Κάντε εγγραφή στο newsletter μας εδώ για να λαμβάνετε κάθε Πέμπτη ένα τέτοιο κείμενο μαζί με τέσσερις προτάσεις της εβδομάδας από τον κόσμο της Womanlandia.
Σαν σήμερα γεννήθηκε το 1908 η Σιμόν ντε Μποβουάρ, η εμβληματική Γαλλίδα υπαρξίστρια, φεμινίστρια και Αιγόκερως. Ο πλούσιος βίος και η ανασκόπηση της εργογραφίας της είναι δημοσίως διαθέσιμα και δεν θα επεκταθώ σε αυτά, επειδή προς τιμήν της επετείου των 117ων γενεθλίων της θα ήθελα φέτος να εστιάσω σε ένα συγκεκριμένο γραπτό της.
Εξήντα δύο χρόνια μετά τη γέννησή της και εικοσιένα περίπου χρόνια μετά το αδιαμφισβήτητης πολιτισμικής βαρύτητας «Δεύτερο Φύλο», η Ντε Μποβουάρ γράφει το 1970 την πραγματεία της για τα «Γηρατειά» (“La vieillesse”).
Ήδη από την εισαγωγή των «Γηρατειών», ξετυλίγει το κουβάρι του ηλικιακού ρατσισμού που αντιμετωπίζει η τρίτη ηλικία. Πολιτισμικά, ειδικά την εποχή που γράφτηκε το βιβλίο, οι ηλικιωμένοι δεν υπάρχουν πουθενά. Σήμερα, αναγνωρίζουμε και μιλάμε περισσότερο για την τρίτη ηλικία, μόνο που και πάλι αυτή σε μεγάλο βαθμό ετεροκαθορίζεται και συχνά διχοτομείται μεταξύ της καλοστεκούμενης «ώριμης» γυναίκας αλα Τζέιν Φόντα και του ξεμωραμένου γέρου ή της αποτρελαμένης γριάς με τις τριάντα επτά γάτες. «Οι μύθοι και οι κοινοτοπίες που πρόβαλε η αστική σκέψη αποσκοπούν στο να θεωρηθεί ο ηλικιωμένος σαν κάτι διαφορετικό, σαν ένα άλλο ον» γράφει η Ντε Μποβουάρ. Τα γηρατειά σπανίως γίνονται αντιληπτά ως κάτι αυτόνομο. Ο χρόνος πέφτει πάνω στους ηλικιωμένος σαν πέπλο που ξεραίνεται σε κρούστα, γίνεται η νέα τους ταυτότητα, ισχυρότερη και πιο εξέχουσα από οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό τους.
Οι παππούδες και ιδιαίτερα οι γιαγιάδες στην Ελληνική επαρχία αναμένεται να είναι κινούμενα στερεότυπα, από το ντύσιμο μέχρι τις καθημερινές συνήθειες, λες και η προβλεψιμότητά τους μας χαροποιεί ακριβώς επειδή είναι οικεία, σταθερή και αμετάβλητη, σαν αιωνόβιο δέντρο.
Οι χαρακτήρες της Σοφίας και της Θεοπούλας από τη σειρά «Στο Παρά Πέντε», παρ’ ότι πολύ πετυχημένα «σπάνε» αυτά τα κοινωνικά στερεότυπα, βασίζονται πλήρως πάνω τους για την παραγωγή κωμωδίας. Σε πολλές περιπτώσεις, αν το καλοσκεφτούμε, το καθαυτό αστείο είναι το γεγονός ότι μια ηλικιωμένη μιλά ή συμπεριφέρεται ως νέα, ενίοτε και ως έφηβη, και είναι ευτύχημα ότι η σειρά επικροτεί τη ζωντάνια των δύο γυναικών. Αν τα ίδια λόγια έβγαιναν από το στόμα μιας νέας –ή έστω νεότερης– γυναίκας, κατά πάσα πιθανότητα δεν θα είχαν τον ίδιο κωμικό αντίκτυπο. Το «Παρά Πέντε» κατάφερε έστω και λίγο να αποταυτίσει τη ζωντάνια από τη νεανικότητα· μπορείς να είσαι γεμάτη ζωή σε οποιαδήποτε ηλικία, ειδικά στο γήρας.
Η επική ατάκα της Θεοπούλας «κόβεται το σεξ;» όταν πρωτοπροβλήθηκε απέκτησε τρομερό virality για τα δεδομένα της εποχής, ανεπίσημα έγινε remix με το ομώνυμο τραγούδι της Έλλης Κοκκίνου, και είναι μια από τις πιο αναγνωρίσιμες στιγμές της σειράς. «Οι ηλικιωμένοι διατηρούν τις αρετές και τα ελαττώματα των ανθρώπων που υπήρξαν και εξακολουθούν να είναι. Και αυτό, η κοινή γνώμη συνήθως προτιμάει να το παραβλέπει» γράφει η Ντε Μποβουάρ, που συνεχίζει λέγοντας πως «αν οι ηλικιωμένοι δείξουν πως έχουν τις ίδιες επιθυμίες, τα ίδια συναισθήματα και τις ίδιες ανάγκες με τους νέους, ο κόσμος τούς αποστρέφεται. Ο έρωτας και η ζήλια μοιάζουν αηδιαστικά ή ανόητα, η σεξουαλικότητα αποκρουστική και η βία γελοία. Οι ηλικιωμένοι πρέπει να αποτελούν παράδειγμα αρετής. Πάνω απ΄ όλα τους ζητάμε να επιδείξουν γαλήνη. Πιστεύουμε πως την κατέχουν κι αυτό μας εμποδίζει να καταλάβουμε τη δυστυχία τους».
Η Ντε Μποβουάρ αναγνωρίζει την πολιτισμική τάση που σισύφεια πασχίζει να αγνοήσει το γήρας: «Μεγάλος αριθμός ατόμων, ιδιαίτερα ηλικιωμένων, προσπάθησαν να με πείσουν πως τα γεράματα απλούστατα δεν υπάρχουν». Σαν «συνωμοσία σιωπής», οι ηλικιωμένοι παραγκωνίζονται από δεκάδες πτυχές της κοινωνικής ζωής της οποίας μέχρι πρότινος ήταν μέρος. Όμως, είναι ξεκάθαρο στη σκέψη της πως αυτό το φαινόμενο δεν είναι απλώς κοινωνικό ή πολιτισμικό, αλλά διαλεκτικά υλιστικό και ως εκ τούτου βαθιά πολιτικό.
«Οι ηλικιωμένοι» γράφει «δεν αποτελούν ομάδα με κοινωνική δύναμη και δεν έχουν τρόπο να επιβάλλουν τα δικαιώματά τους. Η τάξη των εκμεταλλευτών έχει συμφέρον να σπάσει την αλληλεγγύη ανάμεσα στους εργαζόμενους και τους μη παραγωγικούς ηλικιωμένους ώστε να μην υπάρχει κανένας άλλος να τους προστατεύσει. […] Μας λένε πως ο χρόνος μετά τη σύνταξη προσφέρει ελευθερία κι απόλαυση. Οι ποιητές τραγούδησαν ‘τη χαρά του να φτάνεις στο λιμάνι’. Όλα αυτά είναι ξεδιάντροπα ψέματα. Η κοινωνία επιβάλλει μια τόσο κακή ποιότητα ζωής στη μεγάλη πλειοψηφία των ηλικιωμένων, ώστε είναι σχεδόν ταυτόσημο να λέμε ‘γέρος και φτωχός’. Ο ελεύθερος χρόνος δεν δημιουργεί νέες δυνατότητες για τον συνταξιούχο. Ακριβώς τη στιγμή που ελευθερώνεται από τον εξαναγκασμό και την πίεση της δουλειάς, του αφαιρούνται τα μέσα για να χρησιμοποιήσει την ελευθερία του. Είναι καταδικασμένος να λιμνάσει στην ανία και τη μοναξιά, ένας απόβλητος και τίποτα παραπάνω».
Η Ντε Μποβουάρ δηλαδή ανιχνεύει την άμεση σύνδεση της παραγωγικότητας με την κοινωνική αξία: σε μια καπιταλιστική κοινωνία, αν δεν είσαι παραγωγικός, απλούστατα δεν έχεις λόγο ύπαρξης. Οι ηλικιωμένοι κατά μία έννοια τιμωρούνται από την πολιτεία επειδή δεν εργάζονται. Όπως γράφει η ίδια, «το γεγονός ότι στα τελευταία 15 ή 20 χρόνια ζωής του ο άνθρωπος θεωρείται απόρριμμα, δείχνει την αποτυχία του πολιτισμού μας: αν βλέπαμε τους ηλικιωμένους σαν ανθρώπινα όντα, που έζησαν μιαν ανθρώπινη ζωή και όχι σαν όρθια πτώματα, η καθαρή αυτή αλήθεια θα μας συγκινούσε βαθιά».
Σε όλα αυτά φυσικά δεν έχουμε λάβει υπόψη τη σκοπιά της κοινωνικής αναπαραγωγής, που ακόμη και σήμερα θεωρείται πρωτίστως γυναικεία υπόθεση, η λεγόμενη «θηλυκοποίηση της φροντίδας». Ως «κοινωνική αναπαραγωγή» νοούνται οι δραστηριότητες εκείνες που απαιτούνται για τη δημιουργία και τη διατήρηση της ζωής, όπως το μαγείρεμα, το καθάρισμα, η φροντίδα κάθε ανάγκης των μελών της οικογένειας και η συντήρησή τους ως –οιονεί– εργαζόμενους. Οι γιαγιάδες αναμένεται να αναλάβουν καθήκοντα κοινωνικής αναπαραγωγής, ειδικά σε σχέση με τα εγγόνια τους, ακόμη και αν δεν ήταν νοικοκυρές όταν ήταν νέες. Οι γυναίκες έχουν πλέον συχνά το διττό ρόλο της παραγωγής ως εργαζόμενες και της κοινωνικής αναπαραγωγής μετά το πέρας του εργασιακού οκταώρου.
Υπάρχουν κι εκείνες βέβαια, που ακόμη και σήμερα δεν έχουν καν την πολυτέλεια της σύνταξης. Σήμερα, στις οικογένειές μας, υπάρχουν γυναίκες που θα δουλεύουν στο σπίτι μέχρι να πεθάνουν. Μπορεί να παίρνουν πενιχρές συντάξεις που δεν καλύπτουν ούτε τα βασικά, γιατί τι ένσημα κολλάει η «αυτοαπασχολούμενη» νοικοκυρά, αλλά η σύνταξη δεν προορίζεται για την οικιακή εργασία. Μπορείς να σταματήσεις να εργάζεσαι, και ίσως έχεις την τύχη να μπορείς να ζήσεις με τα χρήματα της σύνταξής σου ή τις αποταμιεύσεις σου, αλλά και πάλι καθημερινά χρειάζεται να φας, να έχεις καθαρά ρούχα, να πας στο γιατρό, να ψωνίσεις στο σούπερ μάρκετ, και θα πρέπει να εξαρτάσαι μέχρι το τέλος της ζωής σου από την καλοσύνη και τις δυνατότητες της οικογένειάς σου ή το «Βοήθεια στο Σπίτι» του Δήμου σου για να μπορείς να ζήσεις αξιοπρεπώς.
Η κοινωνική αναπαραγωγή βασίζεται στην συχνά απλήρωτη γυναικεία εργασία χωρίς να υπολογίζει τις επιθυμίες των ίδιων των γυναικών, άλλωστε αν δεν προσφέρουν τη φροντίδα τους θεωρούνται πρακτικά άχρηστες. Αυτό επισφραγίζεται από τις γυναικοκτονίες των ηλικιωμένων που ήταν πολύ άρρωστες, όχι απλώς για να φροντίσουν την οικογένειά τους, αλλά ακόμη και τις ίδιες. «Ο ηλικιωμένος άνθρωπος που δεν μπορεί να φροντίσει για τις ανάγκες του είναι πάντα φορτίο» γράφει η Ντε Μποβουάρ. «Η δυστυχία των γηρατειών αποτελεί κατηγορητήριο ενάντια στο σύστημα εκμετάλλευσης που ρυθμίζει τη ζωή μας».
Θα κλείσω με τα λόγια της ίδιας της εορτάζουσας: «Το πρόβλημα των ηλικιωμένων σήμερα μάς πείθει πως πρέπει να τα ξανασκεφτούμε όλα από την αρχή, να αναδιαρθρώσουμε την κοινωνία μας. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο αποσιωπάται το θέμα τόσο προσεκτικά. Και γι’ αυτό πρέπει να σπάσει το φράγμα της σιωπής».
Χρόνια πολλά, Σιμόν. Σε χαιρόμαστε.
- Tags:
- slider
- γυναικοκτονία
- τριτη ηλικια
Τα σχόλια είναι προσβάσιμα μόνο στα μέλη της Womanlandia. Για να γίνετε μέλος, πατήστε εδώ.
