Το 2025, οι εκπρόσωποι του Πανελληνίου Σωματείου Εργαζομένων Δικτύου Δομών της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων εξέπεμψαν κατεπείγον σήμα κινδύνου σχετικά με την οικονομική επιβίωση, το μέλλον και το καθεστώς ύπαρξης των δομών καταπολέμησης έμφυλης βίας. Με τα εγκεκριμένα ευρωπαϊκά κονδύλια των δομών να τελειώνουν την τελευταία μέρα του έτους, οι επίμονες πιέσεις του Σωματείου απέφεραν καρπούς που στις 11 Οκτωβρίου 2025 οδήγησαν σε παράταση της χρηματοδότησης των δομών μέχρι το 2029.
Τότε είχαμε συνομιλήσει με την τότε πρόεδρο του Σωματείου, Βάσια Μπάκου, και την αντιπρόεδρο, Νάντια Ζγέρα, για το κατακερματισμένο και εξαιρετικά γραφειοκρατικό μοντέλο χρηματοδότησης των δομών, όπου τα ευρωπαϊκά κονδύλια διαμεσολαβούνται από διάφορους θεσμούς και κέντρα διοίκησης πριν καταλήξουν στους αποδέκτες τους, που είναι οι κοινωνικές δομές. Δεν είναι η πρώτη φορά που έχουν προκύψει προβλήματα με τη χρηματοδότηση, τα οποία οδηγούν σε καθεστώς επισφάλειας τη λειτουργία των δομών, γι’ αυτό και πάγιο αίτημα των εργαζομένων τους είναι αυτή να υπαχθεί στον κρατικό προϋπολογισμό ώστε να χρηματοδοτούνται απρόσκοπτα.
Σε μόνιμο καθεστώς εργασιακής επισφάλειας βρίσκονται επίσης οι ίδιες οι εργαζόμενες και οι εργαζόμενοι των δομών, που για χρόνια εργάζονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου καλύπτοντας πάγιες ανάγκες του δημοσίου χωρίς να γνωρίζουν αν τον επόμενο χρόνο θα ανανεωθεί η σύμβασή τους. Αυτό συνέβη για παράδειγμα τον Σεπτέμβρη του 2025 στο Συμβουλευτικό Κέντρο Κομοτηνής, όταν το ΚΕΘΙ αποφάσισε να μην ανανεώσει τις συμβάσεις της ψυχολόγου, της κοινωνικής λειτουργού και της νομικής συμβούλου του Κέντρου, καθιστώντας το στην πράξη αδρανές, και παραπέμποντας δεκάδες γυναίκες σε άλλες δομές που βρίσκονται χιλιόμετρα μακριά από τον τόπο κατοικίας τους. Για το λόγο αυτό, επιπλέον πάγιο αίτημα των εργαζομένων είναι η μονιμοποίησή τους, ώστε να μη βρίσκονται συνεχώς «στον αέρα» ούτε η λειτουργία των δομών, ούτε ο βιοπορισμός τους.
Σήμερα, μπορεί η χρηματοδότηση του δικτύου δομών να είναι τυπικά εξασφαλισμένη, όμως εξακολουθεί να απουσιάζει ένα συστηματικό σχέδιο δημοσιονομικής διασφάλισής τους και μία ευρύτερη πολιτική αντιμετώπισης της έμφυλης βίας.
Τα κακώς κείμενα της λειτουργίας των δομών καταγγέλλει με δελτίο τύπου το ΔΣ του Πανελληνίου Σωματείου Εργαζομένων Δικτύου Δομών, τόσο σε επίπεδο λειτουργίας, όσο και σε επίπεδο νομικής αντιμετώπισης της έμφυλης βίας και ανισότητας. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στα πολλαπλά προβλήματα που έχουν προκύψει από το νόμο Τσιάρα για την υποχρεωτική συνεπιμέλεια, η εφαρμογή του οποίου δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για περαιτέρω κακοποίηση γυναικών και των παιδιών τους.
Ολόκληρο το δελτίο τύπου
Το Δίκτυο Δομών για την Πρόληψη και την Καταπολέμηση της Έμφυλης Βίας της Γενικής Γραμματείας Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων λειτουργεί αδιάλειπτα εδώ και περισσότερα από δεκατέσσερα χρόνια, αποτελώντας το μοναδικό εξειδικευμένο δημόσιο δίκτυο υποστήριξης επιζωσών έμφυλης βίας και πολλαπλών διακρίσεων. Σήμερα αριθμεί 68 δομές πανελλαδικά —48 Συμβουλευτικά Κέντρα, 20 Ξενώνες Φιλοξενίας και τη Γραμμή SOS 15900— και στελεχώνεται αποκλειστικά από εργαζόμενες και εργαζομένους με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, οι οποίοι επί δεκατέσσερα συναπτά έτη καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου. Παρά τον κρίσιμο κοινωνικό του ρόλο, η λειτουργία του Δικτύου εξακολουθεί να στηρίζεται αποκλειστικά σε ευρωπαϊκούς πόρους (ΕΣΠΑ 2007–2013, 2014–2020 και 2021–2027), διατηρώντας τόσο τις δομές όσο και το προσωπικό σε διαρκές καθεστώς επισφάλειας.
Η εργασιακή αυτή αβεβαιότητα επιτείνεται από τις διαχρονικές οργανωτικές και συντονιστικές ελλείψεις που συνοδεύουν κάθε μετάβαση από τη μία προγραμματική περίοδο στην επόμενη. Η συνέχιση της λειτουργίας των δομών και η εργασιακή ασφάλεια του προσωπικού εξαρτώνται κάθε φορά από αποφάσεις της τελευταίας στιγμής, με τις αναγκαίες παρατάσεις να εξασφαλίζονται μόνο ύστερα από επίμονες συλλογικές διεκδικήσεις των εργαζομένων. Ενδεικτικά, η τελευταία παράταση εγκρίθηκε στις 11.11.2025, ενώ οι συμβάσεις έληγαν στις 31.12.2025, χωρίς να έχει προηγηθεί οποιαδήποτε δημόσια δέσμευση ή ενημέρωση για τη συνέχιση της λειτουργίας του Δικτύου.
Σήμερα βρισκόμαστε σε ένα ακόμη πιο κρίσιμο σημείο. Η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση ολοκληρώνεται στο τέλος του 2029 και η Πολιτεία όφειλε ήδη να έχει διαμορφώσει τον σχεδιασμό για την επόμενη ημέρα, τόσο βάσει του ν. 4604/2019 όσο και των δεσμεύσεων της χώρας από τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης (ν. 4531/2018). Παρ’ όλα αυτά, ούτε το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας ούτε η Γενική Γραμματεία Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχουν παρουσιάσει οποιοδήποτε συγκεκριμένο σχέδιο για τη θεσμική και δημοσιονομική διασφάλιση της συνέχισης του Δικτύου μετά το 2029. Δεν υπάρχει καμία δημόσια δέσμευση για την ένταξή του στον κρατικό προϋπολογισμό ούτε για τη διατήρηση του ήδη υπάρχοντος εξειδικευμένου προσωπικού, παρά το γεγονός ότι επιτελεί πάγιες κρατικές αρμοδιότητες και η λειτουργία του αποτελεί υποχρέωση της Πολιτείας.
Η κυβερνητική απαξίωση του μοναδικού δημόσιου εξειδικευμένου δικτύου υποστήριξης επιζωσών έμφυλης βίας αποτυπώνεται και στην καθημερινή λειτουργία του. Εκδηλώνεται στην υποστελέχωση των δομών, στην αδυναμία αποτελεσματικής κάλυψης επειγόντων αιτημάτων φιλοξενίας, την χρόνια έλλειψη διαθέσιμων κλινών σε Ξενώνες Φιλοξενίας, ιδιαίτερα στην Αττική και στα μεγάλα αστικά κέντρα, καθώς και στη συστηματική άρνηση αντιμετώπισης των σοβαρών προβλημάτων που δημιουργεί η εφαρμογή του ν. 4800/2021 στις υποθέσεις έμφυλης βίας. Παρά τις επανειλημμένες παρεμβάσεις του Σωματείου, εξακολουθούν να υφίστανται σοβαρά εμπόδια στην πρόσβαση των παιδιών των επιζωσών στην εκπαίδευση, στην παιδοψυχιατρική αξιολόγηση και στις αναγκαίες θεραπευτικές υπηρεσίες χωρίς τη συναίνεση του δράστη-πατέρα, ενώ ακόμη και η εγγραφή ή μετεγγραφή τους σε σχολικές μονάδες μπορεί να εξαρτάται από τη συναίνεση του πατέρα-δράστη, με αποτέλεσμα να τίθεται σε κίνδυνο η ασφάλεια της μητέρας και των παιδιών. Πρόκειται για πρακτικές που παραβιάζουν ευθέως την αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού.
Ταυτόχρονα, στις αστικές υποθέσεις επιμέλειας και επικοινωνίας εξακολουθούν, σε πολλές περιπτώσεις, να μην συνεκτιμώνται ουσιαστικά περιστατικά ενδοοικογενειακής και έμφυλης βίας, κατά παράβαση των επιταγών της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, ενώ συχνά προκρίνεται η επίκληση της αποκαλούμενης «γονεϊκής αποξένωσης», μιας θεωρίας που δεν αναγνωρίζεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. Τη ζοφερή αυτή εικόνα συμπληρώνουν η απουσία ενιαίου θεσμικού και επιχειρησιακού πλαισίου λειτουργίας του Δικτύου, οι απαράδεκτες καθυστερήσεις στην παροχή δωρεάν νομικής εκπροσώπησης στις επιζώσες και η αποσπασματική, χωρίς επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση, εφαρμογή κρίσιμων εργαλείων προστασίας, όπως το εργαλείο εκτίμησης επικινδυνότητας.
Παρά τις επανειλημμένες παρεμβάσεις του Σωματείου, η κυβέρνηση εξακολουθεί να απαντά με εκκωφαντική σιωπή. H Υφυπουργός κ. Ράπτη, από την ανάληψη των καθηκόντων της δεν έχει ανταποκριθεί στα αιτήματα του Σωματείου για συνάντηση, ενώ ούτε η Γενική Γραμματέας Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κα Πατσογιάννη, έχει ανταποκριθεί εδώ και δέκα μήνες στα αιτήματα ενημέρωσης και διαλόγου του Σωματείου για το μέλλον του Δικτύου.
Το Πανελλήνιο Σωματείο Εργαζομένων στο Δίκτυο Δομών της ΓΓΙΦ απαιτεί άμεσα:
- Την έγκαιρη ένταξη του Δικτύου στον κρατικό προϋπολογισμό, πριν από το τέλος του 2029, ώστε να διασφαλιστεί προσωπικό.
- Τη διασφάλιση της εργασιακής σταθερότητας με την άμεση μονιμοποίηση του ήδη υπάρχοντος εξειδικευμένου προσωπικού, το οποίο επί δεκατέσσερα χρόνια καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου.
- Την επιτέλους πλήρη συμμόρφωση της ελληνικής έννομης τάξης και της δικαστηριακής πρακτικής με τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης.
- Τη θέσπιση ενιαίου θεσμικού και επιχειρησιακού πλαισίου λειτουργίας για το σύνολο του Δικτύου Δομών.
Δεν διεκδικούμε τίποτα περισσότερο από την ουσιαστική εφαρμογή όσων η ίδια η Ελληνική Πολιτεία έχει ήδη θεσπίσει και δεσμευθεί να διασφαλίζει: τη συνεχή λειτουργία ενός αποτελεσματικού δημόσιου δικτύου προστασίας των επιζωσών έμφυλης βίας, με επαρκείς δομές, εξειδικευμένο προσωπικό με σταθερή και μόνιμη εργασία και υπηρεσίες που ανταποκρίνονται στις ανάγκες των γυναικών και των παιδιών τους.
Το ΔΣ
Νάντια Ζγέρα – Πρόεδρος
Βάσια Μπάκου – Αντιπρόεδρος
Ελευθερία Τζιουβάρα – Γραμματέας
Σταυρούλα Παπανικολάου – Ταμίας
Σοφία Μητσκοπούλου – Μέλος
Τα σχόλια είναι προσβάσιμα μόνο στα μέλη της Womanlandia. Για να γίνετε μέλος, πατήστε εδώ.
