Πολλά μνημειώδη πράγματα έχουν γραφτεί για τη Nicole Krauss. Οι Financial Times την έχουν χαρακτηρίσει «µία από τις σπουδαιότερες µυθιστοριογράφους της εποχής», ενώ οι New York Times τη θεωρούν «µία από τις σηµαντικότερες Αµερικανίδες συγγραφείς που προκάλεσε διεθνή λογοτεχνική αίσθηση». Η Αμερικανίδα συγγραφέας έχει κάνει τρομερή αίσθηση τόσο σε κοινό, όσο και σε κριτικούς, με βιβλία της όπως το Δάσος Σκοτεινό να γίνονται διεθνή best seller, και την ίδια να αποσπά ή να είναι φιναλίστ για σημαντικά διεθνή λογοτεχνικά βραβεία, όπως το Orange Prize, το National Book Award, το Saroyan και το Prix du Meilleur Livre Etranger. Στα Ελληνικά, τα βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ.
Συναντηθήκαμε στην Τεχνόπολη την τελευταία Κυριακή του Μαρτίου 2026, στο πλαίσιο του 1ου Διεθνούς Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας, στο οποίο ήταν ομιλήτρια και δίδαξε ένα συγγραφικό masterclass για επιλεγμένο κοινό. Ξεχώρισα την αμεσότητα και τη ζεστασιά της, και είμαι σίγουρη ότι θα τις αισθανθείτε κι εσείς διαβάζοντας την ολιγόλεπτη συζήτησή μας.

—Το έργο σας συχνά διασχίζει χώρες και πολιτισμούς. Πώς έχει διαμορφώσει η δική σας αίσθηση εκτοπισμού ή και ανήκειν τα λογοτεχνικά σύμπαντα που δημιουργείτε;
Αυτή είναι μια εξαιρετική ερώτηση και εδράζεται στον πυρήνα της δουλειάς μου. Νομίζω πως, επειδή οι παππούδες και οι γιαγιάδες μου ήταν όλοι πρόσφυγες ή μετανάστες από την Ευρώπη, και οι γονείς μου επίσης προέρχονταν από διαφορετικά μέρη τα οποία τελικά εγκατέλειψαν, δεν είχα ποτέ καμία αίσθηση σπιτιού ή ότι προέρχομαι από έναν και μόνο τόπο. Έτσι, δεν καταλαβαίνω πραγματικά τα σύνορα. Δεν καταλαβαίνω πραγματικά την εθνικότητα. Καταλαβαίνω, βέβαια, λίγο περισσότερο τι σημαίνει να ανήκεις σε έναν τόπο ή σε έναν πολιτισμό, επειδή έχω την ενοποιητική αρχή μιας εβραϊκής κουλτούρας από την οποία προέρχεται η οικογένειά μου. Αυτό το κατανοώ καλύτερα. Αλλά νομίζω πως η επιθυμία για ένα σπίτι, και πιο φιλοσοφικά, η επιθυμία για μια αίσθηση συνοχής ως σύνολο, είναι μια πολύ ανθρώπινη λαχτάρα, σωστά; Και έτσι, πιστεύω ότι στο έργο μου όλα τα μυθιστορήματά μου είναι πολυφωνικά. Έχουν πολλές φωνές. Όπως επεσήμανες, υπάρχουν πολλά κομμάτια που προσπαθώ να υφάνω μαζί. Πάντα προσπαθώ να υφαίνω διάφορα θραύσματα μαζί, προς ένα σύνολο. Υπάρχει αυτή η βαθιά λαχτάρα για την ικανοποίηση της συνοχής. Και αυτό μού δίνει μια αίσθηση σπιτιού. Όταν συμβαίνει αυτό, εκείνη η καταπληκτική στιγμή στο βιβλίο όπου όλα τα μέρη που δεν πίστευες ότι θα ενωθούν τελικά ενώνονται, και ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι «ουάου, μπορώ να το δω», νιώθω μεγάλη ικανοποίηση. Δεν μπορώ καν να περιγράψω πώς είναι ένα σύνολο, αλλά νιώθω την ολότητά του. Προς αυτή την κατεύθυνση γράφω.
—Έχετε μιλήσει για τη γραφή ως μια διαδικασία ανακάλυψης και όχι ελέγχου· έχετε πει συγκεκριμένα ότι η γραφή είναι το ταξίδι σας προς το άγνωστο. Μπορείτε να περιγράψετε μια στιγμή κατά την οποία ένας χαρακτήρας ή μια ιστορία σάς εξέπληξε και άλλαξε την πορεία του έργου σας;
Πάντα. Πραγματικά, αυτοσχεδιάζω πλήρως. Ξεκινώ με μια πρόταση που με ενδιαφέρει, έναν ρυθμό, ένα groove. Αν κάτι έχει ρυθμό, με τραβάει αυτή η φωνή· με συναρπάζει. Δεν έχω καμία ιδέα πού με οδηγεί. Σε τι πρόκειται να εξελιχθεί αυτό το πρόσωπο; Γιατί με ενδιαφέρει αυτό το πρόσωπο; Τι δυνατότητες μου δίνει για να διευρύνω την αίσθηση της ύπαρξής μου; Πάντα εκπλήσσομαι. Μερικές φορές με προδίδουν, κι αυτό είναι επίσης μέρος της γραφής. Νομίζεις ότι πηγαίνεις προς μια κατεύθυνση και συμβαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό. Κάτι που πίστευες ότι υποστήριζες μέσα στο έργο υπονομεύεται από κάτι άλλο. Και είμαι προετοιμασμένη γι’ αυτό. Νομίζω ότι η γραφή είναι πάντα μια αναζήτηση. Προσκαλείς τον αναγνώστη να έρθει μαζί σου σε αυτή τη διαδικασία αναζήτησης, ανακάλυψης και βαθιάς αμηχανίας, γιατί υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα, και δεν πρόκειται να υπάρξουν στιγμές τύπου δέσαμε τα πάντα μεταξύ τους τακτικά, τα καταλάβαμε όλα, τώρα ξέρουμε την απάντηση. Όχι, είμαστε μαζί σε αυτό το ταξίδι. Και αυτό είναι που το κρατά συναρπαστικό για μένα. Αν ήξερα πού πηγαίνω και πού θέλω να σε οδηγήσω, εσύ θα είχες ήδη βαρεθεί κι εγώ θα ήμουν απογοητευμένη.
Μερικές φορές, όταν ένα βιβλίο δεν είναι πολύ καλό, ή ένας συγγραφέας δεν είναι πολύ καλός, νιώθουμε ότι μας χειραγωγούν. Νιώθουμε ότι κάποιος μάς έχει περάσει λουρί και μας τραβάει, λες και είμαστε σκύλος, προσπαθώντας να μας διδάξει και να μας δείξει: «Κοίτα, τώρα δες αυτό που βλέπω εγώ». Όχι, για μένα, μια τέτοια προσέγγιση δεν λειτουργεί.
—Αν αυτό για το οποίο πρόκειται να γράψετε δεν είναι σαφές σε εσάς την ίδια από την αρχή, παίζει η πρόθεση κάποιον ρόλο στο έργο σας;
Νομίζω ότι υπάρχουν κάποιες γενικές αρχές πρόθεσης, της προθετικότητας, όπως αυτή που μόλις περιέγραψα. Στη δική μου γραφή, θα υπάρχουμε μέσα σε μια κατάσταση αβεβαιότητας. Θα θέτουμε ερωτήματα. Αλλά πέρα από αυτό, όσον αφορά την πρόθεση, δεν γνωρίζω ποτέ για ποιο πράγμα γράφω. Δεν έχω προκαθορισμένα τα θέματα μου. Πολύ συχνά, μια ερώτηση από δημοσιογράφους είναι: «Ποια είναι τα θέματά σας;» Αργότερα, όταν το έργο έχει ολοκληρωθεί και απομακρυνόμαστε από αυτόν τον κόσμο που έχουμε δημιουργήσει, αποκτούμε μια κάποια αίσθηση, λέμε «εντάξει, αυτό ήταν τελικά εκείνο για το οποίο έγραφα όλα αυτά τα χρόνια». Και όσο το γράφεις, μια αυξανόμενη επίγνωση αυτού διαμορφώνεται. Αλλά όχι, δεν ξεκινώ με μια συγκεκριμένη πρόθεση.
—Πώς στέκεστε απέναντι στην αβεβαιότητα ή την αμφιβολία όταν γράφετε; Είναι κάτι στο οποίο αντιστέκεστε ή κάτι στο οποίο βασίζεστε για τη γραφή σας;
Όπως είπα, αυτοσχεδιάζω. Γράφω βιβλία όπως τα διαβάζετε, με αυτή τη σειρά. Δηλαδή, δεν γράφω πολλές σελίδες και μετά τις κόβω. Γράφω πολύ αργά. Και κάθε πρόταση την ξαναδουλεύω, τη συνθέτω. Οπότε, αφαιρώ από κάθε πρόταση την ώρα που τη γράφω. Δεν μου αρέσει το περιττό. Κάθε λέξη είναι εξαιρετικά προσεκτικά επιλεγμένη. Όχι μόνο ως προς το νόημα, αλλά πρωτίστως ως προς τον ρυθμό. Γι’ αυτό και είναι δύσκολο να μεταφραστεί. Σκέφτομαι πραγματικά τη μουσικότητα της πρότασης. Πώς αισθανόμαστε ως αναγνώστες το ρυθμό. Πώς λειτουργεί σε σχέση με την προηγούμενη πρόταση. Μέσα στο σώμα, μέσα στην αναπνοή. Και έτσι, δεν υπάρχει τίποτα περιττό. Ακόμη και ένα κόμμα, αν μπορεί να φύγει, φεύγει. Και μετά προχωρώ. Και στο τέλος κάθε μέρας, επιστρέφω στην αρχή του βιβλίου. Κατά τη διάρκεια των πρώτων έξι ή επτά μηνών, επιστρέφω ξανά και ξανά στην αρχή. Περνάω το κείμενο εξονυχιστικά, ξανά και ξανά. Έτσι προσεγγίζω κάθε σελίδα μέχρι να φτάσω στο τέλος. Και τότε έχει τελειώσει. Καμία επιμέλεια, καμία περαιτέρω επεξεργασία.
—Πρέπει να κάνετε τη δουλειά του επιμελητή σας πολύ εύκολη (γέλια).
Δεν είχα ποτέ. Επίσης, στην Αμερική οι εκδοτικοί οίκοι λειτουργούν διαφορετικά. Δεν είναι όπως στην Ελλάδα, όπου μπορείς να έχεις σταθερότητα σε έναν εκδοτικό οίκο. Στην Αμερική οι εκδόσεις διέπονται από μία εταιρική κουλτούρα. Ο επιμελητής σου απολύεται. Αυτός ο εκδότης συγχωνεύεται με κάποιον άλλον. Έτσι, δεν είχα ποτέ αυτή την εμπειρία. Έμαθα να είμαι συγγραφέας χωρίς επιμελητή.

—Ας μιλήσουμε για ορισμένες θεματικές που εμφανίζονται στο έργο σας. Τα μυθιστορήματά σας, ιδιαίτερα το Η Ιστορία Ενός Έρωτα, εξερευνούν τη μνήμη ως κάτι εύθραυστο αλλά και καθοριστικό. Βλέπετε τη μνήμη ως κάτι που διατηρούμε ή ως κάτι που, ακριβώς επειδή είναι εύθραυστο, το επανεφευρίσκουμε διαρκώς;
Νομίζω το δεύτερο. Στην πραγματικότητα, πριν από περίπου δέκα ή δώδεκα χρόνια, γνώρισα κάποια που έγινε μία από τις καλύτερές μου φίλες, η οποία είναι νευροεπιστημόνισσα με εξειδίκευση στη μνήμη. Γνωριστήκαμε πάνω στη σκηνή· κάποιος μας κάλεσε να μιλήσουμε για τη μνήμη. Και μετά από αυτό, έγινα η πρώτη συγγραφέας με residency στο Ινστιτούτο Νευροεπιστημών του Πανεπιστημίου Columbia, όπου εκείνη είναι διευθύντρια. Έτσι, έμαθα πολλά για τη μνήμη. Αρχικά διάβαζα γι’ αυτήν και έπειτα έγραφα πιο ενστικτωδώς· και μετά έμαθα ακόμη περισσότερα. Και φυσικά, όλοι γνωρίζουμε ότι η μνήμη δεν είναι μια καταγραφή, αλλά αλλάζει διαρκώς. Είναι οργανική. Το παρατηρώ ακόμη και στο έργο μου. Δεν ξαναδιαβάζω τα βιβλία μου, αλλά πού και πού τα ανοίγω απλώς για να δω τι υπάρχει μέσα μέσα. Όταν άνοιξα κάποια στιγμή το Όταν όλα καταρρέουν, ανακάλυψα ότι ήξερα τόσα πολλά για το Λονδίνο και την Οξφόρδη, τα οποία τώρα δεν θυμάμαι. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι ήξερα τόσα πράγματα που αργότερα ξέχασα. Η μνήμη μου είναι απαίσια. Δεν μπορώ να θυμηθώ τα παιδικά μου χρόνια. Ακόμη και ο σύντροφός μου μού λέει συνεχώς: «Θυμάσαι τότε που πήγαμε στη Σικελία;» Κι εγώ απαντώ: «Όχι. Δεν θυμάμαι. Συγγνώμη» (γέλια). Και πρέπει να μου θυμίζει διαρκώς. Αλλά ξέρω ότι θα έπρεπε να στεναχωριέμαι, γιατί είναι πράγματι λυπηρό. Δεν θυμάμαι τόσα πολλά πράγματα από τα παιδικά χρόνια των παιδιών μου.
Αλλά πιστεύω πως υπάρχει κάτι υπέροχο στον δημιουργικό τρόπο με τον οποίο θυμόμαστε και ξεχνάμε ό,τι χρειάζεται, για να δημιουργήσουμε τον εαυτό μας. Το πραγματικό μας έργο, με αυτή την έννοια, είναι να επινοούμε τον εαυτό μας και να επινοούμε τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να προχωρήσουμε προς το μέλλον. Και όσο κι αν έχω εμμονή με την επεξεργασία του παρελθόντος, με ενδιαφέρει πάντοτε να προχωρούμε μπροστά ως άνθρωποι. Ως ανθρώπινα όντα, πρέπει να αναρωτιόμαστε: «Τι ακολουθεί; Πώς μπορούμε να γίνουμε πιο ελεύθεροι; Πώς μπορούμε να διευρύνουμε τον εαυτό μας;». Έτσι, κοιτάζω μπροστά, που είναι και αυτό που κάνει η μνήμη. Η μνήμη δεν αφορά το παρελθόν. Αφορά το πώς μπορούμε να σχεδιάσουμε το μέλλον. Πλέον κατανοούμε πώς λειτουργεί στον ιππόκαμπο. Έχει επίσης να κάνει με τη χαρτογράφηση του μέλλοντος. Οπότε, νομίζω ότι είναι πραγματικά συγκινητική αυτή η ιδέα, ότι η μνήμη προσπαθεί να μας βοηθήσει να γίνουμε αυτό που χρειάζεται να γίνουμε, αντί απλώς να λειτουργεί ως ένα δοχείο για τη διατήρηση του παρελθόντος. Κάτι που, τελικά, είναι λυπηρό.
—Στην ιστορία σας «Amour», από το βιβλίο σας Τι σημαίνει να είσαι άντρας, κατά τη δική μου ερμηνεία, η αγάπη παρουσιάζεται ως μια ιστορική αναγκαιότητα. Σε ποιο βαθμό πιστεύετε ότι οι επιλογές που κάνουμε στον έρωτα είναι πραγματικά δικές μας;
Δεν πιστεύω στην απλοϊκή έννοια της μοίρας. Έχοντας αγαπήσει ανθρώπους στο παρελθόν, έχω κάποιες φορές αισθανθεί την πιθανότητα της ψυχής. Γιατί έχω νιώσει ότι πρόκειται για μια ψυχή που αναγνωρίζω από μια άλλη εμπειρία ζωής ή από μια άλλη εμπειρία κόσμου. Έχω βιώσει αυτό το αίσθημα ότι συναντώ κάτι, έναν άνθρωπο που αναγνωρίζω.
Επίσης, σε σχέση με την ιστορική αναγκαιότητα για παράδειγμα, ο σύντροφός μου, όπως κι εγώ, είναι από παντού. Η οικογένειά του προέρχεται από τη Βαγδάτη, το Χαλέπι, τη Συρία, τη Βηρυτό, τη Σλοβακία και το Μόντρεαλ. Είναι από τόσα πολλά μέρη. Αυτό που καταλαβαίνουμε ο ένας στον άλλον είναι ότι βρισκόμαστε διαρκώς σε κίνηση. Και όπου κι αν βρισκόμαστε, κοιτάζουμε γύρω μας, προσπαθώντας να γίνουμε μέρος αυτού του τόπου. Αμέσως. Είναι ενστικτώδες. Δεν είναι συνειδητό. Αλλά υπάρχει κάτι στο νου του πρόσφυγα, του ανθρώπου της διασποράς, που γοητεύεται από το νέο τόπο και τη δυνατότητα για σωτηρία και μεταμόρφωση. Αλλά υπάρχει και μια επιθυμία να ενταχθεί σε αυτόν. Πώς μπορείς να γίνεις μέρος του κοινωνικού υφάσματος; Έτσι, το γεγονός ότι έχουμε αυτή την κατανόηση, ότι μοιραζόμαστε αυτή την ανήσυχη ποιότητα, αφού και οι δύο ταξιδεύουμε συνεχώς, είμαι σίγουρη ότι μας έφερε κοντά. Ακόμη κι όταν ερωτευόμαστε κάτι που είναι εντελώς άλλο σε σχέση με εμάς, ακόμη και τότε, οδηγούμαστε εκεί μέσα από μια εσωτερική διαδικασία.
—Υπάρχει κάποιο μικρό, καθημερινό τελετουργικό που βοηθά τη συγγραφική σας πρακτική;
Δουλεύω πάντα το πρωί. Όσο πιο φρέσκο είναι το συνειδητό μου μυαλό, τόσο πιο κοντά βρίσκομαι στη ζωή του ονείρου, σε εκείνη τη στιγμή πριν ξυπνήσει ο κριτικός εαυτός. Όσο βρίσκεσαι ακόμη κοντά στο ασυνείδητο, αυτό είναι πάντα το καλύτερο για μένα. Είμαι πολύ πειθαρχημένη στη δουλειά. Ωστόσο, παλαιότερα ήμουν υπερβολική. Δεν σηκωνόμουν από το γραφείο όταν δεν μπορούσα να γράψω. Με τον καιρό εξελίχθηκα, γιατί κατάλαβα ότι η γραφή έχει να κάνει και με το να βρίσκεσαι μέσα στον κόσμο. Είναι πράγματι ειρωνικό ότι απομακρυνόμαστε από τον κόσμο, βυθιζόμαστε στη μοναξιά, ενώ προσπαθούμε να γράψουμε για άλλους ανθρώπους και για το να βρίσκεται κανείς μέσα στον κόσμο. Συνειδητοποίησα ότι αυτή η σύγκρουση χρειάζεται κάποια επίλυση, και η λύση είναι να επιστρέφεις διαρκώς τον εαυτό σου στον κόσμο. Τώρα, όταν έχω μια πρόσκληση να ταξιδέψω κάπου, την αποδέχομαι. Όταν μπορώ να ταξιδέψω, αφήνω τη δουλειά στην άκρη και ταξιδεύω.
Επίσης, πηγαίνω μία βόλτα. Το περπάτημα σού επιτρέπει να σκέφτεσαι. Τη στιγμή που «κολλάς», πας μια βόλτα, ταξιδεύεις. Κινείσαι. Και τότε αρχίζει να έρχεται. Χρειάζομαι πολλά ερεθίσματα. Πρέπει να δω πίνακες ζωγραφικής. Πρέπει να δω ταινίες. Πρέπει να μιλήσω με ανθρώπους. Πρέπει να διαβάσω πράγματα. Αλλιώς, μπλοκάρω. Δεν μπορώ να δημιουργήσω από το κενό, καθόλου. Όσο μεγάλωνα και έγραφα περισσότερο, έμαθα ότι κι αυτό είναι μέρος της διαδικασίας μου. Όχι μόνο το να κάθομαι στο γραφείο και να ενώνω λέξεις. Η ικανότητα της γραφής είναι ένας μυς. Πρέπει συνεχώς να τον διατηρείς σε φόρμα. Ένα μέρος αυτού είναι το γράψιμο. Και ένα άλλο μέρος είναι το διάβασμα. Τότε έχεις μια εισροή γλώσσας, σαν μια συγγραφέα που έχει πλούσια υφή στη γλώσσα της και δημιουργεί συνδέσεις. Είναι σαν να σπινθηρίζουν οι νευρικές συνάψεις σου όταν διαβάζεις. Και το αντικατοπτρίζεις αυτό στη γραφή. Οπότε, παίρνεις λίγη από αυτή την καλή ενέργεια (γέλια). Μερικές φορές ακούω συγγραφείς να λένε «δεν διαβάζω όταν γράφω», και δεν μπορώ καθόλου να το καταλάβω. Ένα από τα πλεονεκτήματα του να γράφω στο σπίτι είναι ότι έχω τόσα πολλά βιβλία και τα ανοίγω όποτε θέλω. Η γλώσσα ρέει. Δεν είμαι μόνο εγώ που τη δημιουργώ.
Επίσης, νομίζω ότι αυτή η διαδικασία ανανεώνει την επιθυμία σου να ανήκεις στον λογοτεχνικό κόσμο. Μερικές φορές σκέφτεσαι: «Γιατί το κάνω αυτό; Είναι απογοητευτικό. Είναι μοναχικό. Είναι δύσκολο». Και πιάνεις ένα βιβλίο που σου αρέσει. Και είναι μια πρόσκληση για να επιστρέψεις. Μια υπενθύμιση του γιατί θέλεις να βρίσκεσαι εκεί, γιατί συμμετέχεις.

—Τέλος, αφού ολοκληρώσετε ένα μυθιστόρημα, τι είναι αυτό που τείνει να παραμένει περισσότερο μαζί σας σαν επίγευση, όπως χαρακτήρες ή αισθήσεις;
Αυτή είναι μια καλή ερώτηση. Ξέρεις, μόλις τελείωσα ένα μυθιστόρημα, πριν από περίπου τέσσερις μέρες. Οπότε τώρα, πολλά παραμένουν. Αυτό είναι το έκτο βιβλίο που έγραψα. Καθένα από τα βιβλία μου αποτυπώνει μια στιγμή στη ζωή μου. Πέντε χρόνια από κάτι. Από το να ζεις, από το να κατανοείς. Για μένα, τα βιβλία είναι σαν φάσεις ύπαρξης. Φάσεις της εσωτερικής ζωής. Έτσι τα σκέφτομαι.
Το πρώτο μου βιβλίο μιλούσε για το πώς είναι να είσαι 25 χρονών. Το έγραψα όταν ήμουν 25. Ο 25χρονος εαυτός μου είναι αποτυπωμένος σε αυτές τις σελίδες. Θυμάμαι τον εαυτό μου μέσα από εκείνη την εποχή. Και, όπως σου είπα, δεν ξαναδιαβάζω τα βιβλία μου, αλλά ξέρω ότι βρίσκεται εκεί και ποια ήταν στα 25. Τα βιβλία μου είναι κάπως έτσι. Είναι σαν παλιοί εαυτοί που συμμετέχουν σε αυτό το αρχείο των παρελθοντικών εαυτών. Έχουν αυτή τη δύναμη. Ίσως γι’ αυτό δεν θέλω να τα διαβάζω. Δεν είναι ότι ντρέπομαι γι’ αυτά· απλώς μου πέφτει βαρύ. Η γραφή είναι ένας τρόπος γίγνεσθαι. Κατά μία έννοια, όταν τελειώνεις ένα μυθιστόρημα, εκείνο το κομμάτι του εαυτού σου έχει ήδη γεννηθεί. Και τότε είναι δική σου δουλειά να γίνεις κάτι άλλο.
Τα βιβλία της Nicole Krauss κυκλοφορούν στα Ελληνικά από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ.
Τα σχόλια είναι προσβάσιμα μόνο στα μέλη της Womanlandia. Για να γίνετε μέλος, πατήστε εδώ.
