Όταν μια γυναίκα καταγγέλλει δημόσια το βιασμό της, άθελά της φωτογραφίζει ένα στιγμιότυπο. Αποτυπώνει το χώρο, το χρόνο και τις αντιδράσεις των παρευρισκόμενων, απαθανατίζοντας μία-μία τις εκφράσεις στο πρόσωπό τους. Ελάχιστη σημασία έχει εάν οι εκφράσεις αυτές είναι αυθόρμητες, γιατί ακόμη κι ο εαυτός που επιλέξαμε να παρουσιάσουμε σε πρώτο χρόνο μια δεδομένη στιγμή αποτελεί κομμάτι της ευρύτερης εικόνας που οφείλουμε να εξετάσουμε πολιτικά.
Πριν μερικές ημέρες, μια γυναίκα κατήγγειλε μέσω ανάρτησης στο Indymedia το βιασμό και την εκμετάλλευση που υπέστη εξακολουθητικά από άνδρα ιδιαιτέρως γνωστό για την κινηματική και αντισεξιστική του δράση, αποφεύγοντας να τον κατονομάσει επώνυμα. Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε σε έναν κινηματικό και αυτόνομο διαδικτυακό χώρο, και αυτό αποτελεί μια ιδιαιτέρως συνειδητή επιλογή που είναι καθοριστική για το πώς θα αξιολογήσουμε το μετέπειτα. Η καταγγέλλουσα δηλαδή με τη συγκεκριμένη ενέργεια δεν επεδίωξε να καταστήσει τον κακοποιητή της υπόλογο σε έναν φυσικό δικαστή, αλλά να φέρει τον ίδιο και τη συμπεριφορά του ενώπιον της κρίσης ενός πολιτικού χώρου που ασπάζεται συγκεκριμένα ιδανικά. Ο καταγγελλόμενος «Μ.» συνεπώς δεν παραβιάζει απλώς το νόμο ενός κράτους, αλλά πρωτίστως τους ηθικούς κανόνες του πολιτικού χώρου εντός του οποίου δραστηριοποιείται και αποκτά καταξίωση.
Εν προκειμένω, ο πήχης ανάλυσης και απόδοσης δικαιοσύνης ξεπερνά τα όρια της αστικής δικαιοσύνης, καθώς ο τρόπος με τον οποίο το «κίνημα» θα προσεγγίσει την καταγγελία φανερώνει τον τρόπο που αντιλαμβάνεται την ισότητα και τη δικαιοσύνη, και τις τυχόν εναλλακτικές που έχει επινοήσει σε σχέση με τον υπάρχοντα νομικό πολιτισμό, τον οποίο άλλωστε απορρίπτει. Η ποιότητα μιας πολιτικής θέσης πρέπει να αξιολογείται και από το πώς προσεγγίζει και εφαρμόζει στην πράξη τις δικές της αρχές ηθικής και δικαιοσύνης. Αν ένας χώρος, είτε μιλάμε για μια συνέλευση, είτε για μια μεγαλύτερη διαδικτυακή συζήτηση, βραχυκυκλώνει μπροστά σε μία απλή καταγγελία βιασμού, τότε έχει αποτύχει στη δημιουργία στοιχειωδών εργαλείων απόδοσης δικαιοσύνης.
Από αυτή την άποψη, το σύνολο του προοδευτικού τόξου έχει αποτύχει. Κανένα αναρχικό, μαρξιστικό, κουήρ ή φεμινιστικό εργαλείο αναδύθηκε ώστε αυτή η καταγγελία να οδηγηθεί σε πολιτική επεξεργασία. Απεναντίας, η καταγγελία εργαλειοποιήθηκε ώστε να προβάλει ο καθένας τα δικά του φαντασιακά για το ποιος είναι και τι πρεσβεύει, είτε μιλάμε για άντρες που διεκδικούν κάποιο παράσημο επειδή αναγνωρίζουν την ύπαρξη της κουλτούρας του βιασμού, είτε για εκείνους που έπαιξαν ξανά την κασέτα της ποινικοποίησης του φλερτ, είτε για κουήρ άτομα που έσπευσαν να υπερασπιστούν το BDSM. Η φωτογραφία που τράβηξε η καταγγέλλουσα με όλες και όλους εμάς δεν είναι ιδιαίτερα κολακευτική, γιατί η δικαιοσύνη που έχουμε να της προσφέρουμε δεν εστιάζει καν στην ίδια και την επούλωσή της. Κανείς δεν ζήτησε τις διακηρύξεις πεποιθήσεων στις οποίες προβήκαμε με τόση ζέση, γιατί αυτές δεν είναι τίποτε περισσότερο από μία ναρκισσιστική επιβεβαίωση της ευφυΐας και της ηθικής μας ανωτερότητας. Απαντήσαμε στην καταγγελία ενός βιασμού, σε ένα κείμενο με σαφή απεύθυνση και παραλήπτη, με φιλαυτία. Ο βιασμός της διπλανής μας έγινε ένα βάθρο αυτοπροβολής.
Στην πραγματικότητα, ο λόγος που ασχοληθήκαμε με τη συγκεκριμένη καταγγελία ήταν το πρόσωπο του δράστη. Τόσο το Indymedia, όσο και φεμινιστικές και κουήρ συλλογικότητες δημοσιεύουν συχνά πυκνά παρόμοιες καταγγελίες έμφυλης βίας που συστηματικά πηγαίνουν στα αζήτητα, γιατί ο τρόπος που ακόμη κι εμείς αντιλαμβανόμαστε τη δικαιοσύνη περιστρέφεται φετιχιστικά γύρω από το δράστη, την ταυτότητά του, τα ψυχολογικά και τα βίτσια του, τις αντιδράσεις του, την πολύ σκληρή τιμωρία που πρέπει να του επιβάλουμε πριν ξεχάσουμε παντελώς το περιστατικό. Το «μετά» της δικαιοσύνης μας σταματά στον άντρα κακοποιητή που έτυχε να μην περάσει απαρατήρητος, και όχι στο πώς θα συνεχίσει τη ζωή της μια επιζώσα που βρήκε το θάρρος να ξεστομίσει την αλήθεια. Αυτός είναι ο πρωταγωνιστής της κακοποίησής μας, εμείς είμαστε props στην ίδια μας την ιστορία, η οποία μετατρέπεται σε καμβά των δικών του και των δικών μας παθών.
Η καταγγέλλουσα αυτής της ιστορίας είναι επίσης ένας καμβάς για τις δικές μας ταυτίσεις και προβολές. Η ανωνυμία που επέλεξε να διατηρήσει δεν την προστατεύει μονάχα από τον Μ., αν και νομικά βρίσκεται περισσότερο εκτεθειμένη απ’ όσο πιστεύουμε, αλλά και από εμάς, τις «αδερφές» της. Αναρωτιέμαι εάν θα είχε λάβει από εμάς την ίδια στήριξη στην περίπτωση που είχε κάνει την καταγγελία της επώνυμα, αν και στην πραγματικότητα στοιχηματίζω πως όχι. Η μαζική στήριξη που έλαβε δεν συνέβη παρά την ανωνυμία της, αλλά εξαιτίας της. Εάν γνωρίζαμε ποια είναι, τα κοινωνικά της χαρακτηριστικά, ότι ίσως έχει απόψεις που δεν εγκρίνουμε, αυτόματα θα ενεργοποιούταν τα ανταγωνιστικά μας αντανακλαστικά, αυτά που δεν παραδεχόμαστε ότι έχουμε ακόμη και εντός των ασφαλών μας χώρων.
Η επιλεκτική συμπόνοια απέναντι στο «σωστό» θύμα δεν είναι σπάνια. Ενώ ακόμη η συζήτηση για τον Μ. έφτανε σε σημείο βρασμού, έσκασε σαν βόμβα ο αιφνίδιος θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη. Στον απολογισμό μας αντιδράσαμε λες και έχουμε πάθει συλλογική αμνησία ή δεν θεωρούμε σημαντική την καταγγελία που είχε γίνει εις βάρος του από τον Στέφανο Παπαδόπουλο. Αποκαθηλώνοντας έναν μύθο, αναστηλώνουμε έναν άλλο, με επίκεντρο πάντα το αρσενικό. Η αντίδραση απέναντι στη σεξουαλική βία δεν είναι ζήτημα αρχής, αλλά συγκυρίας, ταύτισης και προσωπικής συμπάθειας.
Γι’ αυτό πολιτικά είμαστε ενδεείς δικαιοσύνης, έρμαια της ίδιας μας της επιφανειακότητας.
Τα σχόλια είναι προσβάσιμα μόνο στα μέλη της Womanlandia. Για να γίνετε μέλος, πατήστε εδώ.
