Please ensure Javascript is enabled for purposes of website accessibility

Η αδιανόητη ιστορία του βάδην: από αμαρτωλός ανθρώπινος ιππόδρομος σε Ολυμπιακό άθλημα

Add to My Favourites

No account yet? Register

Αναδημοσιεύουμε με αφορμή τη νίκη της Αντιγόνης Ντρισμπιώτη, που κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Στίβου και έγινε, στα 38 της, η μεγαλύτερη σε ηλικία αθλήτρια που κερδίζει αυτή τη διάκριση

 

Η πρώτη φορά που το είδα ήταν στο Ζάππειο. Ήμουν 4. Φοβήθηκα. 

Μια κυρία περπάταγε σα πάπια, ολοταχώς προς το μέρος μας. Σφίχτηκα πάνω στην μητέρα μου. Εκείνη γέλασε. “Περπατάει”. “Γιατί περπατάει έτσι;” “Γιατί γυμνάζεται”. 

Σκέφτηκα ότι η κυρία είχε μάλλον πρόβλημα και η μητέρα μου δεν ήθελε να μου το πει γιατί έπρεπε να είμαστε ευγενικοί με τους άλλους. 

Ένα δυο χρόνια μετά, είδα ένα σμήνος απ’αυτούς να περπατάνε έξω απ’το Καλλιμάρμαρο. Αυτή τη φορά προσπάθησα να μιμηθώ το ιδιότυπο περπάτημά τους με λίγη επιτυχία. 

Το “race walking” ή “speed walking” (στα ελληνικά, βάδην) ή, παλαιότερα, “pedestrianism” είναι μια υπόθεση με περίπλοκη ιστορία που συνέβαλλε, σ’ένα μικρό βαθμό, στην οικονομική ανεξαρτησία γυναικών και Αφροαμερικανών. Το οικονομική ανεξαρτησία σε εισαγωγικά, θα εξηγηθώ αμέσως. 

Τα χρόνια τα βικτωριανά, οι πλούσιοι είχαν χρόνο και όχι ίντερνετ. Αυτό τους οδήγησε σε διάφορες εφευρετικές ιδέες όπως το να στοιχηματίζουν ποιος απ’τους υπηρέτες τους (footmen) περπατάει πιο γρήγορα. Συγκεκριμένα μάλιστα, ήταν σύνηθες τα στοιχήματα να μπαίνουν για τους υπηρέτες που συνόδευαν πεζοί τις εν κινήσει άμαξες. Το θέαμα λειτουργούσε με τον τρόπο που λειτουργεί ο ιππόδρομος. Οι κύριοι των υπηρετών ή το πλήθος που παρακολουθούσε διάλεγαν φαβορί κι έτσι το σπορ έλαβε διαστάσεις δημόσιου θεάματος. 

Φεύγουμε απ’τα χούγια των πλούσιων Άγγλων και πεταγόμαστε στις ΗΠΑ γύρω στο 1860. 

Μπαίνουμε σ’ένα εστιατόριο. Δυο άντρες της εργατικής τάξης συνομιλούν. 

Edward Payson Weston: Σιγά μην κερδίσει ο Lincoln.

George Eddy: Άκου που σου λέω. Θα νικήσει. 

EPW: Με τίποτα. Πας στοίχημα; 

GE: Τι στοίχημα; 

EPW: Λοιπόν, θα στοιχηματίσουμε στη νίκη κι όποιος χάσει θα περπατήσει απ’το State House της Βοστώνης ως το Καπιτώλιο στην Ουάσινγκτον. Πρέπει να’χει προλάβει να φτάσει εκεί μέχρι της 4 Μαρτίου που θα ορκιστεί ο νέος πρόεδρος για να παρακολουθήσει την τελετή. Μέσα; 

GE: Μέσα. 

Τι στοιχημάτισαν ακριβώς; Ότι όποιος έχανε θα περπάταγε μέσα σε 10 μέρες 769 χιλιόμετρα. Αυτή είναι η απόσταση που χωρίζει τα δυο σημεία. 

Ο Edward Weston, ο μπαμπάς του σπορ προς το τέλος

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το στοίχημα ήταν λίγο πολύ στην πλάκα, δεν ήταν για να το πάρουν σοβαρά. Μόνο που όταν ο Edward Weston έχασε, αποφάσισε να δει αν μπορούσε να τα καταφέρει.

Κι έτσι, από μια τυχαιότητα, από ένα κατά λάθος, γράφτηκε ιστορία αφού η απόφαση του Weston να περπατήσει θα οδηγούσε, με τον τρόπο της στη δημιουργία ενός νέου ολυμπιακού αθλήματος. 

Ο Weston περπάτησε. Και εκεί έμαθε ότι είχε υπεράνθρωπη αντοχή. Περπάτησε σχεδόν 80 χιλιόμετρα τη μέρα για δέκα μέρες κι έφτασε στο Καπιτώλιο στις 4 Μαρτίου 1861, πέντε ώρες μετά την ορκωμοσία του Lincoln. Δεν κατάφερε να φτάσει έγκαιρα, παρά ταύτα, είχε ήδη καταφέρει ν’αποκτήσει ευρεία φήμη αφού είχε απευθυνθεί σε διάφορους εμπόρους προκειμένου να χρηματοδοτήσει το ταξίδι του. 

Άφησε για λίγο καιρό τη γνώση της αντοχής του στην άκρη, μέχρι που βρέθηκε μπουκωμένος στο χρέος. Έψαξε και βρήκε επαγγελματίες τζογαδόρους, έκλεισε συμφωνίες μαζί τους κι άρχισε να περπατάει ξανά. 

 

Ο Weston και η ανάγκη του να βγει απ’τα χρέη οδήγησαν στη δημιουργία ενός τεράστιου θεσμού το 1870. Εξαήμερους αγώνες περπατήματος ταχύτητας. Οι περιπατητές έπρεπε να περπατούν έξι συνεχόμενες ημέρες και κέρδιζε αυτός που έκανε τη μεγαλύτερη απόσταση. 

Τα ποσά που δίνονταν στους νικητές ήταν κανονικές περιουσίες επομένως η φτωχολογιά είχε μια νέα ελπίδα να ξεφύγει απ’τη φτώχεια ενώ παράλληλα, η λατρεία του κοινού προς το σπορ έκανε τους περιπατητές ιδιαιτέρως αγαπητούς. Για να καταλάβετε, το 1877, 70.000 άτομα στοιχημάτισαν σε αγώνα της εποχής. 

Διαφήμιση αγώνα

 

Το 1879 πραγματοποιήθηκαν οι πρώτοι αγώνες γυναικών. Κέρδισε η μοδίστρα Bertha Von Berg που πραγματοποίησε 599 χιλιόμετρα σε έξι μέρες που σημαίνει ότι περπάτησε σχεδόν 100 χιλιόμετρα τη μέρα. 

Από κει και πέρα, το αγωνιστικό περπάτημα καθιερώθηκε κι έγινε πολύ κερδοφόρα επιχείρηση που έδωσε ευκαιρίες σε Αφροαμερικανούς και γυναίκες να βγάλουν σημαντικές περιουσίες που δεν θα τις έβλεπαν αλλιώς. Θυμίζω, για να δώσω κόντεξτ, ότι τη δεκαετία του 1880 μετράμε κάθε χρόνο λιντσαρίσματα όπως μετράμε γυναικοκτονίες. Το 85’ για παράδειγμα, έχουμε 74 καταγεγραμμένα λιντσαρίσματα ενώ το 84’, έχουμε 51. Πηγαίνοντας πιο μπροστά, το 93’ τα λιντσαρίσματα θα γίνουν 118. Oι μαύροι Αμερικανοί άντρες αποκτούν δικαίωμα ψήφου το 1870 ενώ οι μαύρες Αμερικανίδες θα περιμένουν το 1965. 

H Bertha Von Berg

 

Με το race walking να γίνεται τόσο δημοφιλές, κόσμος από κάθε λογής μειονότητα είχε ένα νέο μέσο να κάνει την τύχη του. 

Και μετά. Μαντέψτε. 

Όχι, αλήθεια μαντέψτε. 

Μαντέψατε; 

Έσκασε μύτη η εκκλησία και είπε ότι οι αγώνες αυτοί είναι αμαρτία γιατί είναι τσάμπα κόπος. Αλήθεια σας λέω. Ο J.P Newman, ένας πορωμένος Μεθοδιστής με εξουσία απ’το 1878 και μετά, επικαλέστηκε το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (26:8) που περιγράφει μια σκηνή που μια γυναίκα (shocker) χύνει ακριβό μύρο στο κεφάλι του Ιησού και οι μαθητές λέει αγανακτούν και λένε “προς τι αυτή η σπατάλη;”

M’αυτό το συναρπαστικό επιχείρημα, ο παπάς ξεκινάει κίνημα κατά των αγώνων. Λέει μάλιστα ότι “αν οι άντρες μπορούν να προπονούνται τόσο έντονα για κάτι αμαρτωλό, μπορούν να κάνουν το ίδιο για να μπουν στο δρόμο του Θεού.” Τα γράφω να τα βλέπω εγώ που παθαίνω δέκα εγκεφαλικά τη μέρα με την παράνοια της ελληνικής πολιτικής σκηνής. Η ιστορία γραφόταν μάλλον μονίμως από χαζεμένους με εξουσία.

Ταυτόχρονα, όπως φαντάζεστε, οι δύσμοιροι οι περιπατητές ήταν ρημαδιά μετά από έξι μέρες ασταμάτητου περπατητού.

Ο Newman

 

Δέχονταν ακραίες πιέσεις απ’τους σπόνσορες που δεν τους άφηναν να κάτσουν και τους πίεζαν να συνεχίσουν. Όταν ο Van Ness, ενας αγωνιστής του 1879, κόντεψε να καταρρεύσει, πήγε να σταματήσει και ο προπονητής τον εξανάγκασε να συνεχίσει. Μετά από τετραψήφιο αριθμό χιλιομέτρων, ο Van Ness, εξαθλιωμένος, άρπαξε το όπλο του και τον πυροβόλησε. Δυστυχώς ο προπονητής έζησε. Ο Van Ness έπεσε στο πάτωμα. Τότε ο πυροβολημένος προπονητής (γοητευτική η αμφισημία των ελληνικών), με την πληγή ανοιχτή, διέταξε να του χορηγηθεί μορφίνη, κι ο καημένος ο περιπατητής, συνέχισε ως το τέλος. 

Ε, από κει και πέρα, οι εφημερίδες άρχισαν να γράφουν για την εκμετάλλευση του σπορ, για την ακραία επιβάρυνση του οργανισμού, για το πόσο απάνθρωπο είναι. Τα ίδια που ακούμε απ’το Κολοσσαίο και μετά πάνω κάτω. 

Φυσικά, ο κόσμος συνέχισε να πηγαίνει και να στοιχηματίζει, αγώνες συνέχισαν να διοργανώνονται, η ηθική συνέχισε να είναι καραμέλα των δημοσιογράφων, των παπάδων και των πολιτικών μέχρι που. 

Μαντέψτε. 

Έτοιμες; 

Εφευρέθηκε το ποδήλατο. Κι έτσι αφήσαμε το εξαήμερους αγώνες περπατήματος και πιάσαμε τους εξαήμερους αγώνες ποδηλασίας. 

Στις αρχές του 1900 έχουμε ξεχασει το pedestrianism όπως ξεχάσαμε σε δυο βδομάδες το 2020 τις τσάντες με γουνένιο animal print. 

Mόνο ο Weston μέχρι το 1922 έκανε διάφορους “τελευταίους αγώνες” δίνοντας διαφημιστικές ιδέες σε επόμενα σχήματα όπως οι Scorpions. 

Θα ξαναδούμε το race walking, αυτή τη φορά με πολύ αυστηρούς κανόνες (ο αθλητής πρέπει, ανά πάσα στιγμή να έχει ένα πόδι στο έδαφος) να επανέρχεται τη δεκαετία του 1960 (πιθανολογώ ότι σχετίζεται με την επιδημία των ναρκωτικών #joking). 

Στους Ολυμπιακούς Αγώνες ωστόσο, υπήρχε για άντρες απ’το 1904. Θα προστεθεί και για τις γυναίκες μόλις το 1992, μετά από δεκαετίες μάχης των αθλητριών. 

Φυσικά, είναι ακόμη στους Ολυμπιακούς και το αδιανόητο είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι περπατούν γρηγορότερα απ’ό,τι τρέχει ο μέσος άνθρωπος. Οι άντρες αθλητές για παράδειγμα, κάνουν τα 20 χιλιόμετρα πάνω κάτω σε μια ώρα και είκοσι λεπτά ενώ οι γυναίκες σε μια ώρα και είκοσι πέντε. Υπάρχει αγώνας για 50 χιλιόμετρα (θυμίζω ότι ο Μαραθώνιος είναι 42) με ρεκόρ 3 ώρες και 50 λεπτά από τον David Tomala. Ένας καλός χρόνος τρεξίματος Μαραθωνίου είναι τεσσεράμιση με πέντε ώρες. 

Στην Αθήνα πετυχαίνω πια συχνά κόσμο που ασχολείται με το εν λόγω άθλημα. 

Συναρπαστικό δεν είναι που μια ιστορία που άρχισε σα ταξικό κλαπατσίμπαλο των Βικτωριανών, που έγινε δημοφιλής χάρη σ’ένα τελείως άκυρο στοίχημα, έχει βρει το δρόμο της στην Αθήνα του 2022; 

Το κείμενο γράφτηκε έπειτα από ανάγνωση του βιβλίου “Pedestrianism” του δημοσιογράφου Matthew Algeo το οποίο είναι μεν καταπληκτικά λεπτομερειακό κι εμβριθές αλλά αναρωτιέμαι πώς του ήρθε να το γράψει. Θα’ταν φτωχός ο κόσμος χωρίς ανθρώπους με κολλήματα. Αν για κάποιο λόγο σας ενδιαφέρει η ιδέα του περπατήματος και η σχέση της με την κουλτούρα, ο Geoff Nicholson έχει γράψει ένα ασύλληπτα εφευρετικό βιβλίο για το πώς διαπλέκεται η απλή πράξη του βαδίσματος με τον ανθρώπινο πολιτισμό στο “The Lost Art of Walking: The History, Science, and Literature of Pedestrianism”. 

Πιστεύω ότι υπάρχει κάποιο ηθικό δίδαγμα στην όλη υπόθεση σχετικά με το τι φανταστικά πράγματα συμβαίνουν αν βάζεις ηλίθια στοιχήματα αλλά νιώθω ότι μάλλον πρέπει ν’αποφύγω να το υπογραμμίσω.

Ουπς.

 

23
8
2
2
2
3

Tα σχόλια είναι προσβάσιμα μόνο στα μέλη της Womanlandia. Για να γίνετε μέλος, πατήστε εδώ.