Please ensure Javascript is enabled for purposes of website accessibility

Περιβαλλοντικός ακτιβισμός: Γιατί σκανδαλιζόμαστε τόσο από τον «βανδαλισμό» έργων τέχνης;

Add to My Favourites

No account yet? Register

Γράφει η Εύα Ξευγένη

«Δεν έχει υπάρξει ποτέ τεκμήριο πολιτισμού που να μην είναι
ταυτόχρονα τεκμήριο βαρβαρότητας. Κι όπως ένα τέτοιο
τεκμήριο δεν στερείται βαρβαρότητας, το ίδιο ισχύει και για τη
διαδικασία μεταβίβασης, με την οποία πέφτει από το ένα χέρι
στο άλλο.»
– Walter Benjamin, Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας, 1942

 

Στη σελίδα της ομάδας Just Stop Oil στο Facebook, έπεσα πάνω σε μιαν ανάρτηση, που προσκαλεί τους φοιτητές σε μία διαδικτυακή συνάντηση με τη Phoebe Plummer και την Anna Holland, τις δύο ακτιβίστριες που πέταξαν ντοματοχυμό σε πίνακα του Βαν Γκογκ την περασμένη εβδομάδα στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου.

Σύμφωνα με την ίδια ανάρτηση, η συνάντηση θα γίνει ώστε οι ακτιβίστριες να εξηγήσουν τα κίνητρα που τις οδήγησαν στην πολυσυζητημένη τους δράση, αλλά και για να καθοδηγήσουν όσους φοιτητές ενδιαφέρονται μέσα στον κόσμο του περιβαλλοντικού ακτιβισμού. Στις δύο γυναίκες ασκήθηκε δίωξη για φθορά ξένης ιδιοκτησίας.

Στα σχόλια κάτω από την ανάρτηση, όμως, το κλίμα είναι αρκετά επιθετικό.

«Με κάνουν να αισθάνομαι άρρωστος μέχρι το μεδούλι… Να τις συναντήσουμε…ίσως σε ένα σκοτεινό σοκάκι κάποια μέρα» γράφει ο Vernon, ενώ ο Michael σχολιάζει πως «αυτή είναι η ευκαιρία μας να τους ρίξουμε κονσέρβες σούπας». Με τη σειρά του, ο Neil διατυπώνει ένα σχόλιο που κυκλοφορεί αρκετά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με αφορμή τη ρίψη του ντοματοχυμού:

«Οι πετρελαϊκές εταιρείες θα πρέπει να συμμετάσχουν σε αυτή τη συνάντηση για να τις ευχαριστήσουν που οδήγησαν τους ανθρώπους στο πλευρό των πετρελαιοπαραγωγών. Τέτοιες ενέργειες κάνουν όλους τους ανθρώπους να απεχθάνονται αυτές και όσα εκπροσωπούν».

Πέραν του σχολιασμού της εμφάνισης των δύο γυναικών, των προτροπών να μοιράζουν τις κονσέρβες στους φτωχούς αντί να χαραμίζουν φαγητό, του καταφανούς μισογυνισμού που ήδη είχαμε παρατηρήσει να ξεδιπλώνεται μεγαλειωδώς ως αντίδραση στα πρώτα οικο-ακτιβιστικά βήματα της -ανήλικης τότε- Greta Thunberg, αλλά και των προτροπών για άλλες δράσεις, όπως αυτή της Magali που γράφει πως «αν θέλετε πραγματικά να σώσετε τον πλανήτη μας, καλύτερα να διαδηλώσετε μπροστά από την πρεσβεία της Βραζιλίας, καθώς ο πρόεδρός της καίει το δάσος του Αμαζονίου», η αγαπημένη μου, και συνάμα η συχνότερη, μορφή δυσαρέσκειας απέναντι στη δράση της ομάδας Just Stop Oil είναι εκείνη που απο-πολιτικοποιεί την τέχνη, που την ουδετεροποιεί ως μια ιερή κι αφηρημένη έννοια, βγάζοντάς την εκτός πολιτικού πλαισίου και ως προς το περιεχόμενο, και ως προς τα Ιδρύματα που την κατέχουν, αλλά και που απο-ιστορικοποιεί εικονοκλαστικές δράσεις του πρόσφατου παρελθόντος με αμιγώς πολιτική χροιά.

Ή, όπως γράφει ο Alan, «πλούσια παιδιά που κάνουν το κομμάτι τους. Αν σας ενδιαφέρει το περιβάλλον και αν σας ενδιαφέρει η διαμαρτυρία, στοχεύστε τους υπεύθυνους και όχι τους πολιτιστικούς θησαυρούς. Ο Βαν Γκογκ και ο Μονέ δεν είχαν μετοχές στις πετρελαϊκές. Αυτή η παιδαριώδης ενέργεια απλώς θα απομακρύνει την υποστήριξη για το πραγματικό πρόβλημα και θα αποξενώσει περισσότερους ανθρώπους από όσους θα στρατολογήσει. Η τέχνη ήταν πάντοτε βαθιά εμπλεκόμενη στη διαμαρτυρία και την αλλαγή και εσείς αδικείτε τους χιλιάδες καλλιτέχνες που έχουν υποφέρει για την τέχνη τους. Τι θα κάνετε μετά, θα ψεκάσετε με διαλύτη τη Γκερνίκα του Πικάσο; Γκουγκλάρετέ τη – αμφιβάλλω αν έχετε ιδέα τι είναι. Είχα μεγάλη ενσυναίσθηση γύρω από τον αγώνα σας, αλλά τώρα μου φαίνεστε παιδιάστικοι».

Στην Ελλάδα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, οι αντιδράσεις γύρω από τις ακτιβίστριες της Just Stop Oil κινήθηκαν σε παρόμοια κλίμακα, και σε μεγάλο μέρος τους ήταν ακαριαία αρνητικές, με τις κοπέλες να χαρακτηρίζονται «ανεγκέφαλες», «ούγκανα» με «διαταραγμένες προσωπικότητες», και «οικοταλιμπάν». Προσφάτως, όσο η κίνηση «βανδαλισμού» έργων τέχνης συνεχίζεται και από άλλες ακτιβιστικές ομάδες, αναδύθηκε με ιδιαίτερη δημοφιλία μια ακόμη κριτική, η οποία χαρακτηρίζει τον συγκεκριμένο ακτιβισμό ως «ελιτίστικο», «middle class» και απομακρυσμένο από το προλεταριάτο.

Σχολιαστές προερχόμενοι από τον κόσμο της τέχνης βλέπουν τον ακτιβισμό εντός των μουσείων ως κομμάτι τους, ως ένα ακόμη προϊόν προς θέαση, ως κάτι που επειδή απευθύνεται σε ένα αστικό κοινό αρκετά φιλότεχνο ώστε να πληρώσει το εισιτήριο ενός μουσείου, η αξία του περιορίζεται σε αυτή της στυφής πρόκλησης σοκ (shock value), και αναγκαστικά παραμένει, όπως το μεγαλύτερο κομμάτι της σύγχρονης τέχνης, θέμα εσωτερικής κατανάλωσης για λίγους.

Γιατί όμως οι αντιδράσεις είναι τόσο έντονες; Για να το θέσω αλλιώς, παραφράζοντας το εύστοχο σχόλιο ενός χρήστη του Facebook, γιατί «ακόμα και κοινωνικά ευαισθητοποιημένα άτομα συρρέουν πίσω από συντηρητικούς κύκλους σε μια ψεύτικη αγανάκτηση» νιώθοντας ξαφνικά για την τέχνη «τόσο μεγάλη συγκίνηση, σχεδόν εφάμιλλη της απάθειάς τους για το μέλλον του πλανήτη»;

Η σύντομη απάντηση είναι πως οποιαδήποτε μορφή πολιτικού ακτιβισμού δεν μπορεί να αγνοηθεί, θα εκνευρίσει.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Οι εικονομαχίες του 20ου αιώνα

Εάν, όπως λέει ο Alan, η τέχνη είναι άμεσα εμπλεκόμενη με τη διαμαρτυρία, τότε γιατί δεν μπορεί να συντελέσει σε αυτό το σκοπό ενίοτε και μέσω της καταστροφής της;

Σχεδόν εκατό χρόνια πίσω, στις 10 Μαρτίου 1914, η καναδή σουφραζέτα Mary Richardson, εισήλθε γύρω στις δέκα το πρωί στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου, έχοντας φέρει μαζί της κρυφά έναν μπαλτά, έσπασε το προστατευτικό γυαλί κι έσκισε σε πολλαπλά σημεία τον πίνακα του Diego Velázquez με τίτλο Η Αφροδίτη μπροστά στον καθρέφτη (The Rokeby Venus), πράξη για την οποία τιμωρήθηκε με έξι μήνες φυλάκιση.

Diego Velázquez, Η Αφροδίτη μπροστά στον καθρέφτη, στο πλαίσιο απεικονίζεται το σημείο του πίνακα που χαρακώθηκε από τη Richardson

Η καταστροφή του πίνακα δεν ήταν τυχαία. Η Richardson προέβη στο σκίσιμο του πίνακα σαν μια κίνηση αλληλεγγύης προς την Emmeline Pankhurst, ηγέτιδα του κινήματος των σουφραζετών, που την προηγούμενη ημέρα συνελήφθη κι έκανε απεργία πείνας και δίψας στη φυλακή Holloway. Η ίδια η Richardson, κατά το χρόνο της σύλληψή της για το σκίσιμο του πίνακα, είχε απολυθεί υπό όρους από την ίδια φυλακή.

Έστειλε στην Κοινωνική και Πολιτική Ένωση Γυναικών (WSPU) μια γραπτή επεξηγηματική δήλωση, η οποία δημοσιεύθηκε την επομένη στους The Times του Λονδίνου:

«Προσπάθησα να καταστρέψω την εικόνα της πιο όμορφης γυναίκας στη μυθολογική ιστορία ως διαμαρτυρία ενάντια στην κυβέρνηση για την καταστροφή της κυρίας Pankhurst, η οποία είναι ο πιο όμορφος χαρακτήρας στη σύγχρονη ιστορία. Η δικαιοσύνη είναι στοιχείο ομορφιάς, όπως το χρώμα και το περίγραμμα στον καμβά. Η κυρία Pankhurst επιδιώκει να αποδώσει δικαιοσύνη για τις γυναίκες, και γι’ αυτό δολοφονείται σιγά σιγά από μια κυβέρνηση Ισκαριωτών πολιτικών. Εάν υπάρχει κατακραυγή ενάντια στην πράξη μου, ας θυμούνται όλοι ότι μια τέτοια κατακραυγή είναι υποκρισίαεφόσον επιτρέπουν την καταστροφή της κυρίας Pankhurst και άλλων όμορφων ζωντανών γυναικών, και ότι έως ότου το κοινό πάψει να επιτρέπει την ανθρώπινη καταστροφή, οι πέτρες που ρίχνονται εναντίον μου για την καταστροφή αυτής της εικόνας είναι η κάθε μία τους απόδειξη εναντίον τους, τόσο καλλιτεχνικού όσο και ηθικού και πολιτικού τσαρλατανισμού και υποκρισίας».

Στο βιβλίο του The Destruction of Art: Iconoclasm and Vandalism since the French Revolution, o Dario Gamboni γράφει για το συμβάν πως «οι μαχητικές φεμινίστριες ήταν έτοιμες να αμφισβητήσουν την έννοια της καλλιτεχνικής κληρονομιάς ως μέρος της πρωτοκαθεδρίας της ιδιοκτησίας (δημόσιας ή ιδιωτικής), αλλά η προκλητικότητά τους και η προφανής αδιαφορία τους για την ιδιαιτερότητα των πολιτιστικών αγαθών φαίνεται επίσης να υποδεικνύει – στην Αγγλία πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο – μια πιο μερική και εύθραυστη κοινωνική συναίνεση σχετικά με τις έννοιες της τέχνης, της συντήρησης και του ‘βανδαλισμού’ απ’ ό,τι θα μπορούσε να αναμένεται». Άλλωστε η πράξη τη Richardson κατακρίθηκε ακόμη κι εντός των κόλπων των γυναικείων οργανώσεων της εποχής.

Όμως η ηθική πυξίδα της κοινής γνώμης δεν βρίσκεται πάντα σε αντίστοιχη σύγχυση. Τα τελευταία χρόνια, μια παρόμοια συζήτηση έχει ανοίξει γύρω από τους βανδαλισμούς και τις αποκαθηλώσεις αγαλμάτων σε Αμερική και Ευρώπη, ως μιαν απόπειρα ιστορικής αποκατάστασης απέναντι σε σύμβολα ιμπεριαλισμού, αποικιοκρατίας, αμερικανικού εμφυλίου, ρατσισμού και εν γένει λευκής κυριαρχίας (white supremacy). Ακόμη και στην Ελλάδα, τον Απρίλη του 2018 μια ομάδα υποστηρικτών του ΚΚΕ προσπάθησε να αποκαθηλώσει το άγαλμα του πρώην προέδρου των ΗΠΑ Harry Truman που βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας επί της Βασιλέως Κωνσταντίνου, στο πλαίσιο μιας πορείας διαμαρτυρίας κατά των επιθέσεων των ΗΠΑ στη Συρία.

Μα, σας ακούω να αναρωτιέστε, τι σχέση έχει η τέχνη με όλα αυτά;

Η πολιτική διάσταση της τέχνης

Δεν είναι καθόλου καινούρια η ιδέα πως η αισθητική, και κατ’ επέκταση η τέχνη, μπορούν να είναι κάτι αντικειμενικό, κάτι ουδέτερο, ένα ανώτερο ιδανικό που παραμένει άσπιλο από τις κοινωνικές συμβάσεις.

Στην Κριτική της Κριτικής Δύναμης του Immanuel Kant, για παράδειγμα, βλέπουμε τη διάκριση μεταξύ της «καλαισθητικής κρίσης» από την «κρίση ευαρέσκειας», δηλαδή μεταξύ της αντίληψης ότι κάτι είναι καλαίσθητο, αντικειμενικά ωραίο, και της ηδονής που μας προσφέρει κάτι χωρίς απαραίτητα να είναι αντικειμενικά ωραίο. Η διάκριση αυτή, όπως θα έλεγε ίσως ο Pierre Bourdieu, γίνεται στη βάση ενός διπόλου, όπου το αισθητικά ωραίο ταυτίζεται με τον πολιτισμό, με το υψηλό, το ανώτερο, και η ευαρέσκεια με τη φύση, με τις ταπεινές μας αισθήσεις, το χαμηλό, και κατ’ επέκταση το κατώτερο.

Στη σύγχρονη δυτική σκέψη έχει απορριφθεί η ιδέα πως έννοιες όπως η δικαιοσύνη και η τέχνη είναι ουδέτερες και υπεράνω του κοινωνικοπολιτικού γίγνεσθαι, απεναντίας υπόκεινται σε κανόνες, κριτήρια, ηθικούς κι αισθητικούς κώδικες διαμορφωμένους από την εκάστοτε άρχουσα τάξη, γνωστούς και ως συμβολική εξουσία. Όπως γράφει ο Φώτης Τερζάκης για τη Διάκριση του Bourdieu, πλέον γίνεται ευρύτερα κατανοητό ότι «το γούστο και η λεγόμενη καλαισθητική κρίση εκφράζουν με τον πιο βαθύ και άτεγκτο τρόπο τις ταξικές και κοινωνικές οριοθετήσεις, τις διαφορές θέσης και ισχύος […], επειδή αντιπροσωπεύουν τη βαθύτερα εσωτερικευμένη, σχεδόν σωματική (και, ως τέτοια, ασυνείδητη) αίσθηση των κοινωνικών διακρίσεων».

Η κριτική ότι ο βανδαλισμός έργων τέχνης αποτελεί σήμερα πολιτική πράξη προερχόμενη από και απευθυνόμενη προς τη μεσαία ή την άρχουσα τάξη εκκινεί από μια σωστή παραδοχή, όμως καταλήγει σε λανθασμένο συμπέρασμα, αφού ουσιαστικά καταδικάζει την εν λόγω πράξη βάσει αυτής της παραδοχής.

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος και η Μαρία Βιδάλη, στο βιβλίο τους Libido artistica – Κοινωνική κριτική της καλλιτεχνικής ζήτησης επιβεβαιώνουν ερευνητικά αυτό που μπορούσαμε ήδη να φανταστούμε, ότι δηλαδή στην Ελλάδα η συμμετοχή κατώτερων οικονομικών τάξεων στα μουσεία είναι εξαιρετικά μικρή, και δυσανάλογη συγκριτικά ακόμη και με τη μεσαία τάξη. Αυτό δεν σχετίζεται τόσο με την τιμή ενός εισιτηρίου, αν και παίζει το ρόλο του, όσο με τις διευρυμένες ανισότητες στην οικονομική κατάσταση και το μορφωτικό επίπεδο, που καθιστούν τους κώδικες των ανώτερων κοινωνικά τάξεων δυσπρόσιτους, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι αυτοί οι κώδικες είναι αισθητικά καλύτεροι.

Αυτό ουσιαστικά σημαίνει ότι, ενώ υπάρχει η κατηγορία της πολιτικής τέχνης που πραγματεύεται θέματα του εκάστοτε πολιτικού γίγνεσθαι, στην ουσία της η ίδια η κατασκευή της τέχνης, ανεξαρτήτως θεματολογίας, είναι πολιτική.

Η συγκεκριμένη ακτιβιστική δράση της Just Stop Oil, μια από τις δεκάδες που κάνουν κάθε χρόνο, ποτέ δεν παρουσιάστηκε ως μια δράση από τα κάτω, που μιλά εκ μέρους κατώτερων ή περιθωριοποιημένων κοινωνικών στρωμάτων, στόχος της ήταν ένα σύμβολο εξουσίας και ταξικού διαχωρισμού, δηλαδή ένα πανάκριβο έργο τέχνης, ενώ στο μήνυμά της πλαισίωσε τα ζητήματα κλιματικής κρίσης ως συστημικά (του κεφαλαίου και του κράτους), και όχι ως προβλήματα ατομικής ευθύνης.

Το να απορρίπτουμε συνεπώς μια δράση ως μεσοαστική, χωρίς να μπαίνουμε στη διαδικασία να εξετάσουμε το περιεχόμενο και την αποτελεσματικότητά της, υποδηλώνει ότι εισερχόμαστε σε μια λογική όπου ταυτοτικά η δράση ορισμένων ομάδων θα γίνεται εκ προοιμίου αντιληπτή ως ορθή, ενώ άλλων όχι, χωρίς περαιτέρω ανάλυση.

Μια τέτοια λογική αντίκειται στο σύγχρονο πρόταγμα για διαθεματικότητα, ενώ ταυτόχρονα αποδυναμώνει τα υπάρχοντα κινήματα κοινωνικής δικαιοσύνης, καθώς αυτά δεν αποτελούνται αποκλειστικά από χαμηλότερα οικονομικά στρώματα ή ομάδες του περιθωρίου.

Ενδιαφέρον είναι επίσης το γεγονός πως το 1% της βρετανικής ελίτ, της ίδιας ελίτ που έχει άμεση πρόσβαση και κατοχή της πλειοψηφίας των σπουδαιότερων έργων τέχνης σήμερα, σύμφωνα με τη Guardian «είναι υπεύθυνη για περισσότερες εκπομπές διοξείδιου του άνθρακα σε ένα χρόνο απ’ ό,τι το 10% των φτωχότερων συμπολιτών τους σε δύο δεκαετίες».

Πετρέλαιο σε καμβά, 61 x 51 εκ.

Η πολιτική διάσταση της τέχνης όμως δεν είναι μονάχα συμβολική. Υπάρχουν άμεσοι και πρακτικοί λόγοι που καθιστούν τη ρίψη ντοματόσουπας πάνω σε εκθέματα της Εθνικής Πινακοθήκης του Λονδίνου από οικο-ακτιβιστικές ομάδες απολύτως αιτιολογημένη.

Σύμφωνα με το Platform London, «η BP και η Shell έχουν χρηματοδοτήσει σχεδόν όλα τα διασημότερα μουσεία και πολιτιστικά ιδρύματα του Λονδίνου κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας»· η Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου συγκεκριμένα, δεχόταν επί δώδεκα έτη χρηματοδότηση από τη Shell, η οποία έπαυσε το 2018 κατόπιν επίμονων διαμαρτυριών από περιβαλλοντικούς ακτιβιστές.

To φαινόμενο αυτό ονομάζεται greenwashing και απαρτίζεται από πρακτικές διαφόρων πολυεθνικών που στοχεύουν στο χτίσιμο μιας φιλικής προς το περιβάλλον δημόσιας εικόνας, που όμως δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές πολιτικές που ακολουθούν. Τέτοιες πρακτικές είναι το lobbying, η χρηματοδότηση επιστημονικών ερευνών και η επιρροή επί των ευρημάτων τους, οι παραπλανητικές διαφημίσεις για φιλικά προς το περιβάλλον προϊόντα, και φυσικά οι χορηγίες. Πρόσφατο παράδειγμα είναι η Coca Cola, η οποία ενώ, σύμφωνα με αναφορά της Break Free From Plastic, θεωρήθηκε το 2021 «ο μεγαλύτερος ρυπαντής πλαστικών παγκοσμίως» για τέσσερα συναπτά έτη, ήταν χορηγός του COP27, δηλαδή της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή για το 2022.

Εδώ αναδεικνύεται επίσης μια σχέση αλληλεπίδρασης που κλείνει το μάτι στη συμβολική εξουσία των ανώτερων τάξεων που συζητήσαμε παραπάνω, καθώς, εκτός από greenwashing, οι εκάστοτε ελίτ-χορηγοί έχουν άμεση επιρροή στα μουσεία και στην τέχνη που παράγεται και προωθείται, εξασφαλίζουν δηλαδή με τις χορηγίες τους έλεγχο στην καθεαυτή αγορά της τέχνης (art market).

Ο κόσμος της τέχνης μοιάζει πλέον περισσότερο με οποιαδήποτε άλλη αγορά, παρά με καταφύγιο κάλλους και πανανθρώπινων ιδανικών.

Το δόγμα του σοκ ή the panacotta is the message

Είμαι σίγουρη ότι πολλοί από τους επικριτές της επίδικης (γιατί στο ίντερνετ δεν συζητάμε, δικάζουμε) δράσης έχουν προσπεράσει πολλάκις στο δρόμο εθελοντές μιας περιβαλλοντικής οργάνωσης που ζητούν «λίγο από το χρόνο σας για μια ενημέρωση». Αναρωτιέμαι πόσοι εξ αυτών αναζητούν σε συστηματική βάση περιβαλλοντικά νέα.

Η θλίψη και η υπαρξιακή αγωνία που προκαλεί η ρύπανση του περιβάλλοντος και μια επικείμενη καταστροφή του πλανήτη έχει όνομα: eco grief. Μια συνειδητή, ενεργητική άγνοια και αποφυγή του προβλήματος, ακόμη και η αγνωστολογία (σ.σ. μετάφραση δική μου από την αγγλική λέξη agnotology), μπορούν να αποβούν ανακουφιστικές μπροστά στην αίσθηση πλήρους απώλειας ελέγχου για το μέλλον του περιβάλλοντος.

Όπως παρατηρεί η Άντζελα Δημητρακάκη, «διάβασα πραγματικά συγκινητικές αναρτήσεις αυτές τις μέρες για την ιερότητα της τέχνης και την αίθουσα τέχνης ως τελευταίο καταφύγιο, μακριά από τον τρόμο και την χυδαιότητα της αγοράς ‘εκεί έξω’, μακριά από την γραφειοκρατία, από τον καφκικού επιπέδου έλεγχο της ζωής μας. Είναι λογικό και αναμενόμενο να αναζητούμε έναν ύστατο αγνό τόπο και χρόνο – τη φύση ή την τέχνη».

Συνεπώς, όταν κάθε άλλο μέσο ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης αποτυγχάνει, η πρόκληση σοκ μπορεί να διαβαστεί ως μιαν απεγνωσμένη, απέλπιδα προσπάθεια. Και, κατά μια έννοια, το σοκ που μας προκαλεί ο βανδαλισμός ενός έργου τέχνης που μέχρι πρότινος δεν μας απασχολούσε καν, συμβολίζει επακριβώς τη δυσφορία που θα έπρεπε να αισθανόμαστε για την καταστροφή του πλανήτη.

 Το σοκ, είναι, μεταξύ άλλων, το ίδιο το μήνυμα, καθώς δεν υπάρχει ευχάριστος τρόπος να προμηνύσει κανείς το τέλος.

Εφορμώντας από αυτή τη βάση, ο Andreas Malm στο βιβλίο του How to Blow Up a Pipeline υποστηρίζει πως κάναμε ό,τι μπορούσαμε ειρηνικά, μέσα από καμπάνιες, μαζικές πορείες διαμαρτυρίας, συλλογές υπογραφών (petitions) και δικαστικές διαμάχες, χωρίς όμως να επιφέρουμε τα επιθυμητά αποτελέσματα, καθώς ο πλανήτης ακόμη κινδυνεύει.

Ήρθε συνεπώς, η ώρα να κλιμακώσουμε τη δράση μας.

Υπάρχει ένας ειδικός όρος που περιγράφει τη συστημική βία των περιβαλλοντικών εγκλημάτων σε βάθος χρόνου, που είναι η «αργή βία» (slow violence). Ο Rob Nixon, που επινόησε τον όρο, στο βιβλίο του με τίτλο Slow Violence and the Environmentalism of the Poor, περιγράφει το slow violence ως «μια βία που εκδηλώνεται σταδιακά και είναι αθέατη, μια βία αργοπορημένης καταστροφής που είναι διασκορπισμένη στο χρόνο και στο χώρο, μια βία που συνήθως δεν θεωρείται καθόλου βία».

Όπως εξηγεί ο ίδιος, «η βία γίνεται συνήθως αντιληπτή ως ένα γεγονός ή μια ενέργεια που είναι άμεση χρονικά, εκρηκτική και θεαματική σε χώρο, και ως έκρηξη σε στιγμιαία εντυπωσιακή ορατότητα. Χρειάζεται, πιστεύω, να ασχοληθούμε με ένα διαφορετικό είδος βίας, μια βία που δεν είναι ούτε θεαματική ούτε στιγμιαία, αλλά μάλλον σταδιακή και αυξανόμενη, με ολέθριες επιπτώσεις σε διάφορες χρονικές κλίμακες. Με τον τρόπο αυτό, πρέπει επίσης να αντιμετωπίσουμε τις αναπαραστατικές, αφηγηματικές και στρατηγικές προκλήσεις που θέτει η σχετική αορατότητα της αργής βίας. Η κλιματική αλλαγή, η απόψυξη της κρυόσφαιρας, τα τοξικά απόβλητα, η βιομεγέθυνση, η αποψίλωση των δασών, ή τα ραδιενεργά επακόλουθα των πολέμων, η οξίνιση των ωκεανών και ένα πλήθος άλλων περιβαλλοντικών καταστροφών που εκτυλίσσονται αργά παρουσιάζουν τρομερά εμπόδια στην αναπαράσταση, τα οποία μπορούν να παρακωλύσουν τις προσπάθειές μας να κινητοποιηθούμε και να δράσουμε αποφασιστικά».

Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τη μανία του κοινού για τα έργα τέχνης στην προκειμένη περίπτωση σχεδόν ειδωλολατρική, και αυτό εν μέρει ισχύει, όμως περισσότερο φανερώνει έναν λανθάνοντα φόβο και μιαν αίσθηση απειλής για την ύπαρξη του κόσμου όπως τον γνωρίζουμε, με τα σημεία πολιτιστικής κληρονομιάς να παίζουν έναν ρόλο καθησυχαστικό, γιατί εκτός από σύμβολα αισθητικής, πλούτου και δύναμης, αποτελούν επίσης σύμβολα σταθερότητας, διαχρονικότητας. Η λανθάνουσα σκέψη είναι πως αν σήμερα χάσουμε εναν Βαν Γκογκ, έναν Μονέ κι έναν Πικάσο, έργα που προστατεύονται σαν σύγχρονοι θησαυροί, αύριο θα μπορούσαμε να χάσουμε πολύ περισσότερα.

Andy Beckett πολύ εύστοχα γράφει στη Guardian πως «αν τώρα είστε εξοργισμένοι με την XR και την Just Stop Oil, φανταστείτε πόσο αποδιοργανωτική θα σας φανεί η κλιματική κατάρρευση». Ο δε Γιώργος Μάντζιος σημειώνει ότι «ως μορφή πολιτικής διαμαρτυρίας, η καταστροφή ενός αγάλματος [σ.σ. ή ενός έργου τέχνης γενικότερα] ισοδυναμεί με μια χειρονομία ξεσκεπάσματος».

Όταν μας δείχνουν το δάσος, οφείλουμε να εξετάσουμε τα κίνητρά μας γύρω από την επιμονή μας να βλέπουμε μονάχα το δέντρο. Κανένα έργο τέχνης δεν θα έχει σημασία μπροστά στην υπαρκτότατη απειλή αφανισμού μας.

Όσο κι αν στρουθοκαμηλίζουμε λοιπόν, η άβυσσος αργά ή γρήγορα θα απλώσει το βλέμμα της πάνω μας.

12
9
2
1
1

Tα σχόλια είναι προσβάσιμα μόνο στα μέλη της Womanlandia. Για να γίνετε μέλος, πατήστε εδώ.