Please ensure Javascript is enabled for purposes of website accessibility

Γυναικοκτονία στην Κρήτη: πότε επιτέλους θα μιλήσουμε για πολιτική δράση;

Add to My Favourites

No account yet? Register

To 2008, τα βρετανικά μέσα ενημέρωσης και οι βρετανικοί πολιτικοί θεσμοί, κατελήφθησαν από μια εντελώς άνευ προηγουμένου ανησυχία για ένα φαινόμενο που έμεινε στην ιστορία ως knife crime epidemic, δηλαδή επιδημία εγκλημάτων με κύριο όπλο τέλεσης το μαχαίρι-κάθε είδους μαχαίρι. Σύμφωνα με τα μέσα ενημέρωσης, το πρόβλημα φαινόταν ιδιαίτερα τεταμένο σε ορισμένες περιοχές του κέντρου της πόλης, ειδικά σε περιοχές του Λονδίνου και σε αυτό εμπλέκονταν νεαροί μαύροι άνδρες δυσανάλογα και ως θύματα και ως θύτες. Κάθε μαχαίρι που χρησιμοποιήθηκε στις απόπειρες ή στις τετελεσμένες ανθρωποκτονίες την περίοδο εκείνη και στο πλαίσιο της “επιδημίας” αυτής, εξετάστηκε με λεπτομέρεια, προκαλώντας βαθιές ανησυχίες για την αυξανόμενη κρίση βίας των νέων και τις συνέπειες για την αστική ασφάλεια. Η επιδημία του εγκλήματος με μαχαίρια, όπως ονομάστηκε, συνέπεσε με μια σειρά μέτρων πολιτικής για τη δικαιοσύνη για τη νεολαία που εφαρμόστηκε από την κυβέρνηση. 

Γιατί σας λέω αυτή την ιστορία;

Γιατί τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια σπάνια αλλά πολύ κατανοητή, ακαδημαϊκή κυρίως, λογοτεχνία για την έμφυλη φύση των όπλων που χρησιμοποιούνται στις γυναικοκτονίες, και συγκεκριμένα για το ότι το μαχαίρι είναι το κατεξοχήν όπλο των γυναικοκτόνων.

Ένα paper που θα βρείτε εδώ από καθηγήτριες του University of London, μιλάει για την χρήση του μαχαιριού ως όπλο επιλογής γυνακοκτόνων εντός του σπιτιού, καθώς και για την παραδοχή ότι η έμφυλη ιδέα των δημόσιων χώρων ως ανδρικών, πολιτικών και επικίνδυνων και των ιδιωτικών ως θηλυκών και μη απειλούμενων δεν αντιπροσωπεύει καθόλου πιστά τη χωρική κατανομή της βίας κατά των γυναικών αλλά μια ευρύτερη ιδεολογία του κράτους για να ελέγχει και να περιορίζει τις συμπεριφορές και τις κινήσεις των γυναικών καθώς και να αποφασίζει που είναι άξια η παρέμβασή του.

Το μαχαίρι σαν όπλο επιλογής των γυναικοκτόνων υπογραμμίζει τη σημασία της καταμέτρησης των μέσων έμφυλης βίας και τη χρήση αντικειμένων και οργάνων που αποδίδονται ως «οικιακά» ή λειτουργικά είδη οικιακής χρήσης, καθώς εγείρει και το ερώτημα γιατί τέτοια όργανα προκαλούν φόβο σε κάποιους χώρους και όχι σε άλλους.

Ακόμη περισσότερο, μας κάνει να αναρωτιόμαστε τι ακριβώς σημαίνει ιδιωτική βία και πώς αυτή κατατάσσεται ιεραρχικά πολύ χαμηλά στις κρατικές πρωτοβουλίες καταστολής της σε σχέση με την πολιτική και δημόσια βία. 

Ο διαχωρισμός της βίας που λαμβάνει χώρα ιδιωτικά από αυτήν που λαμβάνει χώρα δημόσια φαίνεται, όχι μόνο ουσιαστικά μη βιώσιμος, αλλά και πολιτικά ανειλικρινής καθώς υπονοεί ορισμένους χώρους ως άξιους παρέμβασης και άλλους ως μη, διαιωνίζοντας αυτό που πολλοί ακαδημαϊκοί ονομάζουν «χωρικές ιεραρχίες» και με αυτόν τον τρόπο διασφαλίζοντας ότι η βία που ασκείται με όπλα επιλογής τα μαχαίρια σε δημόσιους χώρους είναι μια βία άξια καταστολής, σε αντίθεση με αυτη που ασκείται ιδιωτικά, η οποία ανήκει σε εκείνον τον ιερό, οικογενειακό χώρο που το τραγικό λαμβάνει χώρα με μια ηδονική κρατική παραδοχή μετακύλισης ευθύνης στα θύματα.

Αυτό δεν ισχύει μόνο για τις γυναίκες, αλλά και για τη βία κατά παιδιών, ηλικιωμένων και αναπήρων. Δεν είναι τυχαίο ότι σε όλες τις περιπτώσεις γυναικοκτονιών, οι θύτες κατηγορούν τα θύματα που “πήραν απόφαση να τους χωρίσουν” και να ξεφύγουν από τον εξουσιαστικό τους χώρο. Ο γυναικοκτόνος που σκότωσε την υπερήλικη μητέρα του και κατηγορείται και για κατ’εξακολούθηση βιασμό της, είπε στην απολογία του ότι τον “κούραζε να τη φροντίζει τόσα χρόνια”. Η ευθύνη του θύματος στοιχειοθετείται τόσο δεδομένα στην πατριαρχία, που μια τέτοια ανήκουστη παραδοχή μπορεί να ειπωθεί δημόσια χωρίς να θεωρηθεί άρρωστη ή παράλογη.

Η δικαιολόγηση των θυτών από το κοινό περί δικαίου αίσθημα και από το κράτος έχει φτάσει σε τέτοιο βάθεμα και άπλωμα του συλλογικού μας ασυνειδήτου, που αυτό που θα έπρεπε να είναι αφορμή για ολική επανάσταση καταντά κλασική, ανδρική κοινοτοπία. 

Ο ίδιος ο φεμινισμός αμφισβητεί εδώ και χρόνια τη διχοτόμηση δημόσιου\ιδιωτικού και εγείρει έτσι κι αλλιώς ερωτήματα σχετικά με το τι ακριβώς συνιστά “ασφάλεια”, ποιανού η ασφάλεια πραγματικά μετράει σε ένα κράτος που δεν έχει καταφέρει καν να τηρήσει επίσημο αρχείο καταγραφής για τις γυναικοκτονίες και γιατί η αστική ασφάλεια είναι πάντα σημαντικότερη από την ιδιωτική, εκτός κι αν θύματα είναι και στις δύο περιπτώσεις γυναίκες. 

Ο έμφυλος διαχωρισμός της ιδιωτικής και δημόσιας βίας και της παραδοχής της δεύτερης ως πιο επικίνδυνης και άξιας καταστολής, δεν είναι μόνο ένας τρόπος ελέγχου του κρατους προς τις γυναίκες αλλά και ένας ενδείκτης του τι θεωρουμε άξιο προστασίας και παρέμβασης. 

Η πρακτική χαρακτηρισμού της γυναικοκτονίας ως “οικογενειακής τραγωδίας” δε σημαίνει απλά “ΣΙΓΑ ΜΗ ΔΩΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΣΤΙΣ ΦΕΜΙΝΑΖΙ”, αλλά μεταφράζεται ποικιλοτρόπως και άνισα στις πολιτικές επιλογές μη κατανομής των πόρων πρόληψης έμφυλης βίας, στις ανύπαρκτες κρατικές παρεμβάσεις, στις αδιανόητες ελλείψεις στις παροχές υπηρεσιών υποστήριξης γυναικών που θέλουν να φύγουν απο κακοποιητικές σχέσεις, στην έλλειψη καταγραφής, και φυσικά στις ανησυχίες για το πως θα ρίξουμε και πάλι, συλλογικά και συγχρονισμένα, την ευθύνη στα θύματα. 

Ακόμα ένας μήνας, ακόμα ένας χρόνος, ακόμα ένα καλοκαίρι με τις γυναικοκτονίες σε πρώτο πλάνο παντού, εκτός από εκείνο το πλάνο που θα μας έσωζε: το πολιτικό.

18

Tα σχόλια είναι προσβάσιμα μόνο στα μέλη της Womanlandia. Για να γίνετε μέλος, πατήστε εδώ.