Διαβάζω πως «ο μοναδικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση των “Cornell 7” προκάλεσε τέτοιο σάλο στο διαδίκτυο είναι η φοιτήτρια-δημοσιογράφος Cereese Qusba.» Πράγματι, η Cereese αφιέρωσε δύο χρόνια σε μια ακούραστη έρευνα: Το ρεπορτάζ της έφερε την υπόθεση στο φως μία εβδομάδα προτού ασχοληθούν με αυτήν τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης.

Η Cereese Qusba είναι φοιτήτρια του Cornell και δημοσιογράφος στην ανεξάρτητη φοιτητική εφημερίδα The Cornell Daily Sun, όπου έχει τη θέση της senior editor. Σπουδάζει πολιτική επιστήμη και φιλοσοφία και ανήκει στην τάξη αποφοίτησης του 2027.

Έγινε ευρύτερα γνωστή επειδή ερεύνησε την υπόθεση των επτά μελών της αδελφότητας Chi Phi: επικοινώνησε με την καταγγέλλουσα και τους δικηγόρους της, αναζήτησε τι είχε κάνει το πανεπιστήμιο και δημοσίευσε το ρεπορτάζ για την αγωγή στις 18 Σεπτεμβρίου 2026. Η δουλειά της συνέβαλε στη μεγάλη δημοσιότητα της υπόθεσης.

Η γυναίκα που καταγγέλλει τη σεξουαλική επίθεση είναι άλλη πρώην φοιτήτρια, η οποία αναφέρεται δημόσια με το ψευδώνυμο Jane Doe.

Οι «Cornell 7».
Οι «Cornell 7».

Η Cereese Qusba λοιπόν, ευτυχώς επέμεινε να ρωτά τι είχε συμβεί σε μια φοιτήτρια και τι είχαν κάνει οι αρμόδιοι για την καταγγελία της. Ως δημοσιογράφος της ανεξάρτητης φοιτητικής εφημερίδας The Cornell Daily Sun, ερεύνησε την υπόθεση που έγινε ευρύτερα γνωστή ως «Cornell Seven» και συνέβαλε καθοριστικά στη δημόσια ανάδειξή της. Ενώ η υπόθεση «Cornell Seven» προσφέρει πολλές αναλύσεις, όπως η κουλτούρα του βιασμού στα Πανεπιστήμια, η συγκάλυψη αυτών από όσους βρίσκονται στην κορυφή της πανεπιστημιακής ιεραρχίας, μέχρι και συζητήσεις για την ταινία promising young young, σήμερα στεκόμαστε στη Cereese Qusba όπως και πριν κάποιο καιρό είχαμε σταθεί στην Arielle Fodor.

Το ψευδοδίλημμα άντρας ή αρκούδα έχει στη ρίζα του μια έκφραση που πρόσφατα άκουσα: «όταν έρθει ο λύκος στο χωριό, οι άντρες θα τον κυνηγήσουν». Λύκοι, αρκούδες και γυναίκες κυνηγούνται από άντρες – δεν υπάρχει δίλημμα όχι επειδή είναι αδύνατο ένα άγριο ζώο να επιτεθεί σε άνθρωπο, αλλά όταν ο «λύκος» έρθει στο χωριό, γυναίκες θα τον κυνηγήσουν. Σήμερα λοιπόν δεν στεκόμαστε στην υπεράσπιση των ζώων, αλλά στο ότι συχνότερα η υπεράσπιση έρχεται από γυναίκες.

Πριν πάμε στην Cereese Qusba αξίζει να αναφερθούμε στις παρακάτω πρόσφατες έρευνες που θα μπορούσαν εκτός άλλων να συνδεθούν σε έναν πιο αλληλέγγυο κόσμο μετά το #MeToo.

Το 2023 η Carrie Ann Johnson, στη μελέτη «The purpose of whisper networks», ανέλυσε 20 συνεντεύξεις για «άτυπα δίκτυα επικοινωνίας» στους χώρους εργασίας. Κατέγραψε πώς γυναίκες ανταλλάσσουν πληροφορίες για παρενοχλητές, προειδοποιούν άλλες γυναίκες και τις βοηθούν να αναγνωρίσουν όσα έχουν υποστεί. Αυτά τα δίκτυα συχνά καλύπτουν κενά των επίσημων μηχανισμών προστασίας. Με άλλα λόγια, πρόκειται για το γνωστό – άγνωστο «κουτσομπολιό».

Το 2025 οι Leila I. Vázquez-González και Victoria A. Ferrer-Pérez δημοσίευσαν στο Sexuality & Culture τη μελέτη «Unveiling the Bystander’s Role: A Qualitative Study on Interventions in Street Harassment Against Women». Ανέλυσαν αφηγήσεις 217 ατόμων στην Ισπανία που είχαν γίνει μάρτυρες παρενόχλησης στον δημόσιο χώρο. Οι γυναίκες περιέγραφαν παρεμβάσεις για την προστασία γνωστών και άγνωστων σε αυτές γυναίκες, με κίνητρα την ενσυναίσθηση, την αλληλεγγύη και την αίσθηση ευθύνης. Κάποιες συνέδεαν την απόφασή τους με δικές τους προηγούμενες εμπειρίες παρενόχλησης. Τέλος, η μεγαλύτερη δηλωμένη προθυμία βοήθειας από γυναίκες μπορεί να βρεθεί στη μελέτη της Vázquez-González και των συνεργάτιδών της, φέτος, το 2026, με τίτλο «Bystanders’ Intention to Intervene in a Street Harassment Scenario: The Effects of Personal and Situational Factors».

Οι γυναίκες δήλωσαν μεγαλύτερη προθυμία να βοηθήσουν μια γυναίκα που παρενοχλείται, αλλά είχαν και μεγαλύτερο φόβο να παρέμβουν. Πιο συγκεκριμένα, οι γυναίκες δήλωσαν μεγαλύτερη πιθανότητα να βοηθήσουν την παρενοχλούμενη, να ζητήσουν βοήθεια από άλλους ή να καλέσουν την αστυνομία – δήλωσαν επίσης συχνότερα ότι θα μπορούσαν να μείνουν αδρανείς από φόβο. Από την άλλη, οι άνδρες δήλωναν μεγαλύτερη πιθανότητα να αντιμετωπίσουν τον δράστη, αλλά και μεγαλύτερη πιθανότητα να μην κάνουν τίποτα επειδή θεωρούσαν ότι το περιστατικό δεν τους αφορά.

H Cereese Qusba.

Κλείνοντας την παρένθεση και επιστρέφοντας στην Cereese Qusba: Στις 18 Σεπτεμβρίου 2026 η Qusba δημοσίευσε το ρεπορτάζ για την αγωγή μιας πρώην φοιτήτριας του Cornell, η οποία εμφανίζεται με το ψευδώνυμο Jane Doe. Η γυναίκα καταγγέλλει ότι τον Οκτώβριο του 2024 υπέστη σεξουαλική επίθεση και ομαδικό βιασμό στην οικία της αδελφότητας Chi Phi, έπειτα από εξαναγκασμό σε κατανάλωση ουσιών. Η αγωγή στρέφεται κατά επτά νυν και πρώην φοιτητών, του πανεπιστημίου και άλλων εμπλεκόμενων φορέων. Τουλάχιστον ένας εναγόμενος έχει αρνηθεί, μέσω του δικηγόρου του τις καταγγελίες σε βάρος του. Αυτή τη στιγμή, οι καταγγελίες της και η ανταπόκριση του ιδρύματος βρίσκονται στο επίκεντρο μιας υπόθεσης που παραμένει υπό διερεύνηση.

Όμως η προεργασία της Qusba είχε αρχίσει πριν από τη δημοσιοποίηση της αγωγής. Όπως εξήγησε στο CNN, μετά την αρχική ενημέρωση της πανεπιστημιακής κοινότητας το 2024 ακολούθησε μια μακρά περίοδος κατά την οποία η ίδια διαπίστωνε έλλειψη ενημέρωσης από τη διοίκηση. Αναζήτησε τι είχε απογίνει η πειθαρχική διαδικασία, πού βρίσκονταν οι εμπλεκόμενοι και τι συνέβαινε με την ποινική έρευνα. Επικοινώνησε με την καταγγέλλουσα και τους δικηγόρους της και συγκέντρωσε πληροφορίες για τις πολιτικές του πανεπιστημίου. Όταν εμφανίστηκε η αγωγή, υπήρχε ήδη δημοσιογραφική προετοιμασία.

Η επιμονή της, η πρωτοβουλία και η μνήμη της έχουν ιδιαίτερο βάρος: Η Jane Doe είχε ήδη μιλήσει, είχε απευθυνθεί σε αρμόδιους και είχε επιχειρήσει να ενεργοποιήσει διαδικασίες, συνεπώς η προσφορά της δημοσιογράφου ήταν να εξασφαλίσει στη μαρτυρία της δημόσιο χώρο και να παρακολουθήσει τις υποχρεώσεις που δημιουργούσε για τους θεσμούς, κάτι που πολλές γνωρίζουμε πως δεν είναι αμελητέο, λαμβάνοντας υπόψη πως η συνηθισμένη προτροπή προς τις γυναίκες είναι να μην καταγγείλουν καθόλου – πόσο μάλλον να πιέσουν τους φορείς, δημοσίως.

Πως κατανέμεται λοιπόν η αξιοπιστία; Η διοίκηση ενός πανεπιστημίου μιλά μέσα από ανακοινώσεις, νομικές υπηρεσίες και το κύρος του ονόματός του. Μια φοιτήτρια καλείται να εξηγήσει τι συνέβη στο σώμα της, εκθέτοντας τον εαυτό της σε έναν βούρκο μίσους και απόπειρες αποσιώπησης. Η δημοσιογραφία οφείλει να αναγνωρίζει αυτή την ανισότητα όταν ελέγχει τους ισχυρισμούς και των δύο πλευρών. Το θεσμικό κύρος χρειάζεται έλεγχο, όπως χρειάζεται έλεγχο κάθε ισχυρισμός που διεκδικεί να γίνει αποδεκτός ως αλήθεια.

Στο δικόγραφο περιλαμβάνεται μήνυμα σε ομαδική συνομιλία της αδελφότητας, το οποίο, σύμφωνα με την αγωγή, παρουσίαζε τη γυναίκα ως σεξουαλικά διαθέσιμη στα υπόλοιπα μέλη «free pussy upstairs».

Ένα πρόσωπο με βούληση και όρια εμφανίζεται εδώ ως κάτι που μπορεί να προσφερθεί στην παρέα. Η συγκεκριμένη καταγγελία επιτρέπει να εξετάσουμε πώς μια μορφή ανδρικής συνενοχής μπορεί να οργανώνεται γύρω από την κοινή παραβίαση μιας γυναίκας. Η ευθύνη κάθε εμπλεκομένου χρειάζεται εξατομικευμένη διερεύνηση και ο συλλογικός χαρακτήρας της καταγγελλόμενης συμπεριφοράς χρειάζεται, επίσης, εξήγηση. Η συγκεκριμένη τρομακτική και εξοργιστική συζήτηση φέρνει χάος από τις πολλές παραβάσεις: η συζήτηση για τη συναίνεση αφορά το δικαίωμα της γυναίκας να παραμένει υποκείμενο σε όλη τη διάρκεια μιας συνάντησης, κάτι που για τους «επτά» προφανώς δεν ήταν, λαμβάνοντας υπόψη μόνο το μήνυμα που στάλθηκε. Η παρουσία της Jane Doe σε ένα πάρτι, η κατανάλωση αλκοόλ ή μια προηγούμενη ερωτική επιλογή, πάλι δεν παραχωρούν στους άλλους εξουσία πάνω στο σώμα της. Μια κοινωνία που απαντά στη σεξουαλική βία περιορίζοντας διαρκώς το πού μπορούν να πάνε οι γυναίκες (ούτε στη δουλειά τους, στον Πύργο του Άιφελ!) και πώς μπορούν να διασκεδάσουν, μεταφέρει σε εκείνες το κόστος της πρόληψης. Η ισότιμη συμμετοχή στην πανεπιστημιακή ζωή δεν περιορίζεται στο δικαίωμα φοίτησης, αλλά προϋποθέτει ασφάλεια μαζί με την ελευθερία.

Η έρευνα της εφημερίδας λοιπόν έθεσε υπό έλεγχο και την ίδια την επικοινωνία του Cornell. Στις 2 Οκτωβρίου κατέγραψε αλλαγές στην ιστοσελίδα απαντήσεων του ιδρύματος: η αρχική διατύπωση ότι είχαν διαβιβαστεί στην εισαγγελία όλες οι πληροφορίες της έρευνας αφαιρέθηκε και αντικαταστάθηκε αργότερα από ειδικότερη αναφορά σε συγκεκριμένα στοιχεία. Τέτοιες μεταβολές χρειάζονται εξήγηση στο κοινό – δείχνουν γιατί η δημόσια λογοδοσία απαιτεί δημοσιογράφους που επιστρέφουν στα γεγονότα, συγκρίνουν τις εκδοχές τους και ελέγχουν τι ακριβώς υποστηρίζει ένας οργανισμός για τις πράξεις του.

Στις 5 Οκτωβρίου η Qusba παρουσίασε στοιχεία από έγγραφα που είχαν περιέλθει στους New York Times: δύο από τους επτά είχαν αποβληθεί οριστικά, δύο είχαν τιμωρηθεί με προσωρινή αποβολή και ένας με τριετή απαγόρευση εισόδου στο πανεπιστήμιο. Στους άλλους δύο είχαν επιβληθεί απαγόρευση επικοινωνίας με την Jane Doe και εκπαιδευτικές υποχρεώσεις, μεταξύ των οποίων γραπτές εργασίες. Η γυναίκα που μιλά χρειάζεται ασφάλεια και πραγματική διερεύνηση της καταγγελίας της από την πρώτη στιγμή όσο κι αν διαρκέσουν οι διαδικασίες. Ας γεννηθεί και το ερώτημα: γιατί οι διαδικασίες αργούν τόσο; Ποιοι επωφελούνται από αυτό; Σίγουρα όχι η καταγγέλλουσα.

Υπάρχει, επιπλέον, η κοινωνική ζωή μετά την καταγγελία. Στο ρεπορτάζ της Qusba, η Jane Doe περιέγραψε την κριτική και τον αποκλεισμό που, όπως είπε, αντιμετώπισε από τη φοιτητική κοινότητα. Συνεπώς στο «γιατί δεν το είπε» μπορεί να τονισθεί πως μια τέτοια καταγγελία θέτει σε κίνδυνο τις φιλίες και τη θέση μιας γυναίκας μέσα στην κοινότητά της. Η πραγματική υποστήριξη κοινωνικά και πολιτικά κρίνεται και στην καθημερινότητα: στο εάν θα μπορεί να συνεχίσει τις σπουδές της. Δεν θα γράψω «να επιστρέψει στην κανονικότητα», αλλά να υπάρχει κανονικότητα για εκείνη, όταν κι εάν επιστρέψει. Το να έχει ανθρώπους δίπλα της και να διατηρεί τον έλεγχο της προσωπικής της ιστορίας.

Ενδιαφέρουσα, κι όχι και τόσο λεπτομέρεια, που αξίζει να σταθούμε: Η Qusba είναι μέλος της γυναικείας αδελφότητας Tri-Delta, φορείς της οποίας περιλαμβάνονται επίσης στους εναγομένους – η εφημερίδα δήλωσε ανοιχτά αυτή τη σχέση. Η δημοσιογράφος, επομένως, κάλυψε μια υπόθεση που αφορούσε και έναν χώρο στον οποίο ανήκει η ίδια. Αυτό μας δίνει αφορμή να σκεφτούμε μια απαιτητική πλευρά της αλληλεγγύης, ως επιλογή που δοκιμάζεται μέσα στις δικές μας κοινότητες, κάτι που – πολλές ξέρετε τι θα γράψω. Αναφέρομαι στην «καταγγελία για άγριο βιασμό» .Ο άντρας της καταγγελίας δεν ονοματίζεται και ήδη έχει αποκτήσει μεγάλο φαν κλαμπ, επειδή αφορά «τη δική μας» κοινότητα. Το ότι ανήκουμε σε έναν χώρο δεν μας απαλλάσσει από την ευθύνη να εξετάζουμε κριτικά όσα συμβαίνουν μέσα του, ίσα ίσα, είναι μέσα στις «δουλειές του σπιτιού». Η Qusba έδειξε πως το κοινό φύλο, όπως και η κοινή φοιτητική ταυτότητα, αποκτά πολιτικό περιεχόμενο μέσα από τέτοιες συγκεκριμένες πράξεις, διότι ας είμαστε ειλικρινής, οι περισσότεροι φεμινιστές άντρες λάμπουν να δηλώνουν φεμινιστές, αλλά μπροστά στις κατηγορίες βιασμού, λουφάζουν.

Η συμβολή της Qusba εντάσσεται σε συλλογική δημοσιογραφική εργασία. Το κύριο άρθρο «Cornell Won’t, We Will», δημοσιευμένο στις 21 Σεπτεμβρίου, έφερε την υπογραφή της συντακτικής επιτροπής, στην οποία συμμετέχουν η αρχισυντάκτρια Sophia Dasser, η Sophia Romanov Imber, η Zara Cheek και η Rayen Zhou. Ξεκινούσε με τα ονόματα των επτά εναγομένων και απαιτούσε απαντήσεις από το πανεπιστήμιο. Τα ονόματα προέρχονταν από δημόσιο δικόγραφο και η επιλογή να δημοσιευθούν συνέδεε συγκεκριμένα πρόσωπα με συγκεκριμένες καταγγελίες και καθιστούσε δυνατή τη δημόσια παρακολούθηση της υπόθεσης. Συνοδευόταν, επομένως, από αυξημένη ευθύνη για ακρίβεια και για σαφή διάκριση ανάμεσα στην καταγγελία και στην αποδεδειγμένη ενοχή. Η προστασία της ταυτότητας της Jane Doe υπηρετεί, από την άλλη, το δικαίωμά της να διεκδικεί δικαιοσύνη χωρίς να παραχωρεί τη ζωή της στη δημόσια περιέργεια – ή καλύτερα στον διασυρμό. Γιατί άραγε «η άλλη πλευρά», ψάχνει τόσο μανιασμένα να μάθει το όνομά της; Συγκινητικό το πλήθος γυναικών με τη δήλωση «I am Jane Joe» προκειμένου να προστατέψουν το θύμα.

Η δημοσιότητα λοιπόν συνοδεύτηκε από νέες εξελίξεις: Στα τέλη Σεπτεμβρίου ανακοινώθηκε η επανέναρξη της ποινικής έρευνας. Σε μήνυμά του στις 3 Οκτωβρίου, ο πρόεδρος του Cornell υποστήριξε τη διενέργεια ανεξάρτητης εξέτασης των χειρισμών του ιδρύματος και αναγνώρισε την ανάγκη βελτιώσεων. Η δράση της καταγγέλλουσας και των δικηγόρων της, η δημοσιογραφική κάλυψη και η ευρύτερη πίεση διαμόρφωσαν το πλαίσιο αυτών των εξελίξεων. Η ακριβής συμβολή καθενός δεν μπορεί να μετρηθεί ποιος ο λόγος άλλωστε, μπορούμε όμως να αναγνωρίσουμε με σιγουριά ότι η φοιτητική εφημερίδα συνέβαλε ουσιαστικά στο να αποκτήσει η υπόθεση εθνική προσοχή.

Η επιμονή της Qusba αξίζει αναγνώριση. Το κρίσιμο ερώτημα τώρα είναι τι θα αλλάξει για την Jane Doe και για τις επόμενες γυναίκες που θα ζητήσουν βοήθεια. Τα πανεπιστήμια οφείλουν να συνδυάζουν την εκπαίδευση γύρω από τη συναίνεση με ανεξάρτητη διερεύνηση των καταγγελιών, σαφή ενημέρωση για τις διαδικασίες και ουσιαστική υποστήριξη. Κάθε φοιτήτρια πρέπει να μπορεί να συνεχίζει τις σπουδές και τη ζωή της με ασφάλεια, χωρίς να θυσιάζει την ιδιωτικότητά της για να ακουστεί. Για την Jane Doe, σημασία έχει η πρόσβαση στη δικαιοσύνη, η φροντίδα που χρειάζεται και ο σεβασμός στις δικές της επιθυμίες. Για τις επόμενες γυναίκες, σημασία έχει να βρίσκουν προστασία από τη στιγμή που μιλούν, ώστε να μπορούν να μιλούν – αλλιώς η πρόσβαση στη βοήθεια είναι ένας δρόμος που δεν διασχίζεται. Η ασφάλειά τους είναι ευθύνη των πανεπιστημίων και δεν μπορεί να εξαρτάται κάθε φορά από την επιμονή μιας δημοσιογράφου.

Σήμερα λοιπόν, επειδή δεν είμαι σίγουρη πώς θέλω να κλείσω, σας δίνω την επιλογή. Παλιότερα είχαμε τα βιβλιοπαιχνίδια τύπου «Διάλεξε τη δική σου περιπέτεια» (διακλαδιζόμενη αφήγηση).

Για το «δύσκολο τέλος» επιλέξτε το Α. Για το «αισιόδοξο τέλος» το Β. Για να θυμηθείτε μια ταινία και να θυμώσετε, το Γ.

Α.
Τον Απρίλιο του 2013, η Emma Sulkowicz, φοιτήτρια Εικαστικών Τεχνών στο Columbia, κατήγγειλε στο πανεπιστήμιο ότι ο συμφοιτητής της Paul Nungesser την είχε βιάσει στο δωμάτιό της στη φοιτητική εστία τον Αύγουστο του 2012.

Ο Nungesser αρνήθηκε την καταγγελία και, μετά από έρευνα και ακρόαση, το πανεπιστημιακό πειθαρχικό όργανο τον έκρινε «μη υπεύθυνο»· η προσφυγή της Sulkowicz κατά της απόφασης απορρίφθηκε. Τον Σεπτέμβριο του 2014, διαμαρτυρόμενη για τον χειρισμό της υπόθεσης, ξεκίνησε την πτυχιακή της performance, «Mattress Performance (Carry That Weight)»: κουβαλούσε μέσα στην πανεπιστημιούπολη ένα στρώμα ίδιου τύπου με εκείνο στο οποίο, σύμφωνα με την καταγγελία της, είχε βιαστεί. Είχε δηλώσει ότι θα συνέχιζε όσο ο Nungesser παρέμενε στο Columbia. Το υλικό βάρος του στρώματος συμβόλιζε το βάρος της εμπειρίας που, όπως εξηγούσε, τη συνόδευε καθημερινά. Περίπου εννέα μήνες αργότερα, στις 19 Μαΐου 2015, ανέβηκε στη σκηνή της τελετής Class Day με το στρώμα, έχοντας τη βοήθεια συμφοιτητών της· και ο Nungesser αποφοίτησε εκείνη τη χρονιά. Ο πρόεδρος Lee Bollinger δεν της έδωσε το χέρι, γεγονός που ερμηνεύτηκε ως σκόπιμη προσβολή, αλλά το πανεπιστήμιο αρνήθηκε ότι υπήρχε τέτοια πρόθεση. Το 2019 δήλωσε ότι είχε σταματήσει να δημιουργεί τέχνη περίπου έναν χρόνο νωρίτερα. Σήμερα εργάζεται ως βελονίστρια και στην επίσημη ιστοσελίδα της εξακολουθεί να περιλαμβάνει την ιδιότητα της καλλιτέχνιδας. Η ίδια περιγράφει αυτή τη στροφή ως επιθυμία να προσφέρει στους άλλους τη φροντίδα που θα ήθελε να είχε λάβει.

Β.
Η μνήμη είναι το παν! Η Qusba και τόσες άλλες γυναίκες έρχονται για να βοηθήσουν. Να κάνουμε το ίδιο. «Αν θέλεις βοήθεια, έλα σε εμένα». Πρόκειται για την υπόθεση της Ηλιούπολης, που αποκαλύφθηκε τον Ιούλιο του 2021. Την φράση την είπε μια 25χρονη εργαζόμενη σε καφετέρια της περιοχής, η οποία δεν κατονομάζεται στα σχετικά ρεπορτάζ, στην τότε 19χρονη Ε., όταν παρατήρησε ότι ήταν χτυπημένη. Η Ε. ήταν η νεαρή γυναίκα που κατήγγειλε ότι ένας αστυνομικός την κρατούσε στο διαμέρισμά του, την κακοποιούσε και την εξανάγκαζε σε πορνεία. Στις 10 Ιουλίου, όταν κατάφερε να φύγει από το σπίτι, επέστρεψε στην καφετέρια και ζήτησε τη βοήθεια που της είχε προσφερθεί. Η σερβιτόρα την άκουσε και, όταν είδε τον αστυνομικό να την αναζητά, τη βοήθησε να κρυφτεί μέσα στο κατάστημα, κάλεσε βοήθεια και τη συνόδευσε στην αστυνομία. Αργότερα κατέθεσε και στο δικαστήριο.

Γ.
Το «Promising Young Woman» (σκηνοθεσία Emerald Fennell, 2020) ακολουθεί την Κάσι, μια πρώην φοιτήτρια Ιατρικής που αναζητά εκδίκηση για τον βιασμό της καλύτερής της φίλης στο πανεπιστήμιο. Στρέφεται εναντίον του δράστη αλλά και όσων τον κάλυψαν, αναδεικνύοντας την ατιμωρησία, την ενοχοποίηση των θυμάτων και την ευθύνη του πανεπιστημίου.

Όταν η Κάσι ρωτά για την καταγγελία βιασμού της Νίνα την κοσμήτορα Walker δέχεται την εξής απάντηση: «None of us want to admit when we’ve made ourselves vulnerable, when we made a bad choice. And those choices, those mistakes, can be so damaging, and really regrettable… I mean, what would you have me do? Ruin a young man’s life every time we get an accusation like this?»

Τα σχόλια είναι προσβάσιμα μόνο στα μέλη της Womanlandia. Για να γίνετε μέλος, πατήστε εδώ.