Γράφει η Αγγελική Ψαράκη, Ποινικολόγος, Head of Criminal Law and Litigation at: “Mina Kaouni and Associates Law Firm”
Το κατηγορητήριο
Οι κατηγορίες σύμφωνα με το παραπεμπτικό Βούλευμα, όπως αποδόθηκαν στην πλειοψηφία των κατηγορουμένων (στους 24 εκ των 26), αφορούσαν στο αδίκημα της γενετήσιας πράξης με ανήλικο που τελείται από ενήλικο με αμοιβή, όπως αυτό τυποποιείται στο άρθρο 351 ΠΚ και συγκεκριμένα τις περιπτώσεις α και β αυτού, δηλαδή αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δώδεκα (12) έτη και αν ο παθών συμπλήρωσε τα δώδεκα (12), όχι όμως και τα δεκαπέντε (15) έτη.
Ο πρώτος κατηγορούμενος κατηγορείτο για τα αδικήματα του βιασμού, της κατάχρησης ανηλίκου σε ασέλγεια, της διακεκριμένης περίπτωσης πορνογραφίας, της εμπορίας ανθρώπων, της μαστροπείας και της παράνομης οπλοκατοχής. Επιπροσθέτως ένας από τους κατηγορούμενος, φερόμενος ως «Μιχάλης», κατηγορείτο για το αδίκημα της μαστροπείας, της διακεκριμένης περίπτωσης πορνογραφίας και της εκβίασης.
Τέλος, η τρίτη κατηγορούμενη κατηγορείτο για τα αδικήματα της μαστροπείας, της διακεκριμένης περίπτωσης πορνογραφίας και της εκβίασης.
Η δικαστική απόφαση
Η υπόθεση εισήχθη προς εκδίκαση στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών στις 08.01.2024 και την 1η.04.2024 εξέδωσε την απόφασή του, σύμφωνα με την οποία 18 εκ των κατηγορουμένων καταδικάστηκαν για το αδίκημα της γενετήσιας πράξης με ανήλικο που τελείται από ενήλικο με αμοιβή, 6 αθωώθηκαν λόγω αμφιβολιών. Ο πρώτος κατηγορούμενος καταδικάστηκε για άπαντα τα αδικήματα πλην της εμπορίας ανθρώπων για την οποία απαλλάχθηκε, ο έτερος κατηγορούμενος καταδικάστηκε για άπαντα τα αδικήματα πλην της γενετήσιας πράξης με ανήλικο με αμοιβή και η τρίτη κατηγορούμενη απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες που της αποδίδονταν πλην της εκβίασης πλημμεληματικού χαρακτήρα.
Τα λάθη κατά την προδικασία και την επ’ ακροατηρίω διαδικασία
Αρχικώς, να αναφέρουμε ότι η ελληνική δικαιοσύνη ήρθε πρώτη φορά αντιμέτωπη με τέτοια υπόθεση. Δηλαδή, τη σεξουαλική κακοποίηση ενός παιδιού 12 ετών από τόσο μεγάλο αριθμό ατόμων.
Φυσικά έγιναν λάθη. Όχι δεν κρίνω ότι η διερεύνηση ήταν επαρκής αν σκεφτούμε ότι το παιδί είχε κατονομάσει τον πρώτο κατηγορούμενο από 07.09.2022 και εν τέλει συνελήφθη ΕΝΑ ΜΗΝΑ ΜΕΤΑ.
Αυτό όπως αντιλαμβάνεστε δημιουργεί μια τεράστια ανασφάλεια. Ανασφάλεια, διότι ξεκινάμε με ένα δεδομένο: ο βασικός και αρχικός κατηγορούμενος είχε άπλετο χρόνο να εξαφανίσει ενοχοποιητικά στοιχεία. Ήξερε από την πρώτη στιγμή ότι η καταγγελία τον αφορούσε και συνελήφθη ένα μήνα μετά. Ενώ, λοιπόν, το παιδί πηγαινοερχόταν στη ΓΑΔΑ για να δώσει εξαντλητικές καταθέσεις, ο πρώτος κατηγορούμενος, κυκλοφορούσε ελεύθερος.
Η διαδικασία διεξήχθη, έπειτα από αρχικό αίτημα των τριών συνηγόρων υποστήριξης της κατηγορίας, ήτοι της κας Ασπασίας Ταραχοπούλου, του κ. Δημήτριου Πρεβενιού και εμού, κεκλεισμένων των θυρών με μοναδικό γνώμονα την προστασία του ανήλικου θύματος.
Λόγω του γεγονότος ότι θύμα της ανωτέρω υπόθεσης είναι ένα ανήλικο κορίτσι, ηλικίας σήμερα 13 ετών, τραυματισμένο σωματικά και ψυχικά από τα φρικτά εγκλήματα που διαπράχθηκαν εις βάρος της, ο κίνδυνος δευτερογενούς θυματοποίησης στις υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης είναι αναπόφευκτος και για το λόγο αυτό το ΕΔΔΑ έχει δημοσιεύσει ειδικό Οδηγό σχετικά με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), όπου ορίζονται τα όρια των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου και της υπεράσπισής του κατά την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας.
Είναι δε δεδομένο ότι σε μία δημόσια συνεδρίαση, ειδικά σε αδικήματα τέτοιας φύσης τόσο το Δικαστήριο όσο και οι λοιποί παράγοντες της δίκης θα υπεισέλθουν σε λεπτομέρειες και αναφορά πραγματικών περιστατικών, τα οποία, στην περίπτωση που η συνεδρίαση είχε γίνει δημόσια, θα τραυμάτιζαν περαιτέρω την ψυχή του ανήλικου παιδιού, εφόσον θα ερχόντουσαν σε γνώση όλων των μη εμπλεκόμενων με την παρούσα υπόθεση, παρευρισκόμενων στην αίθουσα πολλών και ιδίως δημοσιογράφων, με αποτέλεσμα να αναπαραχθούν επακριβώς σε όλα τα ΜΜΕ και ακολούθως και στο κοινωνικό περιβάλλον που διαβιεί σήμερα η ανήλικη.
Αμέτρητες φορές κατά την ακροαματική διαδικασία, ήρθαμε αντιμέτωποι με σκληρές εικόνες πορνογραφικού περιεχομένου, οι οποίες μας έκαναν να λυγίσουμε. Ομολογώ, βέβαια, ότι η πλειοψηφία (δυστυχώς όχι όλοι) των συναδέλφων της υπεράσπισης σεβάστηκαν την ανηλικότητα του θύματος και δεν υπεισήλθαν σε ερωτήσεις προσβλητικές. Δυστυχώς, όμως, μετά την εισαγγελική πρόταση παρατηρήθηκε το φαινόμενο της διαρροής μέρους της δικογραφίας στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, χωρίς ουδείς να σκεφτεί ότι το παιδί αυτό παρακολουθεί τηλεόραση, χωρίς ουδείς να σκεφτεί την κατάστασή του ή πως μπορεί να νιώθει ένα ανήλικο θύμα όταν βλέπει τα μηνύματα που έστελνε ο κακοποιητής και βιαστής της.
Η εισαγγελική πρόταση
Σε μία καθημερινή τρίμηνη διαδικασία αντιλαμβάνεστε ότι σταχυολογήθηκε κάθε αποδεικτικό στοιχείο, εξαντλήθηκε η εξέταση κάθε μάρτυρα και κυριολεκτικά «ξεσκονίστηκε» μια δικογραφία περί τις 15.000 σελίδες. Οι καταθέσεις της ανήλικης 5 στο σύνολο, πολυσέλιδες και λεπτομερέστατες. Με ακρίβεια, χωρίς ασάφειες, χωρίς κενά, χωρίς περιθώρια αμφισβήτησης.
Η εισαγγελέας της έδρας, λοιπόν, στην πρότασή της, τι έκανε; Πίστεψε εν μέρει το παιδί. Θα αναλύσω όμως την πρότασή της αποκλειστικά και μόνο από νομική άποψη, γιατί από κοινωνιολογική άποψη δεν θα μας έφθανε ο συγκεκριμένος χώρος.
Τι μας είπε λοιπόν η κα Εισαγγελέας;
Ότι, από την κατά τα άλλα ειλικρινέστατη και σαφέστατη κατάθεση του παιδιού, διέκρινε ανακρίβεια στο έγκλημα του βιασμού της από τον πρώτο κατηγορούμενο καθώς και της μαστροπείας την οποία «φόρτωσε» στη μητέρα, ακόμα κι αν το παιδί σε άπασες τις καταθέσεις του διατείνεται ότι η μητέρα της είναι αθώα. Άρα η κα Εισαγγελέας πιστεύει εν μέρει το παιδί, αγνοώντας βέβαια τους επιστήμονες ψυχιάτρους και ψυχολόγους που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το παιδί λέει την απόλυτη αλήθεια.
Το ερώτημα λοιπόν που θέσαμε ημείς, ως συνήγοροι υποστήριξης της κατηγορίας μετά το άκουσμα της Εισαγγελικής Πρότασης- κατά τις αγορεύσεις μας- ήταν σαφές: Αν πιστεύουν το παιδί.
Για εμάς, ήταν μονόδρομος η εν λόγω απάντηση. Εξαντλήσαμε τα αποδεικτικά στοιχεία και προσπαθήσαμε να αποδομήσουμε την άποψη της κας Εισαγγελέως για το αδίκημα του βιασμού, επί του οποίου πρότεινε απαλλαγή του πρώτου κατηγορούμενου και για το αδίκημα της μαστροπείας επί του οποίου πρότεινε την καταδίκη της μητέρας της ανήλικης.
Πέραν όμως των αποδεικτικών στοιχείων, προσπαθήσαμε να αποδομήσουμε την πρόταση της κας Εισαγγελέως και στο ουσιαστικό κομμάτι- τις καταθέσεις της ανήλικης. Τις περιγραφές της για το αδίκημα του βιασμού, τη μη εμπλοκή της μητέρας της, τις λεπτομερείς αναφορές για την σεξουαλική κακοποίησή της από τους λοιπούς κατηγορούμενους.
Και για να είμαστε σαφείς και ορισμένοι: Είναι αυτονόητο ότι δεν υπάρχει συναίνεση σε ένα ανήλικο 12 ετών. Ο ποινικός νομοθέτης έχοντας ως βάση του αυτό, διακρίνει το αδίκημα του βιασμού (336 ΠΚ) από το αδίκημα της κατάχρησης ανηλίκου σε ασέλγεια (342 ΠΚ), με μοναδικό κριτήριο την άσκηση βίας, ή την απειλή σοβαρού και άμεσου κινδύνου ζωής ή σωματικής ακεραιότητας.
Εδώ, λοιπόν, προκύπτει ανάγλυφα η (εσκεμμένη ή η πρόχειρη κι επιφανειακή) ανακολουθία του ποινικού νομοθέτη, ο οποίος, όπως μας έδειξαν και οι τελευταίες αντισυνταγματικές τροποποιήσεις, το μόνο που κάνει είναι να χαϊδεύει τα συντηρητικά αντανακλαστικά των συμπολιτών μας και να στοχεύει σε έναν φτηνό εντυπωσιασμό μέσω των διαφόρων ηθικών πανικών των ΜΜΕ, αγνοώντας φυσικά τη ΣτΚ και όλες τις διεθνείς συμβάσεις.
Ως εκ τούτου, και η πρόταση της κας Εισαγγελέως βρήκε ενδεές έρεισμα, όταν έκρινε ότι η 12χρονη δεν βιάστηκε – ανεξάρτητα αν το παιδί στις καταθέσεις του περιέγραφε αναλυτικά την πράξη και τον τρόπο του βιασμού της και τις απειλές που δεχόταν από τον πρώτο κατηγορούμενο και το καθεστώς φόβου που βίωνε. Βέβαια την ανωτέρω άποψη το Δικαστήριο δεν υιοθέτησε καταδικάζοντας τον πρώτο κατηγορούμενο για το αδίκημα του βιασμού.
Όσα ακούστηκαν σε αυτό το Δικαστήριο προκαλούν αυτό το συναίσθημα που πρέπει να διαχειριστείς, όταν πρέπει να μιλήσεις και πάλι για τα αυτονόητα και τα προφανή και όταν πρέπει να μεταβολίσεις το γεγονός ότι η παιδικότητα είναι κάτι που «κλέβεται» από το παιδί και πως τούτη η Πολιτεία, της οποίας είμαστε όλοι «τόσο περήφανα μέλη» δεν προστατεύει τα παιδιά της, παρά τα τόσα δεδομένα που έχει στη διάθεσή της.
Και έχει δεδομένα στη διάθεσή της. Έχω ξανακάνει και θα συνεχίσω να κάνω λόγο για την αδιαφορία με την οποία αντιμετωπίζουμε την παιδική κακοποίηση στη χώρα μας, που βρίσκεται θεσμικά στις τελευταίες θέσεις ανάπτυξης και λειτουργίας μια φιλικής για το παιδί δικαιοσύνης.
Εδώ, εν προκειμένω, δεν κακοποιήθηκε μόνο η 12χρονη, αλλά και η ανηλικότητα με κάθε τρόπο και κάθε μέσο.
Η πρωτόδικη απόφαση για την υπόθεση του Κολωνού, είναι απόφαση-σταθμός. Όχι μόνο γιατί δικαίωσε ένα ανήλικο θύμα σεξουαλικής εκμετάλλευσης, αλλά γιατί η Δικαιοσύνη και δη οι λαϊκοί Δικαστές πίστεψαν και συναισθάνθηκαν την 12χρονη. Και αυτό είναι το διακύβευμα. Ότι με την απόφαση αυτή, κάθε παιδί θα αποκτήσει φωνή.
Τέλος, θα μου επιτρέψετε να κλείσω με μία φράση του Manuel Vilas στο βιβλίο του «Ορδέσα» σχετικά με την παιδική κακοποίηση: «Το πρόβλημα του Κακού είναι ότι αν σε αγγίξει, σε μετατρέπει σε ένοχο. Αυτό είναι το μεγάλο μυστικό του Κακού: τα θύματα πάντα καταλήγουν να γίνουν οι ένοχοι για κάτι που το όνομά τους είναι πάλι το Κακό. Τα θύματα είναι πάντα περιττώματα. Ο κόσμος προσποιείται συμπόνια για τα θύματα, αλλά κατά βάθος τα περιφρονεί. Τα θύματα είναι πάντα ασυγχώρητα. Μ’ άλλα λόγια, ευκαταφρόνητα. Ο κόσμος αγαπά τους ήρωες, όχι τα θύματα».
Τα σχόλια είναι προσβάσιμα μόνο στα μέλη της Womanlandia. Για να γίνετε μέλος, πατήστε εδώ.
