ σε κάλεσα, ελπίζω να μην παρεξηγηθείς εάν πληρώσω εγώ. Ελπίζω να μου το επιτρέψεις». Ασχολίαστο, πάμε παρακάτω.
Περπατούσαμε στον Πειραιά (περίπου 45 λεπτά, πάλι Πικάσο – κυβισμός η φίλη σας, κατάρα στο σατέν πουκάμισο, κατάρα στο τζιν, κατάρα στα μποτάκια), έβλεπα να προσπερνάμε τόσα ωραία μαγαζιά και να μου τρέχουν τα σάλια. Του πρότεινα λοιπόν να κάτσουμε κάπου, αλλά μου είπε πως τώρα πάμε να δούμε τα μαγαζιά του.
Φτάνουμε στο πρώτο, μου το δείχνει, του λέω ωραία, μπράβο, εύγε. Φεύγουμε. Άλλη μισή ώρα στους δρόμους. Φτάνουμε στο άλλο, που είναι το δικό του. Τον ρωτάω πού είναι η τουαλέτα, λογικά για να πάω να σκίσω το πουκάμισο και μετά να το φάω. Μου λέει «δεν θα το πρότεινα» και τον κοιτάω έντρομη. Πράγματι, η τουαλέτα είχε ούρα στο πάτωμα, έζεχνε, ενώ στη γωνιά ήταν παρκαρισμένη η πιο βρώμικη σφουγγαρίστρα που ‘χω δει στη ζωή μου.
Βγαίνω από την τουαλέτα χωρίς να την έχω χρησιμοποιήσει και δεν τον βλέπω πουθενά. Μου φωνάζει από πάνω πως είναι εκεί. Μάλιστα, το μαγαζί θυμίζει τα παλιά κομμωτήρια με τον μικρό «πάνω όροφο» που θυμίζει νησίδα στον αέρα.
Ανεβαίνω εκεί και βρίσκω ένα ράντσο της κακιάς ώρας και ένα μικρό ψυγειάκι. Βγάζει από το ψυγειάκι ένα μπουκάλι σαμπάνια, ανοιχτό, μαντεύω από πρόπερσι και μου δίνει ένα πλαστικό ποτηράκι ξεχειλιστό. Το ακουμπάω στο πάτωμα και του λέω πως δεν είναι καλή ιδέα να πιούμε με άδειο στομάχι. «Έχεις δίκιο», λέει.
Τι έγινε μετά; Έφερε ένα τάμπλετ και έβαλε να δούμε το Burning, μια ταινία, ναι, βασισμένη σε ιστορία του Μουρακάμι (Ο ελέφαντας εξαφανίζεται)- είδατε τι ωραίο κύκλο κάναμε;
Κατά τη διάρκεια της ταινίας έχω πέσει σε κόμμα υπνηλίας, δεν είμαι καν σίγουρη πια εάν πεινάω, η κοιλιά μου όμως ξέρει: αρχίζει να γουργουρίζει δυνατά. Με πιάνει από τον ώμο και μου λέει: «το καημένο πεινάει!». Αρπάζω την ευκαιρία και λέω «ναι!». Απαντάει καλύτερα να μην πάρουμε τώρα ντελίβερι. Ήξερα πως δεν υπήρχε σωτηρία κι έπρεπε να φύγω, αλλά ένιωθα κατατονικά, δεν έβρισκα το κουράγιο να του ανακοινώσω πως φεύγω, ούτε να μπω σε ντιμπέιτ.
148 λεπτά μετά και μπορώ να πω πως η ταινία μού άρεσε, ωστόσο δεν ανταποκρίθηκα στα επίμονα ερωτικά καλέσματα (ναι, όλα αυτά στο μονό, καχεκτικό ράντσο που ήταν έτοιμο να σωριαστεί κάθε φορά που αναπνέαμε δυνατά). Κάποια στιγμή, προς το τέλος της ταινίας, έκανα την τελευταία μου προσπάθεια και του θύμισα το λεγόμενο, περίφημο μπεργκεράδικο. Είπε: «είναι πολύ μακριά από εδώ για να πάμε» και τότε παραιτήθηκα ολοκληρωτικά. Μη σας πω, πως και να μου έφερνε φαγητό, ε τώρα δεν θα το έτρωγα.
Μόλις η ταινία τελείωσε και είχε πια νυχτώσει, έβαλα πάλι τα μποτάκια του τρόμου και του είπα πως θα γυρίσω μόνη μου στον ΗΣΑΠ (ήθελα να πάρω τηλέφωνο μια φίλη για να παραπονεθώ). Επέμενε να με συνοδεύσει.
Όταν τελικά μπαίνω στο τρένο κι αυτός στέκεται απ’ έξω, τον ρωτάω βαριεστημένα τι θα κάνει τώρα. «Θα πάω να φάω κάτι, τώρα έχω αρχίσει να πεινάω», λέει, και κλείνουν οι πόρτες του τρένου στη μούρη μου.
Τα σχόλια είναι προσβάσιμα μόνο στα μέλη της Womanlandia. Για να γίνετε μέλος, πατήστε εδώ.
